Supreme Court allows appeal against arbitration award for exceeding authority on 258 items via presumption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance court's decision to dismiss an annulment action. The appellant argued that the arbitration tribunal exceeded its authority by ruling on 258 items based on a presumption rather than full evidence, violating Article 897(4) of the Code of Civil Procedure. The court agreed that the lower court erred in applying substantive law and failed to recognize this procedural violation, thereby overturning the dismissal of the specific grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 897(4) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An arbitration tribunal exceeds its authority when it decides on matters without forming a full judicial conviction based on evidence, relying instead on presumptions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1061 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1061/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χατζηιωάννου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Κωνσταντίνο Κλεισούρα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε" (ήδη μετονομασθείσα σε "...") και το διακριτικό τίτλο "..." (ήδη ... Α.Ε), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Κωνσταντίνο Κλεισούρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6020/2011 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/2/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1807/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του λόγους και απέρριψε τον δεύτερο κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, τον τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του και συνολικά τους πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αυτής ως άνω αίτησης αναίρεσης, ενώ επιφυλάχθηκε να κρίνει μετά την έκδοση απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος του και τον τέταρτο των λόγων της ίδιας αίτησης αναίρεσης. Στην συνέχεια εκδόθηκε η 14/2015 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος λόγους της αίτησης και ανέπεμψε την υπόθεση στο Α1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 5/12/2014 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης, ανέγνωσε την από 15/11/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του και ο τέταρτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-2-2012 αίτηση, η αναιρεσείουσα ζήτησε την αναίρεση της, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, 6020/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 4-2-2010 αγωγή της για ακύρωση της ICC14458/AVH/2009 διαιτητικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου.
Επί της αιτήσεως, εκδόθηκε η 1807/2014 απόφαση του Τμήματος αυτού με την οποία παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, επιφυλάχθηκε το Τμήμα να κρίνει επί των τρίτου, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτου, λόγων αυτής, μετά την έκδοση της απόφασης από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου επί των παραπεμφθέντων λόγων και απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι της αίτησης.
Ήδη, αφού εκδόθηκε η 14/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω παραπεμφθέντες σ' αυτήν λόγοι της αναίρεσης, παραδεκτά και νόμιμα φέρονται για συζήτηση, με την από 16-6-2016 κλήση της αναιρεσείουσας, οι ανωτέρω λόγοι επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί το Δικαστήριο. Η κλήση της αναιρεσείουσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 6-3-2017, όπως προκύπτει από την .../11-1-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π.
Κ.. Επομένως, αφού η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, για την οποία είχε αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης από το πινάκιο, και δεν απαιτούνταν νέα κλήτευσή της, αφού η αναγραφή, μετά την αναβολή, της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας μετά την αναβολή δικασίμου, αποτελεί κλήτευση για όλους τους διαδίκους (άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη παρούσα.
Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους.
Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες, στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατά το άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.
β' ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακύρωσης κατά το άρθρο 897 επ.
ΚΠολΔ (ΑΠ 366/2016). Σύμφωνα με το άρθρο 897 παρ. 1 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει με δικαστική απόφαση για τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1212/2014, ΑΠ 221/2004, ΑΠ 1223/2003).
Κατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει όταν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892 του ιδίου Κώδικα. Η πρώτη απ' αυτές (άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορίζει ότι "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις προκειμένου να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους".
Με τη διάταξη αυτή, που εναρμονίζεται με τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας, επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών.
Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η δεύτερη αρχή, που θεμελιώνεται και στο άρθρο 20 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", κατοχυρώνεται, δε, με αυτήν ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα, για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του, η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του, το οποίο καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας, επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου, δε, να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν, όπως, επίσης, να λάβουν υπόψη τους το αποδεικτικό υλικό που συνεισέφερε στη δίκη ο αντίδικός τους και να εκφράσουν την αξιολόγησή του.
