Legislator Case Law & Legislation
1061/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against administrative compensation decision, remanding case for re-hearing.

Case Number 1061/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment regarding land expropriation compensation. While the appeal was dismissed regarding the public fund, the court found the appeal admissible against the Kythnos Municipality due to a violation of equal pay for equal work under the Constitution. Consequently, the judgment against the municipality was annulled, the case remanded for re-hearing, and the municipality ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 1(1) of the First Additional Protocol to the ECHR and Article 6(1) of the ECHR; Where an appeal is admissible against a public entity for violating the constitutional principle of equal pay for equal work, the appeal is allowed, the judgment annulled, the case remanded for re-hearing, and the losing party ordered to pay the appellant's costs.

Keywords

AI generated
equal pay for equal work constitutional principle administrative compensation land expropriation re-hearing remand legal costs award public entity liability

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) of the First Additional Protocol to the ECHR
(ζ) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 10 β του ν.
Article 6(1) of the ECHR
Article 559(1) and (11c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1061 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1061/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Π., … και 11) Ό. Β. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κανδαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΥΘΝΟΥ", που εδρεύει στη Χώρα της Κύθνου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου" "Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πλαστήρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2018 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την από 18-4-2019 αίτηση των 3ου έως και 11ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Π. Κ. του Γ. (στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι 1ος και 2η των ήδη αναιρεσειόντων), καθώς και με την διά των προτάσεων ανταίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 140/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Ακολούθως, οι ως άνω αιτήσεις επανήλθαν για συζήτηση με κλήσεις των διαδίκων και συνεκδικάστηκαν με την διά των προτάσεων ανταίτηση της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 76/2020 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της (επιπρόσθετα ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μέρους των αναιρεσειόντων), καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναιρέσεως με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Στην περίπτωση δε που τη συζήτηση της υπόθεσης επέσπευσε ο αντίδικός του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του. Αν η υπόθεση είχε αναβληθεί από το πινάκιο, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, με την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά τη δικάσιμο αυτή διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Κατά το άρθρο δε 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή η υπέρβασή της, εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ., και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/2008, Α.Π. 46/2022, Α.Π. 165/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 1136/2023, Α.Π. 1195/2022, Α.Π. 306/2020). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 εδ.

α' και 72 παρ.1 εδ. ιη' και ιθ' του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης- Πρόγραμμα Καλλικράτης" [όπως το δεύτερο από αυτά ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4623/2019 και, ακολούθως, την τροποποίησή του με την παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4795/2021, και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 31 του ν. 5013/2023, που ισχύει από την 19/1/2023] και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης, από 20-1-2022 αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε την 11-2-2022, ορίζονται τα ακόλουθα:

α) με το άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιη' και ιθ' ότι η Οικονομική Επιτροπή έχει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: ...ιη') αποφασίζει για την άσκηση ή μη όλων των ένδικων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων, καθώς και για την παραίτηση από αυτά, ιθ') αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια και καθορίζει την αμοιβή τους και β) με το άρθρο 58 παρ. 1 εδ.

α' ότι ο δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, για την πρόσληψη δικηγόρου, προκειμένου αυτός να παρασταθεί ενώπιον δικαστηρίου για το Δήμο, απαιτείται η ύπαρξη προηγούμενης άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής.

Η απόφαση αυτή της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου, αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί, όμως, για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του Δήμου. Στην περίπτωση αυτή πρέπει ο Δήμαρχος, που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια, να διορίσει τον δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπεται από το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.

ελλείψει δε χορηγήσεως τέτοιας πληρεξουσιότητας ο Δήµος θεωρείται δικονοµικώς απών (Α.Π. 323/2023, Α.Π. 1875/2022, Α.Π. 175/2020, Α.Π. 909/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη από 20-1-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 76/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, στρέφεται κατά του Ο.Τ.Α.

με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΥΘΝΟΥ" και της Α.Ε. με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου". Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-9-2023), ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Κύθνου, εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου από το δικηγόρο Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο, ως πληρεξούσιο αυτού, κατά τη δήλωσή του, ο οποίος, για την πρόσληψή του, προσκομίζει την υπ' αριθμ. 130/2022 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εν λόγω Δήμου, με την οποία του δίδεται η άδεια για παράσταση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου Δήμου, προς αντίκρουση της κατ' αυτού (Δήμου) ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Πλην όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση ρητής πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο (ο οποίος δεν προκύπτει ότι έχει προσληφθεί με πάγια αντιμισθία) εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Δήμου Κύθνου, κατά ένα εκ των ρηθέντων νόμιμων τρόπων, που προβλέπει ο Κ.Πολ.Δ., αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη, από την οποία να προκύπτει ότι ο Δήμαρχος του ανωτέρω Δήμου παρέσχε στον άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει το Δήμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε υπάρχει στα πρακτικά της δίκης σχετική δήλωση του ως άνω Δημάρχου, ως νομίμου εκπροσώπου του αναιρεσίβλητου Δήμου, για την από μέρους του χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ίδιο δικηγόρο, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος Δήμος να λογίζεται δικονομικά απών.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ., επί του προσκομιζόμενου από τους αναιρεσείοντες επικυρωμένου αντιγράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, αντίγραφο αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-1-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς, εφόσον η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο, ισχύει, κατά τα προαναφερόμενα, ως κλήτευση του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος και είχε παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση.

Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της, από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει, όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 του Α.Κ., το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομία, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποιήσεως της επαχθείσας κληρονομίας, οι οποίοι καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.

Από αυτά παρέπεται ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας καθίστανται, κατά το νόμο, κληρονόμοι του. Στον αντίδικό τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται να αμφισβητήσει την ιδιότητα τούτων ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο (Α.Π. 676/2022, Α.Π. 401/2018, Α.Π. 311/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 20-1-2022 αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τους Γ. Κ. και Δ. Κ. (δυνάμει του υπ' αριθμ. 1377/11-1-2022 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κανδαράκη προς τον ασκήσαντα αυτήν δικηγόρο Αλέξανδρο Κανδαράκη), υπό την ιδιότητά τους ως εκ διαθήκης κληρονόμων του πατέρα τους Π.

Κ., που απεβίωσε την 13-9-2021, μετά τη έκδοση δηλαδή της προσβαλλομένης αποφάσεως, που δημοσιεύθηκε την 9-6-2020. Επομένως, και αφού η παρισταμένη δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν αμφισβητεί το θάνατο του Π. Κ. και την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων, γεγονότα, άλλωστε, που αποδεικνύονται και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (υπ' αριθμ.

πρωτ. 3613/4-10-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, 1026/5-10-2022 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και 455/27-4-2023 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ναυσικάς Μανούσου), η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, παραδεκτά ασκήθηκε και από τους Γ. Κ. και Δ. Κ. (άρθρο 556 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298, 299, 553 παρ. 1, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως πριν από την άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής, καθιστά την μετά από αυτήν (αποδοχή) ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος.

Τούτο διότι η αποδοχή αυτή υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεώς της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και, συνεπώς, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δ., είτε σιωπηρώς, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση.

Τέτοια πράξη συνιστά και η καταβολή ή είσπραξη αντιστοίχως των τελεσιδίκως με την προσβαλλομένη επιδικασθέντων, καθώς και των νομίμων τόκων και της δικαστικής δαπάνης, εφόσον δεν διατυπωθεί σχετική επιφύλαξη. Μετά την άσκηση, όμως, της αναιρέσεως δεν χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της αποφάσεως, αλλά μόνο ρητή, κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 του Κ.Πολ.Δ.

τρόπους, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, καθόσον η αποδοχή, στην περίπτωση αυτή, υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζόμενους τύπους και όχι και σιωπηρώς.

Δικονομική έννομη συνέπεια της νόμιμης αποδοχής τελεσίδικης αποφάσεως είναι η απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αναιρέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος (Ολ.Α.Π. 15/2008, Α.Π. 300/2022, Α.Π. 454/2020, Α.Π. 604/2018). Ακόμη, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 (20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο) οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουσθεί η αναίρεση (Α.Π. 924/2021 Α.Π. 207/2017, Α.Π. 2322/2009, Α.Π. 1179/2007), η κατάθεση δε και η ημερομηνία της βεβαιώνεται με σημείωση επάνω στο φάκελο της δικογραφίας.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων (ΑΠ 547/2021). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προτάσεις, που περιέχουν ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Στην ίδια προθεσμία κατατίθενται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ένσταση (Α.Π. 1165/2022, Α.Π. 433/2020, Α.Π. 1555/2017). Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, η ένσταση είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 433/2020). Αν οι προτεινόμενες ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (Α.Π. 547/2021, Α.Π. 972/2019, Α.Π. 461/2018, Α.Π. 1272/2008, Α.Π. 117/2005).

Αν, όμως, το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, η κατάθεση από αυτόν των εγγράφων προτάσεων, που περιέχουν την ένσταση απαραδέκτου της ασκήσεως της αναιρέσεως, σε προθεσμία μικρότερη των είκοσι ημερών πριν από τη δικάσιμο της αναιρέσεως, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της άνω ενστάσεως, αλλά και τη λήψη υπόψη, για την απόδειξη της ίδιας ενστάσεως, των προσκομιζόμενων από αυτόν, με τις εκπρόθεσμες προτάσεις, αποδεικτικών στοιχείων, που δεν περιλαμβάνονται στα κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (Ολ.Α.Π. 412/1981, Α.Π. 1165/2022, Α.Π. 433/2020, Α.Π. 983/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η παρούσα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου", προς απόκρουση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τις εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατατεθείσες προτάσεις της (όπως προκύπτει από την επ' αυτών βεβαίωση του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου), επικαλούμενη ότι οι ήδη αναιρεσείοντες αποδέχτηκαν την προσβαλλομένη απόφαση, προβάλλει ισχυρισμό απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσείοντες - καθ' ων η απαλλοτρίωση, υπέγραψαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Α. Κανδαράκη, στις 26/02/2021, ήτοι πριν από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, στις 11-02-2022 (υπ' αριθ. 5/2022 έκθεση καταθέσεως της Γραμματείας Εφετείου Αιγαίου), τις υπ' αριθμ. 1.227 και 1.228 συμβολαιογραφικές πράξεις "εμφάνισης και δήλωσης", στις οποίες επί λέξει αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Δια της υπ' αριθ. 115/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου οι δηλούντες έχουμε αναγνωρισθεί δικαιούχοι της προσδιορισθείσης αποζημίωσης, κατά τα ποσοστά συνιδιοκτησίας του έκαστος.

