Supreme Court dismisses appeal on lost rent claim, ruling plaintiff's argument for lost income lacks legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a partnership against a lower court judgment regarding lost rental income. The plaintiff argued for compensation based on the certain loss of income from a commercial building destroyed by fire, citing specific lease terms and rent increases. The court rejected this because the claim was founded on the impossibility of leasing the property to anyone, not on the inability to lease it to the specific defendants, rendering the legal basis for the lost income claim invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297 and 298 of the Civil Code; Article 216 of the Code of Civil Procedure: Compensation for lost income requires a claim based on the impossibility of leasing the property to any third party, not merely the inability to lease it to the specific defendants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1062 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1062/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "........Ο.Ε.", που εδρεύει στον ...... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ....., 3) ......, άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτιο Γρύλλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μεγάλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3955/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εκδόθηκε η με αριθμό 1176/2003 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 31/7/2003 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η με αριθμό 1123/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη και παραπέμφθηκε η περαιτέρω εκδίκαση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3074/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6035/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/11/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 7/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αποζημίωση που προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ., παρεχόμενη από τον υπόχρεο σε χρήμα, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος, τέτοιο δε κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους από την εκμετάλλευση πράγματος, πρέπει, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους (απόκτηση εισοδήματος), με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα.
Δεν είναι όμως ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, ούτε συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία θα γίνει η εκμετάλλευση του πράγματος, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας που γίνεται με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το εφετείο, εφόσον το ζήτημα, του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ.
Α.Π.22/1995). Εντούτοις τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ., να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ., ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα, επικαρπώτρια του ακινήτου που περιγράφει, στο οποίο υπήρχε βιοτεχνικό κτίριο και το οποίο είχε εκμισθωθεί στους αναιρεσείοντες, αφού ιστορεί ότι το μίσθιο καταστράφηκε από πυρκαγιά, η οποία αποδίδεται και σε αμέλεια των μισθωτών, εκθέτει ότι από την υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων υπέστη αποθετική ζημία ύψους 50.091.696 δρχ, που προήλθε από την αποστέρηση του εισοδήματος που θα αποκόμιζε με βεβαιότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, από την εκμίσθωση του βιοτεχνικού κτιρίου για το από 1-12-1999 και εφεξής χρονικό διάστημα (μέχρι και 30-11-2004).
Η ενάγουσα καθορίζει τη ζημιά της με βάση το κατά την ημέρα της πυρκαγιάς (25-11-1999) συμφωνημένο και καταβαλλόμενο μίσθωμα (693.148 δρχ) και το οποίο ενόψει 1) της προφορικής συμφωνίας με τους μισθωτές περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 10% για κάθε μισθωτικό έτος και 2) της κατά νόμο διάρκειας της μίσθωσης θα ανερχόταν α) για το από 1-12-1999 και μέχρι 30-11-2000 χρονικό διάστημα σε 693.418 δρχ μηνιαίως και συνολικώς σε 7.624.628 δρχ (693.148 χ 11 μήνες), β) για το από 1-12-2000 και μέχρι 30-11-2001 χρονικό διάστημα σε 762.463 δρχ μηνιαίως και συνολικώς σε 9.149.556 δρχ (762.463 δρχ χ 12 μήνες), γ) για το από 1-12-2001 μέχρι και 30-11-2002 χρονικό διάστημα σε 838.709 δρχ μηνιαίως και συνολικώς 10.064.508 δρχ (838.709 δρχ χ 12 μήνες), δ) για το από 1-12-2002 μέχρι και 30-11-2003 χρονικό διάστημα σε δρχ 9.222.759 δρχ μηνιαίως και συνολικώς σε 11.070.948 δρχ (922.759 δρχ χ 12 μήνες και ε) για το από 1-12-2003 μέχρι και 30-11-2004 χρονικό διάστημα σε 1.015.338 μηνιαίως και συνολικώς σε 12.184.056 δρχ. (1.015.338 δρχ χ 12 μήνες)".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή και κατά το αίτημα αυτό ήταν ορισμένη και τη δέχτηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, που πρόβαλαν και στο Εφετείο, με τις προτάσεις τους, αμυνόμενοι κατά της έφεσης, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας της αγωγής σχετικά με το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας, αφού η ενάγουσα περιορίζεται στην αφηρημένη και αόριστη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ και δεν αναφέρει ότι το μίσθιο θα μπορούσε να εκμισθωθεί σε συγκεκριμένο τρίτο εκμισθωτή και ότι αυτός θα έκανε πρόταση και θα εκδήλωνε ενδιαφέρον για τη μίσθωσή του, ούτε αν το μίσθιο θα μπορούσε να εκμισθωθεί για συγκεκριμένο χρόνο και συγκεκριμένο μίσθωμα και όρους μίσθωσης.