Συνεπώς, αν δεν τηρήθηκαν οι αρχές αυτές από το διαιτητή κατά τη διαιτητική διαδικασία, δημιουργείται λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1779/1999). Αντίστοιχα και ο Κανονισμός Διαιτησίας του ΔΕΕ (ICC) ορίζει στο άρθρο 15 παρ. 2, ότι, σε όλες τις περιπτώσεις, το διαιτητικό δικαστήριο οφείλει να ενεργεί δίκαια και αμερόληπτα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι το κάθε μέρος έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεσή του, ενώ για τη διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης προνοούν στο πλαίσιο του ίδιου Διεθνούς Κανονισμού και οι διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 και 3 και 22 παρ. 1, σύμφωνα με τις οποίες τα μέρη δικαιούνται να παρευρίσκονται στη συζήτηση της υπόθεσης και καλούνται πριν από εύλογη προθεσμία από το διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο κηρύσσει τη διαδικασία περαιωμένη, εφόσον κρίνει ότι δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να υποστηρίξουν εύλογα την υπόθεσή τους, οπότε και δεν είναι πλέον δεκτή η υποβολή εγγράφων ή η προβολή ισχυρισμών ή αποδεικτικών στοιχείων, εκτός αν ζητηθεί ή επιτραπεί από το διαιτητικό δικαστήριο.
Εξάλλου, η ανεξαρτησία του διαιτητή που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διιστάμενους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί απ' αυτόν.
Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό. Θεσπίζεται, δηλαδή, ως λόγος εξαίρεσής του, η προηγούμενη ενασχόλησή του με την ίδια υπόθεση υπό την ιδιότητα του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα ή του συμβούλου.
Απόρροια της ανεξαρτησίας του αυτής απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, διότι δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη απ' αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς.
Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας.
Συνεπώς, παραβίαση των ως άνω αρχών της ισότητας και της εκατέρωθεν ακρόασης, αποτελεί και η από το διαιτητή χρήση, κατά την κρίση της διαφοράς από αυτόν, των γνώσεων που απέκτησε, όχι από την αποδεικτική διαδικασία, αλλά ιδιωτικώς, καθόσον ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή και καθιστά την απόφαση του ακυρωτέα κατά τα άρθρα 886 παρ. 2 και 897 παρ. 5 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1009/2002).
Η περίπτωση, όμως, αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη στην οποία ο διαιτητής, κατά τις ανέλεγκτες επί της ουσίας από το Εφετείο παραδοχές της απόφασής του, που επίσης επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι ίδιοι οι διάδικοι, πραγματικά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, περιστατικά, τα οποία αυτοί δεν επικαλέστηκαν ρητά.
Πράγματι, σ' αυτή την περίπτωση, ο διαιτητής έρχεται σε επαφή με το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων για πρώτη φορά υπό την δικαιοδοτική του ιδιότητα, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό ή για χρησιμοποίηση των ιδιωτικών του γνώσεων κατά την κρίση της διαφοράς ή πραγματικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος.
Στην ίδια περίπτωση, ο διαιτητής παραβαίνει μόνο την, από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, αρχή που κρατεί στην πολιτική δίκη για μη αυτεπάγγελτη ενέργεια. Η ενέργεια αυτή, στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου έχει αναχθεί από το νομοθέτη μόνο σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων.
Οποιαδήποτε, λοιπόν, ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παράβασης της αρχής του άρθρου 886 αρ. 2 ΚΠολΔ, εισάγει, με πλάγιο τρόπο, τέτοιο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 40/2010). Το διαιτητικό δικαστήριο, όπως προκύπτει από το άρθρο 886 παρ. 1 ΚΠολΔ, έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει αυτεπάγγελτα, κρίσιμα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς και να συλλέξει αυτεπάγγελτα αποδεικτικό υλικό.
Όμως, για να μη παραβεί τις προαναφερόμενες αρχές της ισότητας και ακρόασης των διαδίκων, με τις οποίες επιβάλλεται η κλήση του διαδίκου στη συζήτηση, αλλά και στην αποδεικτική διαδικασία, έχει υποχρέωση να δώσει σε όλους τους διαδίκους τη δυνατότητα της εκτίμησης και αξιολόγησης του υλικού αυτού που αυτεπάγγελτα συνέλεξε, ώστε να εκφράσουν τις απόψεις τους επ' αυτού, να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους και να το αντικρούσουν.