Σύμφωνα με το κεφάλαιο Β του δια της υπ' αριθ. 11/2021 αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Κύθνου εγκεκριμένου πίνακα εκκαθάρισης προσδιορισθείσης αποζημίωσης για τη ρυμοτομούμενη ιδιοκτησία μας, συνταχθέντος κατ' εφαρμογή των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων (ΑΔΑ: Ψ15ΟΩΔ9-ΒΓ6), το συνολικό ποσό υποχρέωσης αποζημίωσης που οφείλεται στην ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 1 (ενν.

ιδιοκτησία αναιρεσειόντων) από τους ιδιοκτήτες των παρόδιων ιδιοκτησιών υπό στοιχεία 3 έως 13 ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (884,11 τ.μ. Χ 260,00 € = 229.868,60 €). Δια του παρόντος δηλώνουμε επίσης ότι - στα πλαίσια εξώδικου συμβιβασμού για την αποζημίωση του ως άνω ακινήτου μας κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του έκαστος ημών - περιορίζουμε την αξίωσή μας για αποζημίωση της ιδιοκτησίας μας με την καθορισθείσα τιμή μονάδος των 260 € ανά τ.μ., και ειδικότερα, ότι παραιτούμεθα πλήρως και ολοσχερώς από το δικαίωμά μας για αποζημίωση των απαλλοτριούμενων 884,11 τετραγωνικών μέτρων της ιδιοκτησίας μας, που βαρύνουν τους παρόδιους ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών με κωδικούς αριθμούς 3 έως 13, καθώς και ότι δεν πρόκειται να στραφούμε κατ' αυτών προς αναζήτηση της σχετικής αποζημίωσης.

Τούτο δε πράττουμε εις αναγνώριση της οικονομικής - ταμειακής δυσχέρειας του Δήμου Κύθνου να καταβάλλει για λογαριασμό των παρόδιων ιδιοκτητών το ποσό της αποζημίωσης, που τους βαρύνει, προς το σκοπό της συντέλεσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, καθώς και της μη επιβάρυνσης των όμορων της ιδιοκτησίας μας κατοίκων Λουτρών και διευκόλυνσης πραγμάτωσης ενός έργου μεγάλης σπουδαιότητας για τον οικισμό και το νησί της Κύθνου εν γένει.

Η παραίτησή μας, όσον αφορά τόσο στην τιμή μονάδος του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου μας όσο και στο δικαίωμά μας για αποζημίωση από τους παρόδιους ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών 3 έως 13, γίνεται υπό την αίρεση της πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως της υποχρεώσεως αποζημιώσεώς μας από το Δήμο Κύθνου και το ΤΑΙΠΕΔ, όπως αυτή καθορίζεται από τα ανωτέρω αναφερόμενα υπ' αριθ. 1/2018 Πράξη Αναλογισμού Αποζημίωσης, 76/2020 ΤρΕφΑιγ απόφαση και πίνακα εκκαθάρισης αποζημίωσης - δικαστικών εξόδων - δικηγορικής αμοιβής (βλ.

στοιχεία. Α, Γ και Α αυτού), ήτοι την αποζημίωση μας για, συνολικά 6.599,86 τετραγωνικά μέτρα εκ της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας μας. Στην περίπτωση δε της πλήρους εξόφλησης των υποχρεώσεων του Δήμου Κύθνου και του ΤΑΙΠΕΔ θεωρούμε εαυτούς πλήρως ικανοποιημένους και παραιτούμεθα από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση".

Ότι περαιτέρω η ίδια (ενιστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη) κατέθεσε στις 15-4-2021, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το σύνολο του οφειλόμενου εκ μέρους της ποσού α) των 174.174,00 ευρώ, για αποζημίωση (669,90 τ.μ. Χ 260 €) και β) των 4.089,63 ευρώ για δικαστικές δαπάνες, δικηγορική αμοιβή και αναλογούντα ΦΠΑ (850€ για δικαστικές δαπάνες και 2.612,61 για δικηγορική αμοιβή, βάσει της αναιρεσιβαλλομένης και της υπ' αριθ. 115/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, πλέον ΦΠΑ 24% ήτοι 627,02€), υπέρ των - εκπροσωπηθέντων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους κ.