Ο λόγος αυτός, από τον αρ. 14 της Κ.Πολ.Δ 559, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για τον προσδιορισμό και υπολογισμό της αποθετικής ζημίας της ενάγουσας από την απώλεια εισοδήματος από το καταστραφέν ακίνητο, το οποίο η ενάγουσα είχε διαμορφώσει κατάλληλα για επαγγελματική λειτουργία και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένα πρόσωπα προς τα οποία θα γινόταν η εκμίσθωση.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη όσον αφορά το εν λόγω αίτημα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 της Κ.Πολ.Δ 559.
Από τη διάταξη του άρθρου 600 ΑΚ συνάγεται ότι ο μισθωτής ευθύνεται σε αποζημίωση του εκμισθωτή και όταν από αμέλεια του ίδιου ή των συνοίκων το ακίνητο καταστράφηκε ή έχει υποστεί βλάβη από πυρκαγιά. Στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη που απαιτείται για την αποκατάσταση των ζημιών και τα μισθώματα που θα στερηθεί ο μισθωτής από την αδυναμία εκμισθώσεως του ακινήτου.
Εξάλλου, σε περίπτωση καταστροφής πράγματος που οφείλεται είτε σε αδικοπρακτική συμπεριφορά, είτε σε υπαίτια συμβατική παράβαση ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει το ζημιωθέντα, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει α) την αξία του καταστραφέντος πράγματος (θετική ζημία) και β) το διαφυγόν κέρδος, από τη στέρηση της εκμεταλλεύσεώς του, τόσο για το διάστημα που μεσολάβησε από την καταστροφή του πράγματος μέχρι την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και για το μεταγενέστερο χρόνο μέχρι την πληρωμή της αξίας του καταστραφέντος πράγματος (Ολ.ΑΠ 1/1997).
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες (μισθώτρια του καταστραφέντος από την πυρκαγιά ακινήτου και τα ομόρρυθμα μέλη αυτής) βαρύνονται με υπαιτιότητα για την καταστροφή, επειδή δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή και επέκταση της πυρκαγιάς ως υπόχρεοι από τη σύμβαση μίσθωσης, δέχθηκε ανέλεγκτα σχετικά με την αποθετική ζημία της ενάγουσας, τα ακόλουθα: "Εξάλλου αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα αποστερήθηκε επί πλέον και το εισόδημα που θα αποκόμιζε με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του μίσθιου βιοτεχνικού κτιρίου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-12-1999 έως 30-11-2004.
Ειδικότερα, ενόψει ιδιαίτερα α) των όρων που το μίσθιο βιοτεχνικό κτίριο ήταν ως άνω μισθωμένο από την εναγομένη, β) της ικανής ζήτησης ακινήτων για βιοτεχνική χρήση στην περιοχή που κείται το μίσθιο βιοτεχνικό κτίριο και γ) της σταθεροποίησης κατά τα τελευταία χρόνια του τιμάριθμου, όπως είναι σε σ' όλους γνωστό (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε ποσοστό 3-4% ετησίως, η ενάγουσα με βεβαιότητα θα εκμίσθωνε το μίσθιο βιοτεχνικό κτίριο, εάν δεν μεσολαβούσε η ολική καταστροφή του, κατά το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα και θα εισέπραττε με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων 1) από 1-12-1999 έως και 30-11-2000 (693.148 δραχμές μηνιαίως Χ 12 μήνες) 8.317.776 δραχμές, ήτοι οπωσδήποτε το ποσό των 7.624.628 δραχμών που η ενάγουσα για το χρονικό αυτό διάστημα ζητά, 2) από 1-12-2000 έως 30-11-2001 8.733.660 δραχμές, 3) από 1-12-2001 έως 30-11-2002 9.170.340 δραχμές, 4) από 1-12-2002 έως και 30-11-2003 9.628.860 δραχμές και 5) από 1-12-2003 έως 30-11-2004 10.110.300 δραχμές και συνολικά 45.267.788 δραχμές ή 132.847,50 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 της Κ.Πολ.Δ 559, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη ευθεία παραβίαση, με τις παραδοχές της, των άρθρων 5 παρ. 1 και 61δ του ΠΔ 34/1995, όπως ισχύουν μετά το ν. 2741/1999,είναι αλυσιτελής, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού ο υπολογισμός της αποθετικής ζημίας έγινε κατ' εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων με βάση το χρόνο που η ενάγουσα θα στερηθεί τα προσδοκώμενα εισοδήματα εξαιτίας της καταστροφής του μισθίου και όχι με βάση το χρόνο που διαρκούσε η σύμβαση μισθώσεως με τους αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω ούτε ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται διότι το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ΑΚ 298, αφού διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της αποθετικής ζημίας της ενάγουσας από την καταστροφή του μισθίου ακινήτου, αφού από τις παραδοχές είναι σαφές ότι το ακίνητο είχε διαμορφωθεί και ήταν έτοιμο για εκμίσθωση σε οποιονδήποτε για βιοτεχνική χρήση, όπως είχε εκμισθωθεί στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι λειτουργούσαν σ' αυτό την επιχείρηση τους.