Περίπτωση παράβασης της ως άνω διάταξης του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ειδικότερα της απαγόρευσης χρήσης από το διαιτητή των δικών του γνώσεων για το σχηματισμό του πορίσματός του, δεν αποτελεί η αυτεπάγγελτη από αυτόν λήψη υπόψη πασίδηλων γεγονότων. Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι πασίδηλο, ή κατά την ταυτόσημη έκφραση "παγκοίνως γνωστό", είναι το πραγματικό γεγονός, που είναι πασίγνωστο σε τέτοιο βαθμό στο κοινό, άρα και τους Δικαστές, ώστε να μη γεννιέται εύλογη αμφιβολία για την αλήθειά του (ΑΠ 319/2019, ΑΠ 196/2010).
Για το λόγο αυτό και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προταθεί στη δίκη από κάποιο διάδικο (ΑΠ 1429/2005), δεν διατάσσεται, δε, για την αλήθεια τούτου απόδειξη. Τα πασίγνωστα αυτά γεγονότα μπορεί να είναι γνωστά παγκοσμίως (παγκόσμια πασίδηλα) ή σε ορισμένη χώρα (εθνικά πασίδηλα) ή σε ορισμένο τόπο (τοπικά πασίδηλα).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εάν κάποιο γεγονός είναι πασίδηλο, είναι αξιολογική (νομική), αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας του γεγονότος στην έννοια του "πασίδηλου" και συνεπώς υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Αντίθετα, το πραγματικό περιστατικό που αποτελεί το περιεχόμενο του πασίδηλου γεγονότος, συνδέεται με την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν εμπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες (ΑΠ 1/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση, εκτός των άλλων, ότι, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 886 παρ. 2, ΚΠολΔ, καθόσον, ενώ το διαιτητικό δικαστήριο χρησιμοποίησε ιδιωτικές γνώσεις των μελών του για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με την τιμή του χάλυβα και συγκεκριμένα, στηρίχθηκε στα στοιχεία ιστοσελίδας "Ένωση για την τεχνολογία σιδήρου και χάλυβα", χωρίς το αποδεικτικό τούτο μέσο να προσκομιστεί από τους διαδίκους και χωρίς να πρόκειται για πασίδηλο γεγονός, έκρινε ότι δεν παραβιάστηκαν με τον τρόπο αυτό οι αρχές της ισότητας και ακρόασης των διαδίκων, συνεπεία δε αυτού του σφάλματος, απέρριψε τον δεύτερο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης με την αγωγή της διαιτητικής απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν, ως προς τη βασιμότητα του εδώ ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα: Με την από 19-11-2003 σύμβαση έργου, η αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον κλάδο διύλισης και εμπορίας πετρελαίου και πετρελαιοειδών, ανέθεσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, που είναι κατασκευαστική επιχείρηση, την εκτέλεση κατασκευαστικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών που αφορούσαν το πρόγραμμα επέκτασης του διυλιστηρίου της στους ....
Η ανάθεση έγινε ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό και στη συνέχεια με απευθείας διαπραγμάτευση. Μετά την ολοκλήρωση του αναληφθέντος έργου, η ανάδοχος ζήτησε την καταβολή πρόσθετου ανταλλάγματος ποσού 12.750.598,46 ευρώ, επικαλούμενη πρόσθετες αμοιβές λόγω της, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, μεταβολής των στοιχείων, της σύνθεσης, και των προδιαγραφών του ανατεθέντος έργου, και των εξ αυτής συνεπειών, σε καθυστερήσεις, πρόσληψη και αμοιβές εξειδικευμένου προσωπικού, περισσότερου χρόνου απασχόλησης και απρόοπτης μεταβολής των τιμών των υλικών, ιδίως πετρελαίου και χάλυβα.
Λόγω της άρνησης της αναιρεσείουσας στην απαίτηση αυτή, δημιουργήθηκε διαφορά και η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε, μαζί με την τρίτη αναιρεσίβλητη, ως υπεργολάβο στο ανατεθέν έργο, την από 4-7-2006 αγωγή τους, ενώπιον του προβλεπόμενου, με το άρθρο 26 της έγγραφης συμφωνίας των συμβληθέντων, Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου ως διαιτητικού δικαστηρίου, για την επίλυσή της.
Μετά την άσκηση της ως άνω διαιτητικής αγωγής, το διαιτητικό δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους A. R., Πρόεδρο, Μ. Σ. και Ι. Β., Μέλη, εξέδωσε την από 9-12-2009 απόφασή του, με την οποία, απορρίφθηκε η εν τω μεταξύ ασκηθείσα ανταγωγή της αναιρεσείουσας, ενώ έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, επιδικάζοντας υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης το ποσό των 5.704.864,75 ευρώ.
Ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, η αγωγή της απορρίφθηκε αφού το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί, καθόσον αυτή δεν είχε προσυπογράψει τη συμφωνία περί της διαιτησίας. Κατά της ως άνω διαιτητικής απόφασης, η αναιρεσείουσα (εναγομένη) άσκησε την από 4-2-2010 αγωγή ακύρωσης αυτής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Με το δεύτερο λόγο της αγωγής, η αναιρεσείουσα προέβαλε ως λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, εκτός των άλλων, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ, το διαιτητικό δικαστήριο, προκειμένου να επιμετρήσει την αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης που είχε βάση την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών και ειδικότερα τη μεταβολή της τιμής του χάλυβα, στηρίχθηκε σε στοιχείο ιστοσελίδας της "Ένωση για την τεχνολογία σιδήρου και χάλυβα", επικαλούμενο ότι αποτελεί πασίδηλο, κατά την έννοια του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, γεγονός, μολονότι, αφενός μεν δεν επρόκειτο περί πασίδηλου γεγονότος, καθόσον τα στοιχεία της ιστοσελίδας αποτελούν εξειδικευμένα οικονομικά στοιχεία που βρίσκονται διαθέσιμα σε ιστοσελίδα εδρεύοντος στην Αμερική Οργανισμού και δεν είναι κοινώς γνωστά, αφετέρου το ληφθέν υπόψη για την απόδειξη αποδεικτικό στοιχείο, δεν προσκόμισε κάποιος από τους διαδίκους, ούτε τέθηκε υπόψη της αναιρεσείουσας ώστε να εκφέρει τη γνώμη της επ' αυτού, και συνεπώς, δεν είχε εξουσία να λάβει τούτο αυτεπαγγέλτως υπόψη, και κατά παράβαση του άρθρου 897 παρ. 5 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη του πράγματα που γνώριζαν τα μέλη του Δικαστηρίου από δική τους γνώση.
Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τον ως άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Με το δεύτερο λόγο της αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο ενήργησε κατά τρόπο που υπερέβη την εξουσία που του παρέχει ο νόμος και επιπλέον παραβίασε την αρχή της ισότητας των διαδίκων διότι, προκειμένου να προσδιορίσει την αξίωση της αντιδίκου της για πρόσθετη αμοιβή, λόγω της απρόοπτης μεταβολής της τιμής του χάλυβα, στηρίχθηκε σε ιδιωτικές γνώσεις των μελών του, όταν έλαβε υπόψη του τα στοιχεία της ιστοσελίδας "Ένωσης για την τεχνολογία σιδήρου και χάλυβα", στοιχείο που δεν είχε προσκομιστεί ως αποδεικτικό μέσον.
Από την επισκόπηση της απόφασης (παρ. 451) αποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του επί του παραπάνω θέματος, έλαβε υπόψη του - εκτός από την έκθεση του πραγματογνώμονα και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία - και την ιστοσελίδα "...", παραπέμποντας στο αρθ. 336 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι πραγματικά γεγονότα, τα οποία είναι τόσο πασίγνωστα ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αληθινά, λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη".
Συνεπώς το γεγονός ότι το Δικαστήριο ενημερώθηκε αυτεπαγγέλτως, προς επιβεβαίωση των αποδεικτικών στοιχείων που ήδη διέθετε, για γεγονός το οποίο σχετίζεται με τις συνθήκες της αγοράς και ειδικότερα για την τιμή του χάλυβα, που ήταν δεδομένη, δεν μπορεί να θεμελιώσει το λόγο αυτό της ακύρωσης, αφού δεν χρησιμοποίησε τις ιδιωτικές του γνώσεις και συνεπώς ούτε την εξουσία που του παρέχει ο νόμος υπερέβη, ούτε την αρχή της ισότητας των διαδίκων παραβίασε".