Κανδαράκη- καθ' ων η απαλλοτρίωση, υπέρ ων η αποζημίωση και ήδη αναιρεσειόντων, και σε πλήρη εξόφλησή τους, για την οποία (κατάθεση) συστάθηκαν τα υπ' αριθμ. 20554 και 20553 γραμμάτια παρακαταθήκης. Ότι περαιτέρω, ο Δήμος Κύθνου κατέθεσε στις 6-05-2021 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων α) ως δικαστικά έξοδα, βάσει της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της υπ' αριθ. 115/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το ποσό των 16.500 € (το οποίο, βάσει της υπ' αριθ. 11/2021 αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Κύθνου, επιμερίζεται ως εξής: 300€ για στις δικαστικές δαπάνες του Δήμου και 16.200€ για τις δικαστικές δαπάνες των υπολοίπων παρόδιων ωφελούμενων από την απαλλοτρίωση ιδιοκτητών πλην του ΤΑΙΠΕΔ) και β) ως δικαστικές δαπάνες και δικηγορική αμοιβή, βάσει των ίδιων αποφάσεων, το ποσό των 27.112,92 € (το οποίο, βάσει της υπ' αριθ. 11/2021 αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Κύθνου, επιμερίζεται ως εξής:

οι 14.969,21€ για την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων του Δήμου Κύθνου και 6.896,05€ για την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των υπολοίπων παρόδιων ωφελούμενων από την απαλλοτρίωση ιδιοκτητών πλην του ΤΑΙΠΕΔ, πλέον ΦΠΑ 24% [5.247,6625€), συστήνοντας προς τούτο τα υπ' αριθ. 20589 και 20590 αντίστοιχα Γραμμάτια Σύστασης Παρακαταθήκης αντίστοιχα, σε πλήρη εξόφληση των δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με τον Εγκεκριμένο Πίνακα Εκκαθάρισης.

Ότι, τέλος, καταβλήθηκε την 8-7-2021, απευθείας και για λογαριασμό του Δήμου Κύθνου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 212.7/2021 Απόφαση του Δ.Σ. αυτού (ΑΔΑ: ΨΠΗΔ46Ψ844-5ΑΕ), το σύνολο της οφειλόμενης εκ μέρους του (Δήμου Κύθνου) αποζημίωσης προς τους καθ' ων η απαλλοτρίωση και ήδη αναιρεσείοντες, ύψους 1.541.789,60 € (ήτοι 5.929,96 τ.μ.

Χ 260 €) και συστάθηκε το υπ' αριθ. 20657 Γραμμάτιο Παρακαταθήκης, συνολικού ποσού 1.541.789,60 €, με θέμα: "ΚΗΡΥΞΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ: ΤΟ Π.Δ. 13-9-2017 (ΦΕΚ 227/ΑΑΠ/29-9-2017) ΠΡΑΞΗ ΑΝΑΛΟΓΙΣΜΟΎ: 1/2018 Η ΟΠΟΙΑ ΚΥΡΩΘΗΚΕ ΔΙΟΡΘΩΜΕΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠ' ΑΡ. ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ (ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΤΗΜ/ΚΟ ΠΙΝΑΚΑ) 1 ΠΕΡΙΟΧΗ:ΛΟΥΤΡΑ ΚΥΘΝΟΥ ΡΥΜ/ΜΕΝΗ ΕΚΤΑΣΗ (ΜΕ ΥΠΟΧΡΕΟ ΤΟ ΔΗΜΟ): 5.929,96 ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΘ.

ΤΙΜΗΣ ΜΟΝΑΔΟΣ:76/2020 ΤΡΙΜ.ΕΦΕΤ.ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΓΝ/ΣΗΣ ΔΙΚ/ΧΩΝ:115/2020 Μ. Π. ΣΥΡΟΥ ΑΡ. ΔΗΛΩΣΗΣ ΦΜΑ:1286 ΔΟΥ: ΚΟΡΩΠΙΟΥ" και επομένως ο Δήμος Κύθνου εκπλήρωσε τη δική του υποχρέωση πλήρους αποζημιώσεως από την απαλλοτρίωση στους ήδη αναιρεσείοντες (οι δύο πρώτοι τούτων ως διάδοχοι του θανόντος Π. Κ. του Γ.) δικαιούχους, κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα.

Ότι, συνεπώς, αφού οι καθ' ων η απαλλοτρίωση και ήδη αναιρεσείοντες εξοφλήθηκαν πλήρως, σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές περιγράφονται στις ανωτέρω Πράξεις Εμφάνισης και Δηλώσεις και τα οικεία κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι έχουν αποδεχθεί πλήρως αυτήν (αναιρεσιβαλλομένη), πριν από την άσκηση της (με αρ.

κατ. 5/11-2-2022) ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, για το λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τα προσκομισθέντα εμπροθέσμως με επίκληση, από την ενιστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη, έγγραφα και δη α) τις ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Α.

