1062/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1062/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1062 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1062/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δάσκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Λουκία Κατωπόδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Απριλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως και την από 23 Απριλίου 1999 ομοία του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3107/2007 μη οριστική, 3853/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 663/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος (κατά το σχετικό του μέρος) λόγοι της αναίρεσης όπως συμπληρώνονται με τη παρούσα και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση σε σχέση με τους εξεταζόμενους λόγους αναίρεσης το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση και κατά ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της τα εξής: 1) Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων οι γονείς της ενάγουσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προς ενίσχυση της κατέθεσαν στον με αριθ. ...
κοινό των διαδίκων λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας α) στις 31-5-1991 το ποσό των 2.200.000 δρχ. το οποίο στη συνέχεια ανέλαβε η ενάγουσα και το διέθεσε για την αγορά από κοινού με τον ενάγοντα εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στις 28-6-1991 του πιο κάτω αναφερομένου αγροτεμαχίου στο Κρανίδι και β) το ποσό των 600.000 δρχ.
το οποίο επίσης ανέλαβε η εναγομένη ενάγουσα κατά τη διάρκεια του γάμου και το χρησιμοποίησε για την αγορά από αυτή αυτοκινήτου τύπου SUBARU στην δαπάνη απόκτησης του οποίου συμμετείχαν αμφότεροι οι διάδικοι κατά το ήμισυ ο καθένας και του οποίου η αξία κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους ανερχόταν σε 2.934 ευρώ, το ήμισυ της οποίας και επιδικάστηκε στον ενάγοντα ως ανάλογη συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της ενάγουσας -εναγομένης στο εν λόγω περιουσιακό στοιχείο. 2) Ότι επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου τους οι διάδικοι με το υπ.
αριθ. .../ 28-6-1991 συμβόλαιο αγόρασαν κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα αγροτεμάχιο έκτασης 2.002 τ.μ. με την επ' αυτού λυόμενη οικία εμβαδού 67,47 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση Μαντένια Πετροθάλασσα της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Κρανιδίου αντί του πράγματι καταβληθέντος τιμήματος των 6.200.000 δρχ.. Ότι για την απόκτηση του ακινήτου τούτου κατέβαλε η ενάγουσα σύζυγος το ποσό των 2.200.000 δρχ.
που προερχόταν από ισόποση προς αυτή παροχή των γονέων της κατά τα πιο πάνω εκτεθέντα και ο ενάγων εναγόμενος το ποσό των 4.000.000. δρχ. με το οποίο καλύφθηκε το μέρος του τιμήματος αγοράς του μεριδίου της ενάγουσας (900.000 δρχ.) και ολόκληρο το τίμημα του δικού του μεριδίου (3.100.000 δρχ.) που προερχόταν από χρήματα που είχε αυτός πριν από το γάμο του ως υπόλοιπο από την πώληση του σπιτιού του στην Ολλανδία και αποζημίωση από αυτοκίνητο που εκλάπη.
Ότι η αξία του ακινήτου αυτού κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 12.000.000 δρχ. Ότι η συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης ως προς το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο ανήλθε σε ποσοστό 30% ήτοι σε 1.800.000 δρχ. (6.000.000 Χ30%) ή 5.2283 ευρώ το οποίο και επιδίκασε στον ενάγοντα σύζυγο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενώ διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής και δεν απαιτούντο προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Προσδιορισμός του ποσού που εισέπραξε ο ενάγων από τη πώληση του ακινήτου του στην Ολλανδία όπως και του ποσού που διέθεσε από τούτο για την εξόφληση του δανείου και την αγορά σκάφους που δέχεται η απόφαση ότι έλαβαν χώρα δεν απαιτούντο για τη πληρότητα των αιτιολογιών, καθόσον τα ζητήματα αυτά δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 καθώς και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 663/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