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 αρ. 5 και 886 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, για το σχηματισμό του πορίσματός του σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της μεταβολής της τιμής του χάλυβα, μολονότι δέχεται ότι το διαιτητικό δικαστήριο συνέλεξε αυτεπάγγελτα αποδεικτικό υλικό, προσφεύγοντας στην ιστοσελίδα "...", που δεν είχε προσκομιστεί από τους διαδίκους, παρά ταύτα, χωρίς παραδοχή ότι το αποδεικτικό τούτο στοιχείο τέθηκε υπόψη των διαδίκων, ειδικότερα δε της αναιρεσείουσας, για την άσκηση των άνω δικαιωμάτων τους, και συνεπώς, χρησιμοποίησε τις ιδιωτικές του γνώσεις στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, δέχθηκε ότι αυτό δεν συνιστά παραβίαση των άνω διατάξεων.
Η αναφορά ότι με την προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, το πραγματικό γεγονός της τιμής του χάλυβα αποτελεί "πασίδηλο γεγονός" κατά την έννοια του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν καλύπτει το σφάλμα της παραβίασης των θεσπισμένων από τις άνω διατάξεις και αναφερόμενων ανωτέρω θεμελιωδών αρχών, καθόσον εσφαλμένα θεώρησε ότι πρόκειται πράγματι για "πασίδηλο γεγονός", αφού η τιμή του χάλυβα δεν αποτελεί γεγονός πασίγνωστο στο κοινό ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την αλήθειά του.
Και αν ακόμη μπορούσε, συντρεχουσών κάποιων προϋποθέσεων, να θεωρηθεί πασίδηλο γεγονός η άνοδος ή η πτώση της τιμής του χάλυβα, σε συγκεκριμένο χρόνο, η ειδικότερη διαμόρφωση της διακύμανσης της εμπορικής του αξίας σε συγκεκριμένες τιμές, δεν αποτελεί γεγονός πασίδηλο, ούτε γνωστό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε όλους, ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από το διαιτητικό δικαστήριο, χωρίς αποδείξεις, μολονότι, όπως, από τα παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (ακυρωτική αγωγή, προτάσεις της αναιρεσείουσας), προκύπτει, η αναιρεσείουσα ρητά είχε αρνηθεί ότι το περιστατικό συνιστά πασίδηλο γεγονός και δεν είχε συνομολογήσει τούτο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητες.
Περαιτέρω, την ως άνω κρίση, δεν αναιρεί το γεγονός ότι το διαιτητικό δικαστήριο, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις εκ του ανωτέρω στοιχείου ιδιωτικές γνώσεις του για το ζήτημα αυτό, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής ο αναιρετικός λόγος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητες. Πράγματι, εάν το πολιτικό δικαστήριο λάβει υπόψη του παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, υποπίπτει στην παράβαση του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 11 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκομίστηκαν και επικουρικά σ' εκείνο που παρά το νόμο έλαβε υπόψη του (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 968/2007, ΑΠ 2206/2007), καθόσον στην περίπτωση αυτή το αποδεικτικό πόρισμα θα ήταν όμοιο και χωρίς το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη μολονότι δεν είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει τούτο οι διάδικοι.
Ο λόγος αυτός που προβλέπεται ρητά ως λόγος αναίρεσης της δικαστικής απόφασης,, δεν έχει αναχθεί και σε λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, η παραβίαση συνδέεται με την παραβίαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων και την κατάλυση θεμελιώδους δικαιώματος του διαδίκου, λόγω της κρίσης του διαιτητικού δικαστηρίου με τις δικές του γνώσεις, ήτοι του προστατευόμενου από το Σύνταγμα ατομικού δικαιώματος της ακρόασης, το οποίο θεμελιώνεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 886 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, με το να αποφανθεί αντίθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε απ' ευθείας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 αρ. 5 και 886 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ο σχετικός, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, είναι βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενέργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος (αρ. 4), καθώς, επίσης, και αν είναι αντίθετη με διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη (αρ. 6).