Η απόφαση δηλαδή περιέχει παραδοχές από τις οποίες προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε λάβει όλα τα προπαρασκευαστικά μέτρα που ήταν αναγκαία για την εκμίσθωση του ακινήτου για βιοτεχνική χρήση, η οποία είναι συνηθισμένη στην περιοχή που βρισκόταν το ακίνητο, έτσι ώστε να είναι ευχερής ο υπολογισμός του εισοδήματος που θα πραγματοποιούσε η ενάγουσα, αν δεν είχε μεσολαβήσει η καταστροφή του ακινήτου.
Και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 19 της Κ.Πολ.Δ 559 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγή. Με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα σχετικά με την αξίωση αυτής για αποθετική ζημία εκθέτει τα ακόλουθα: "Η 1η από μας επικαρπώτρια του άνω ακινήτου και του επ' αυτού υπάρχοντος βιοτεχνικού κτιρίου υπέστη αποθετική ζημία, ανερχόμενη συνολικώς στο ποσό των δρχ 50.091.696, που προήλθε από την αποστέρησή της εκ του εισοδήματος, που θα αποκόμιζε με βεβαιότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την εκμίσθωση του βιοτεχνικού κτιρίου για το από 1-12-1999 και εφεξής χρον.
διάστημα, (μέχρι και 30-11-2004), το οποίο με βάση το κατά την ημέρα της πυρκαϊάς (25-11-1999) συμφωνημένο και καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα (μετά του επ' αυτού αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 1,8 %), εκ δρχ. 693.148 και εν όψει : 1) της προφορικής συμφωνίας μεταξύ της 1ης από μας και του 2ου των εναγομένων ως νομίμου εκπροσώπου αυτής περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 10% για κάθε μισθωτικό έτος υπολογιζόμενο επί του μισθώματος του αμέσως προηγούμενου μισθωτικού έτους και 2) της κατά νόμο διάρκειας της άνω εμπορικής μισθώσεως, θα ανερχόταν με βεβαιότητα:
α) για το από 1-12-1999 και μέχρι 30-11-2000 χρον. διάστημα σε 693.418 μηνιαίως και συνολικώς σε 7.624.628 δρχ. β) για το από 1-12-2000 και μέχρι 30-11-2001 χρον. διάστημα σε δρχ. 762.463 μηνιαίως και συνολικώς σε δρχ 9.149.556, γ) για το από 1-12-2001 μέχρι και 30-11-2002 χρον. διάστημα σε δρχ 838.709 μηνιαίως και συνολικώς 10.064.508 , δ) για το από 1-12-2002 μέχρι και 30-11-2003 χρον.
διάστημα σε δρχ 922.759 μηνιαίως και συνολικώς σε δρχ 11.070.948 και ε) για το από 1-12-2003 μέχρι και 30-11-2004 χρον. διάστημα σε δρχ 1.015.338 μηνιαίως και συνολικώς σε 12.184.056 δρχ.
Συνεπώς η αποθετική ζημία, που με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα υποστεί η 1η από μας, θα ανέλθει για το χρον. διάστημα από 1-12-1999 μέχρι και 30-11-2004 στο συνολικό ποσό των δρχ. 50.091.696". Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι φανερό ότι θεμελιώνει την αξίωση της ενάγουσας για αποθετική ζημία στην απώλεια του εισοδήματος αυτής από τη μη δυνατότητα πλέον εκμίσθωσης αυτού γενικά (σε οποιονδήποτε) συνεπεία της καταστροφής του μισθίου και όχι στη μίσθωση του ακινήτου με τους εναγομένους, η οποία δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί λόγω της καταστροφής του μισθίου, τα αναφερόμενα δε από τη σύμβαση μίσθωσης στοιχεία γίνονται για τον προσδιορισμό του ύψους της αποθετικής ζημίας. Δεν συντρέχει επομένως περίπτωση μεταβολής της βάσης της αγωγής με την έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία απλώς επανέφερε το άνω αγωγικό της αίτημα προς επανέρευνα από το Εφετείο και το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω πλημμέλεια προϋποθέτει παράβαση διάταξης ουσιαστικού δικαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "..... ΟΕ" κλπ για αναίρεση της 6035/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