Κανδαράκη, από 26-2-2021, ήτοι πριν από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (που κατατέθηκε στις 11-02-2022) υπ' αριθμ. 1.227 και 1.228 συμβολαιογραφικές πράξεις "εμφάνισης και δήλωσης", β) την υπ' αριθμ. 1 και με αριθμό πρωτ. 2196/1-3-2018 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων, του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Σύρου- Ερμούπολης Νομού Κυκλάδων, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1 και με αριθμό πρωτ. 1696/17-4-2018 πράξη της ίδιας υπηρεσίας, γ) τον πίνακα εκκαθάρισης υποχρέωσης αποζημίωσης, δικαστικών εξόδων και δικηγορικής αμοιβής, με δικαιούχους τους ήδη αναιρεσείοντες και με υπόχρεους αα) το Δήμο Κύθνου και ββ) το Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ, δ) την υπ' αριθμ. 11/2020 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Κύθνου, με την οποία εγκρίθηκε ο ως άνω πίνακας εκκαθάρισης και ε) τα υπ' αριθμ. 20554, 20553, 20589, 20590 και 20657 γραμμάτια παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνομολογούν τα παραπάνω, ισχυρίζονται ότι με τις προαναφερθείσες υπ' αριθμ. 1.227 και 1.228/26-2-2021 συμβολαιογραφικές πράξεις "εμφάνισης και δήλωσης", δεν αποδέχτηκαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το ύψος της οφειλόμενης σ' αυτούς αποζημίωσης, όπως αβάσιμα (κατ' αυτούς) υποστηρίζει η δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά παραιτήθηκαν εν μέρει και δη ως προς τα 884,11 τ.μ.

της ιδιοκτησίας τους, για τα οποία υπόχρεοι προς αποζημίωσή τους ήταν οι υπό στοιχεία 3 έως 13 ιδιοκτήτες παρόδιων ιδιοκτησιών. Από το περιεχόμενο, όμως των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων και δη από τη ρητή δήλωση των αναιρεσειόντων α) στο 4ο φύλλο, εμπρόσθια όψη της 1227 πράξεως και στο 3ο φύλλο, οπίσθια όψη της 1228 πράξεως, ότι "...περιορίζουμε την αξίωσή μας για αποζημίωση της ιδιοκτησίας μας με την καθορισθείσα τιμή μονάδος των 260 € ανά τ.μ., και ειδικότερα, ότι παραιτούμεθα πλήρως και ολοσχεοώς από το δικαίωμά μας για αποζημίωση των απαλλοτριούμενων 884,11 τετραγωνικών μέτρων της ιδιοκτησίας μας, που βαρύνουν τους παρόδιους ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών με κωδικούς αριθμούς 3 έως 13, καθώς και ότι δεν πρόκειται να στραφούμε κατ' αυτών προς αναζήτηση της σχετικής αποζημίωσης..." και β) στο 4ο φύλλο, οπίσθια όψη της 1227 πράξεως και στο 4ο φύλλο, εμπρόσθια όψη της 1228 πράξεως, ότι "...Η παραίτησή μας, όσον αφορά τόσο στην τιμή μονάδος του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου μας όσο και στο δικαίωμά μας για αποζημίωση από τους παρόδιους ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών 3 έως 13, γίνεται υπό την αίρεση της πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως της υποχρεώσεως αποζημιώσεως μας από το Δήμο Κύθνου και το ΤΑΙΠΕΔ, όπως αυτή καθορίζεται από τα ανωτέρω αναφερόμενα υπ' αριθ. 1/2018 Πράξη Αναλογισμού Αποζημίωσης, 76/2020 ΤρΕφΑιγ απόφαση και πίνακα εκκαθάρισης αποζημίωσης - δικαστικών εξόδων - δικηγορικής αμοιβής, ήτοι την αποζημίωσή μας για, συνολικά 6.599,86 τετραγωνικά μέτρα, εκ της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας μας.

Στην περίπτωση δε της πλήρους εξόφλησης των υποχρεώσεων του Δήμου Κύθνου και του ΤΑΙΠΕΔ, θεωρούμε εαυτούς πλήρως ικανοποιημένους και παραιτούμεθα από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση ...", προκύπτει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι οι αναιρεσείοντες, εφόσον εξοφληθούν πλήρως οι υποχρεώσεις του Δήμου Κύθνου και του ΤΑΙΠΕΔ, όπως αυτές προσδιορίστηκαν με την υπ' αριθ. 1/2018 Πράξη Αναλογισμού Αποζημίωσης, την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 76/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 260 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο) και τον πίνακα εκκαθάρισης αποζημίωσης - δικαστικών εξόδων - δικηγορικής αμοιβής, παραιτούνται από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση, όχι μόνο έναντι των παροδίων ιδιοκτητών των ιδιοκτησιών 3 έως 13, αλλά και έναντι ενιστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης Α.Ε.

με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου", για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης σε ποσό μεγαλύτερο του, καθορισθέντος με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 76/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ποσού των 260 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Από τα παραπάνω, και μετά την αποδειχθείσα ολοσχερή εξόφληση των υποχρεώσεων του Δήμου Κύθνου και του ΤΑΙΠΕΔ (με παρακατάθεση των οφειλομένων ποσών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατ' άρθρο 8 του ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε με την περ.

γ' του άρθρου 31 του ν. 3130/2003, ΦΕΚ Α 76/28.3.2003. που ορίζει ότι "Ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.&Δ.) την αποζημίωση υπέρ δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου"), συνάγεται αποδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, πριν από την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία (αποδοχή) επέφερε, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απώλεια του δικαιώματος ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου κατά της ενισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, με συνέπεια, η μεταγενέστερη κατ' αυτής άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.