Υπέρβαση εξουσίας, υπάρχει κυρίως όταν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, οπότε η απόφασή τους είναι ανύπαρκτη, καθώς και όταν αντλούν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία και υπερβαίνουν τα όρια αυτής, επεκτείνοντας τη συμφωνία σε επίλυση διαφορών που με το συνυποσχετικό δεν είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, οπότε η απόφασή τους είναι ακυρώσιμη (ΑΠ 272/2016, ΑΠ 1953/2013, ΑΠ 1146/2008, ΑΠ 536/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 886 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι, μπορούν με τη συμφωνία για διαιτησία να προσδιορίσουν, εκτός των άλλων, και τη διαιτητική διαδικασία. Έκφανση αυτού του δικαιώματος αποτελεί και η δυνατότητα να καθορίσουν και τη διαδικασία εν γένει της απόδειξης των κρίσιμων για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία θα μορφώσει τη γνώμη του ο διαιτητής και συγκεκριμένα τον τρόπο, τα μέσα και τη μορφή της, τον απαιτούμενο βαθμό της δικανικής πεποίθησης ως προς την αλήθεια του αποδεικτέου, ήτοι αν θα απαιτείται πλήρης απόδειξη ή πιθανολόγηση και αν η ακολουθητέα αποδεικτική διαδικασία θα είναι αυστηρή, ελεύθερη ή εν μέρει ελεύθερη.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δικονομική συμφωνία των διαδίκων ως προς τον τρόπο απόδειξης, δεσμεύει τον διαιτητή. Αν δεν ορίζεται τέτοια επιλογή στη συμφωνία της διαιτησίας, οι διαιτητές, έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν, κατά την ελεύθερη κρίση τους, τη διαδικασία της διαιτησίας, ειδικότερα δε και τον τρόπο απόκτησης του αποδεικτικού υλικού και να μη δεσμεύονται από τους αποδεικτικούς κανόνες της πολιτικής δικονομίας.
Σχετικά με το βαθμό σχηματισμού δικανικής πεποίθησης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 336 παρ. 3, 338, 340 και 347 ΚΠολΔ, ο νόμος αξιώνει, κατά κανόνα, πλήρη απόδειξη, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικού ισχυρισμού.
Έτσι, αν με τη συμφωνία της διαιτησίας δεν προβλέπεται άλλος βαθμός δικανικής πεποίθησης, κατ' εξαίρεση αυτού που ορίζεται από το νόμο, οι διαιτητές πρέπει να αποφασίσουν με πλήρη απόδειξη. Ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις που αρκεί άλλος βαθμός δικανικής πεποίθησης (άρθρο 347 ΚΠολΔ) ή πότε θα υπάρχει εξαίρεση από την υιοθετούμενη αυστηρή απόδειξη που διεξάγεται με συγκεκριμένη διαδικασία, συγκεκριμένους τύπους και αποδεικτικά μέσα και θα εφαρμόζεται η ελεύθερη ή εν μέρει ελεύθερη απόδειξη.
Από καμία, όμως, διάταξη δεν παρέχεται στους διαιτητές η εξουσία να ορίσουν και να αποφασίσουν με μειωμένο βαθμό γνώσης, όπως με πιθανολόγηση, για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων. Αν παρά ταύτα αποφασίσουν με πιθανολόγηση, χωρίς να τους παρέχεται τέτοια εξουσία από τη συμφωνία της διαιτησίας ή το νόμο, η απόφασή τους υπόκειται σε ακύρωση, καθόσον υπερέβησαν την εξουσία που τους παρέχει ο νόμος και η συμφωνία της διαιτησίας.
Με τον τέταρτο λόγο της αγωγής ακύρωσης, η αναιρεσείουσα προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, για το ότι το διαιτητικό δικαστήριο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την με αριθμό 10 αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς πλήρη απόδειξη, αλλά, παρά το νόμο, αυθαίρετα με απλή εικασία - καθ' υπόθεση.
Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της, διατείνεται ότι, το διαιτητικό δικαστήριο, για να κρίνει τη βασιμότητα της αξίωσης αυτής, που αφορά καταβολή αμοιβής για υπερσυμβατικές και εξωσυμβατικές εργασίες, επί 264 αμφισβητούμενων στοιχείων, δέχθηκε ως προς τα εξ αυτών 258 υποκονδύλια τη βασιμότητά τους χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, αλλά με την εφαρμογή στατιστικής μεθόδου, συνισταμένης στο ότι, αφού τα πλήρως εξετασθέντα υποκονδύλια αποδείχθηκε ότι ήταν βάσιμα, σε σχέση με τα ποσά που αξιώνονταν με την αγωγή γι' αυτά, σε ποσοστό 42,2%, κατά το ποσοστό τούτο θεωρούνται βάσιμα και τα ως άνω μη εξετασθέντα.
Ισχυρίζεται, δε, ότι αυτή τη μέθοδο είχε εφαρμόσει και ο ορισθείς από το διαιτητικό δικαστήριο πραγματογνώμων με τις υποβληθείσες εκθέσεις του, ο οποίος είχε εξετάσει, από τα 264 υποκονδύλια που συνέθεταν την με αρ. 10 αγωγική αξίωση, μόνο τα έξι, με τη σύμφωνη γνώμη του διαιτητικού δικαστηρίου και με αιτιολογία ότι θα ήταν τελείως ασύμφορο να ελεγχθούν λεπτομερώς, εξεταζόμενα μεμονωμένα, όλα τα υποκονδύλια της αξίωσης αυτής, ορισμένα μάλιστα των οποίων είναι μάλλον περιορισμένης οικονομικής αξίας, εφαρμόζοντας τη στατιστική μέθοδο και θεωρώντας ότι το ένα από τα έξι λεπτομερώς εξετασθέντα υποκονδύλια είναι βάσιμο κατά ποσοστό 11%, πλην, όμως, μη κρίνοντας τούτο αντιπροσωπευτικό, στηρίχθηκε μόνο στα υπόλοιπα πέντε υποκονδύλια, τα οποία διαπίστωσε ότι ήταν βάσιμα κατά ποσοστό 42,2%, συνάγοντας το συμπέρασμα ότι και τα λοιπά, μη εξετασθέντα υποκονδύλια θα έπρεπε να θεωρηθούν βάσιμα κατά το τελευταίο ποσοστό.
Έτσι, το διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν την ως άνω αξίωση με αρ. 10 της αγωγής και επιδίκασε στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό 492.567,10 ευρώ. Με βάση δε τα ανωτέρω, ισχυριζόμενη ότι το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε τη σχετική αξίωση χωρίς αποδείξεις, αφού η κρίση του στηρίχθηκε σε υπόθεση και ούτε καν σε πιθανολόγηση, μολονότι δεν προβλεπόταν από τη διαιτητική σύμβαση περιορισμένου μέτρου απόδειξη, και επιπλέον ενώ ίσχυε η αρχή της πλήρους απόδειξης με βάση την προβλεπόμενη, με σχετική διαιτητική ρήτρα, εφαρμογή της Διαιτητικής Διαδικασίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, ζήτησε την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης αποδίδοντας στο διαιτητικό δικαστήριο ότι με αυτό τον τρόπο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 897 παρ. 4 και 6 ΚΠολΔ, και ειδικότερα υπερέβη την εξουσία του κρίνοντας με μειωμένο μέτρο απόδειξης, παραβιάζοντας το δικαίωμα των διαδίκων να προσκομίσουν αποδείξεις και το δικαίωμα ακρόασης αυτών, καθώς και παραβιάζοντας κατάφωρα κανόνες δημόσιας τάξης/αναγκαστικού δικαίου της παροχής έννομης προστασίας και δίκαιης δίκης, το οποίο εκδηλώνεται με το άρθρο 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, δεχόμενη τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση της απόφασης (παραγ. 462 έως 482) είναι πρόδηλο ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του βασίσθηκε σε συγκεκριμένα στοιχεία που συνήγαγε από την έκθεση του πραγματογνώμονα, τη μέθοδο του οποίου αποδέχθηκε.
Ειδικότερα ο πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του χαρακτηριστικά στοιχεία, που ασκούσαν σημαντική επίδραση στο αμφισβητούμενο ποσόν, προκειμένου να προσδιορίσει την αξίωση της ενάγουσας. Επεσήμανε παράλληλα ότι θα ήταν ασύμφορο να ελεγχθούν λεπτομερώς και μεμονωμένα και τα λοιπά 258 υποκονδύλια, ορισμένα από τα οποία ήταν περιορισμένης οικονομικής αξίας, αφού μπορούσαν να αξιολογηθούν με την ίδια μέθοδο (ταξινόμηση των επιλεγμένων στοιχείων σε ομάδες, σταθμισμένη παρέκταση).