Συνεπώς, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, ως προς αυτήν, ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτής, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 13 του ιδρυτικού αυτής (δεύτερης αναιρεσίβλητης) ν. 3986/2011, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

Ως προς τον πρώτο όμως αναιρεσίβλητο Δήμο Κύθνου, ο οποίος είναι δικονομικά απών και, συνεπώς, δεν προέβαλε την, με το παραπάνω περιεχόμενο, ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως -και με δεδομένο ότι η έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων για άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν προκύπτει, στην προκείμενη περίπτωση, από αυτεπάγγελτη εξέταση των διαδικαστικών εγγράφων, αλλά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία αυτή στηρίζεται, αποδεικνύονται μόνο με τα αποδεικτικά στοιχεία που οφείλει να επικαλεσθεί και να προσκομίσει ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., διαδικαστικά έγγραφα που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος - η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και 22 του Ν. 2882/2001), είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου άρθρου, "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου, επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.

Επίσης, δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".

Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του Κ.Πολ.Δ., γίνεται δεκτό ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αιτήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Και τούτο, διότι, κατά τη συζήτηση αυτή, παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (Ολ.Α.Π.14/2011, Α.Π. 882/2021, Α.Π. 76/2012).

Αυτονόητη, όμως, προϋπόθεση έναρξης της συζήτησης, υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο "συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της", αποτελεί, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της συζήτησης αυτής.

Έτσι, δεν αποτελεί, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρώτη συζήτηση, εκείνη που διαγνώστηκε απαράδεκτη από το δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε με απόφασή του, μετά όσα έλαβαν χώρα στο ακροατήριο (ακόμη και μετά από προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών των διαδίκων, εξέταση μαρτύρων κ.λπ.), ότι δεν είναι δυνατό και επιτρεπτό να προχωρήσει σε ουσιαστική έρευνα της διαφοράς και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για οποιονδήποτε λόγο, αναγόμενο στο παραδεκτό της (Α.Π. 337/2021, Α.Π. 1611/1999, πρβλ.

Ολ.Α.Π. 1235/1982). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενοι ότι το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 της ΕΣΔΑ και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, προσδιόρισε την πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λαμβάνοντας ως κρίσιμο χρόνο την 10-5-2019, εκείνον δηλαδή κατά τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση των αιτήσεων, και όχι αυτόν της 13-12-2019, ημεροχρονολογία κατά την οποία συζητήθηκε ενώπιόν του η υπόθεση και ερευνήθηκε αυτή κατ' ουσίαν.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως: "Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων ...

προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο για την εκτίμηση χρόνο, που είναι ο χρόνος συζήτησης της κρινόμενης αίτησης, δηλαδή η 10-5-2019 (πρώτη συζήτηση, κατά την οποία η συζήτηση των αιτήσεων κηρύχθηκε απαράδεκτη), η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, που έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προεκτέθηκαν, ανέρχεται σε ...".

Με την παραδοχή, όμως, ότι, κρίσιμος για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είναι η 10-5-2019 (πρώτη ορισθείσα δικάσιμος επί των αντίθετων αιτήσεων οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, κατά την οποία η συζήτηση αυτών κηρύχθηκε απαράδεκτη) και όχι ο χρόνος της (πρώτης παραδεκτής) συζήτησης αυτών, το ως άνω δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2882/2001, ήτοι του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου και των αμέσως επομένων 19 έως 20.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 17 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ, ορίζει δε ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ..." [όπως ήδη αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη που παρατίθεται ανωτέρω, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως], αντικείμενο της δίκης προσδιορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση, συνολικά λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφελείας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση και κάθε άλλο θέμα, συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη.

Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από την άποψη ότι οι δυσμενείς για τον καθ' ου η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά, στο πλαίσιο της ενιαίας διαδικασίας.

Επομένως, το Εφετείο, στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, είναι αρμόδιο να εξετάσει: α) το προσδιορισμό της αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) την ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, γ) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, δ) την ύπαρξη ή όχι ωφελείας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και ε) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11 και 12 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, προκύπτει ότι, με την κήρυξη της απαλλοτριώσεως γεννάται απευθείας από το νόμο η ενοχή (άρθρο 287 του Α.Κ.) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπερ ου η απαλλοτρίωση και του καθ' ου, δυνάμει της οποίας ο καθ' ου δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη υπέρ ου η απαλλοτρίωση, την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεώς του.

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημιώσεως αυτής, είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδικάσεως της αποζημιώσεως από την ανωτέρω αιτία και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημιώσεως και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.

Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί, με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Για τη νομιμοποίηση του δικαιούχου ως ενάγοντος έναντι του υποχρέου για καταβολή της αποζημιώσεως δεν ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, στο οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή. Ενόψει τούτων και εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημιώσεως, η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα, των οποίων η εκδίκαση γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και, έτσι, σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (Α.Π. 782/2022, Α.Π. 1028/2017, Α.Π. 153/2012).

Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η ως άνω αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, με το κριτήριο της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Α.Π. 782/2022, Α.Π. 178/2017, Α.Π. 153/2012).

Η επιβαλλόμενη, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ενιαία εκδίκαση των ως άνω θεμάτων της απαλλοτριώσεως, προϋποθέτει αναγκαίως ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό και σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες. Και τούτο διότι, το ΕΣΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτού ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.

Έτσι, εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου της αποζημιώσεως καθίσταται υπαρκτό με την τελεσιδικία της αποφάσεως προσδιορισμού της αποζημιώσεως της απαλλοτριώσεως, δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου, στα πλαίσια της ως άνω ενιαίας διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων παραδεκτού αυτού.

Εξ άλλου, η ως άνω ρύθμιση, που καθιστά παραδεκτή την άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η σχετική απαίτηση, δεν δύναται εκ των πραγμάτων να επηρεάσει την ουσία του δικαιώματος αποζημιώσεως, αλλά, αντίθετα, αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού, εναρμονιζόμενη, έτσι, απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων, που υποβάλλουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών, με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς (Α.Π. 782/2022, Α.Π. 153/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο, ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, που σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, οι ακυρότητες από το οποίο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1162/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 1201/2022, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1201/2022, Α.Π. 312/2021, Α.Π. 31/2020, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 267/2020, Α.Π. 595/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 1419/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2019 αυτοτελή αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθούν οι καθ' ων στην καταβολή προς αυτούς της καθορισθησόμενης οριστικής τιμής αποζημιώσεως.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 76/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, προκύπτει ότι το ως άνω δικαστήριο, όσον αφορά το προεκτιθέμενο αίτημα των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Το δεύτερο (καταψηφιστικό) αίτημα της ίδιας αίτησης, δηλαδή η καταδίκη των καθ' ων η αίτηση στην καταβολή της οριστικά καθορισθησόμενης αποζημίωσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και τούτο διότι ...

εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου της αποζημίωσης καθίσταται υπαρκτό με την τελεσιδικία της απόφασης προσδιορισμού της αποζημίωσης της απαλλοτριώσεως, δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω ενιαίας διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων παραδεκτού αυτού και επομένως εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα ...

αιτήματα, των οποίων η εκδίκαση τους γίνεται σε ενιαία διαδικασία και έτσι σωρευόμενο με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η ... ενιαία διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. Σύμφωνα, επομένως, με την προηγούμενη νομική σκέψη το δεύτερο αίτημα της ένδικης αίτησης (το καταψηφιστικό), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο".

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 20 παρ. 1 του ΚΑΑΑ και παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το καταψηφιστικό αίτημά τους να υποχρεωθούν οι καθ' ων η αίτησή τους να τους καταβάλουν την καθορισθησόμενη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του ακινήτου τους και έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 14, αντιστοίχως, του Κ.Πολ.Δ.

Με την προαναφερθείσα όμως κρίση του το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημιώσεως, καθίσταται υπαρκτή, γεννημένη και απαιτητή, μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου, στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων του παραδεκτού αυτής, σωρευόμενη δε με τα ως άνω αιτήματα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ενώ το δικαίωμα αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να ασκηθεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, χωρίς η ρύθμιση αυτή να προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, γιατί αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού και έτσι εναρμονίζεται απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι το δικαστήριο οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ερευνά κάθε σχετικό με την απαλλοτρίωση θέμα, αντιφατικά στη συνέχεια κήρυξε απαράδεκτο το με το προαναφερθέν περιεχόμενο καταψηφιστικό αίτημα της αιτήσεώς τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι το σχετικό αίτημα απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτο, χωρίς να έχουν εκτιμηθεί, ως προς αυτό, πραγματικά περιστατικά και χωρίς να έχει διατυπωθεί αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η προσβαλλομένη απόφαση για ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247), όπως το Δημόσιο και οι ΟΤΑ, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημιώσεως, στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει δε διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού, με τη ρύθμιση αυτή, δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Α.Π. 1260/2023, Α.Π. 664/2022, Α.Π. 57/2021, Α.Π. 1063/2017, πρβλ.

Ολ.Α.Π. 20/2005). Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του ήδη ισχύοντος ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", όπως η περ. (ζ) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 10 β του ν. 4205/2013, που ισχύει και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, σχετικά με τον προσδιορισμό της νόμιμης αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται ότι: (1) "Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ως εξής: i.

Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής, όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, δ) 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ, ε) 0,3% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ, στ) 0,2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ, ζ) 0,1 % όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ, η) 0,05% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.000 ευρώ ...".

Με τη διάταξη δε του άρθρου 68 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίση με την αμοιβή της παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής". Με τις ως άνω διατάξεις, ορίζεται, κατ' αρχήν, ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου, για τη σύνταξη του δικογράφου της κύριας αγωγής, ποσοστό 2%, επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, το ποσοστό, όμως, αυτό ορίζεται μόνο επί του τμήματος του οικονομικού αντικειμένου της δίκης, που δεν υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ, ενώ οι ποσοστιαίοι συντελεστές υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής μειώνονται, κατ' αντίστροφη, προς την αύξηση της αξίας του αντικειμένου της δίκης, αναλογία.

Για το υπερβάλλον αυτού ποσό, η νόμιμη αμοιβή απομειώνεται σταδιακά, κατά τρόπο, που να περιορίζεται μέχρι το 0,05% για το τμήμα της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, που υπερβαίνει τα 25.000.000 ευρώ. Έτσι, με βάση τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής, ήτοι κατά φθίνουσα κλίμακα συντελεστών, το σύνολο αυτής (αμοιβής) εξάγεται από το άθροισμα των επιμέρους ποσών, που αναλογούν σε κάθε, επιμέρους, τμήμα του συνόλου του αντικειμένου της αγωγής (Ολ.Α.Π. 6, 7 και 8/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...τα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων της αποζημίωσης, δέκα πρώτων των καθών - αιτούντες - καθών η ανταίτηση ... (ήδη αναιρεσειόντων), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος:

α) του αιτούντος- καθού η δεύτερη αίτηση Δήμου Κύθνου (ΟΤΑ Α βαθμού), ως υπόχρεου προς καταβολή της αποζημίωσης, που αφορά τα 5.929,96 τ.μ. εδάφους του απαλλοτριωμένου λόγω ρυμοτομίας ακινήτου και β)... Τα δικαστικά έξοδα περιλαμβάνουν α) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήσαν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), β) την αμοιβή του δικηγόρου των αιτούντων για τη σύνταξη της από 18-4-2019 αίτησης και των προτάσεων, καθώς δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας μεταξύ των αιτούντων αυτών και του Δικηγόρου τους περί αμοιβής για την παροχή σχετιζομένων με την διεξαγωγή της προκειμένης δίκης υπηρεσιών του και συνεπώς ισχύουν οι νόμιμες αμοιβές, οι οποίες ανέρχονται α) για τον υπόχρεο σε αποζημίωση "Δήμο Κύθνου ", που είναι πρωτοβάθμιος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης και ως εκ τούτου είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (και ήδη κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 1 περ.

β του ν. 4270/2014), σε ποσοστό 0,375% (δηλαδή 0,5% για τη σύνταξη της από 18-4-2019 αίτησης + 0,25% για τη σύνταξη των προτάσεων = 0,75% Χ 1/2= 0,375%) επί της καθοριζόμενης οριστικά αποζημίωσης ,που αναλογεί σε αυτόν για το ποσό που είναι από 1.500.001 ευρώ και άνω, αλλά δεν υπερβαίνει τα 3.000.000 ευρώ β) ...". Με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 68 παρ. 1 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", καθόσον αφορά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής των ήδη αναιρεσειόντων σε βάρος του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων "Δήμου Κύθνου", την οποία, παρότι δέχτηκε ότι η καθοριζόμενη οριστικά αποζημίωση που του αναλογεί, υπερβαίνει το ποσό που είναι από 1.500.001 ευρώ, αλλά όχι και το ποσό των 3.000.000 ευρώ, όρισε σε ποσοστό 0,375% (δηλαδή 0,5% για τη σύνταξη της από 18-4-2019 αίτησης + 0,25% για τη σύνταξη των προτάσεων = 0,75% Χ 1/2= 0,375%), εφαρμόζοντας, για το σύνολο της καθοριζόμενης σε βάρος του οριστικής αποζημίωσης, το αναφερόμενο στο άρθρο 63 παρ. 1 περ.

δ' του ν. 4194/2013 μικρότερο ποσοστό (0,5%), ενώ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, έπρεπε να υπολογίσει το ελάχιστο όριο της αμοιβής κατά τη φθίνουσα κλίμακα συντελεστών, να εξάγει δε το σύνολο αυτής από το άθροισμα των επιμέρους ποσών που αναλογούν σε κάθε, επιμέρους, τμήμα του συνόλου του αντικειμένου της αιτήσεως.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο καθόρισε τη δικηγορική αμοιβή με βάση ενιαίο συντελεστή επί του συνόλου της αξίας του αντικειμένου της δίκης, χωρίς περαιτέρω ποσοστιαίες διακρίσεις, αντί να υπολογίσει αυτήν με βάση τη φθίνουσα κλίμακα συντελεστών, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 9 Κ.Πολ.Δ., 63 παρ. 1 και 68 παρ. 1 του ν. 4194/2013, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, καθόσον αφορά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων "Δήμο Κύθνου".

Το Εφετείο, όμως, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταδίκασε τον αναιρεσίβλητο "Δήμο Κύθνου", που συνιστά φορέα, υπαγόμενο στη Γενική Κυβέρνηση, στα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων της αποζημίωσης, καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, ορθά, κατά τα προαναφερθέντα, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, το περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ., ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 (περί πλήρους αποζημίωσης), 4 παρ. 1 (περί ίσης μεταχείρισης των πολιτών), 22 παρ. 1 (περί ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία) του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (περί δίκαιης δίκης), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή, καθόσον αφορά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων "Δήμο Κύθνου", α) του πρώτου λόγου της αναιρέσεως (παρέλκουσας της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής, από τους αριθμούς 1 και 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέτασή του) και β) του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων "Δήμο Κύθνου", να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου "Δήμου Κύθνου", που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, μειωμένα, όμως, κατ` άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5/11-2-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 76/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου".

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ως άνω δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 76/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο "Δήμο Κύθνου".

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο "Δήμο Κύθνου", για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. ΚΑΙ

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο "Δήμο Κύθνου" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία,

καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου,

ο β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