Άλλωστε επισημαίνεται ότι με την πρώτη έκθεση είχε ενεργήσει επιλέγοντας αρκετά αντιπροσωπευτικά αμφισβητούμενα στοιχεία. Έλαβε μάλιστα την εντολή από το Δικαστήριο (με την υπ' αριθμ …31-10-2008 διαδικαστική διαταγή) να συνεχίσει να εφαρμόζει τη μέθοδο που εξηγούσε στην υπ' αριθμ … έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης σχετικά με την παραπάνω αξίωση της ενάγουσας, έλαβε υπόψη του συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, που μνημονεύονται εκτενώς, στηριζόμενο στη μέθοδο που εφάρμοσε ο πραγματογνώμονας για την ποσοτικοποίηση της αξίωσης της ενάγουσας, ο προσδιορισμός δε του παραπάνω ποσοστού (42,2%), δεν έγινε αυθαίρετα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, αλλά προσδιορίσθηκε με βάση συγκεκριμένα στοιχεία, που εφαρμόστηκαν τόσο για τα πέντε υποκονδύλια, όσο και για τα λοιπά.
Αν δε το Δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαιτητικής απόφασης". Με τις προκύπτουσες, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ανωτέρω παραδοχές του,, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 897 αρ. 4 ΚΠολΔ.
Τούτο διότι: Ενώ δεν υπάρχει παραδοχή ότι οι διάδικοι, με τη διαιτητική σύμβαση είχαν συμφωνήσει ως προς το μέτρο της απόδειξης της εκτέλεσης της μεταξύ τους καταρτισθείσας ως άνω σύμβασης διαιτησίας, παράκαμψη της αρχής της πλήρους απόδειξης και δυνατότητα του διαιτητικού δικαστηρίου να κρίνει με μειωμένο βαθμό δικανικής πεποίθησης τη βασιμότητα των εκ της σύμβασης αξιώσεων ή χωρίς την εξέταση κάθε επιμέρους τμήματος του έργου, αλλά με μέθοδο αναλογική, ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 338, 339, 340 και 347 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο νόμος επιτρέπει την πιθανολόγηση στη συγκεκριμένη διαφορά, ώστε να μπορεί το διαιτητικό δικαστήριο να σχηματίσει με πιθανότητα την κρίση του για την αλήθεια των αμφισβητούμενων πραγματικών γεγονότων, χρησιμοποίησε για την απόδειξη των κατωτέρω αναφερόμενων στοιχείων της αξίωσης με αριθμό 10 της αγωγής για καταβολή αμοιβής από τις επίδικες υπερσυμβαικές και εξωσυμβατικές εργασίες, την προεκτεθείσα μέθοδο, χωρίς την τήρηση της πλήρους απόδειξης.
Ειδικότερα, για μεν τα κάτωθι έξι αντικείμενα της αξίωσης με κεφαλίδα "διαφορές στην επιμέτρηση έργων", ήτοι 1) το στοιχείο 1491.031 "αγωγοί σύνδεσης", 2) το στοιχείο 1711.004 "ισχνό σκυρόδεμα", 3) το στοιχείο 1420.001 "εξομάλυνση εδάφους", 4) τη "νέα τιμή 43 σύστημα γείωσης", 5) τη "νέα τιμή 27 διατομές χάλυβα" και 6) τις "επιπλέον εργασίες 367-370 χαλύβδινες δοκοί υποστήριξης των πλαισίων", για τα οποία το διαιτητικό δικαστήριο στήριξε, όπως προκύπτει από την απόφασή του, το αποδεικτικό του πόρισμα σε πλήρη απόδειξη, προκύπτουσα από τις υποβληθείσες από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα εκθέσεις του, στις οποίες παρατίθεται ο ενδελεχής έλεγχος που πραγματοποίησε σ' αυτά και οι διαπιστώσεις που σχημάτισε για τη βασιμότητα και το μέγεθος αυτής, ορθά απορρίφθηκε ο λόγος ακύρωσης, καθόσον είναι αβάσιμος και αντίστοιχα, ως προς το μέρος που αφορά τα υποκονδύλια αυτά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Ως προς τα υπόλοιπα, όμως, 258 υποκονδύλια, κρίνοντας ως ανωτέρω, χωρίς να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, αλλά με εικασία-υπόθεση, το διαιτητικό δικαστήριο υπερέβη την εξουσία που του παρέχει ο νόμος και η διαιτητική σύμβαση ως προς το βαθμό της δικαστικής κρίσης που έπρεπε να σχηματίσει για την αλήθεια ή μη των πραγματικών περιστατικών περί της ουσιαστικής βασιμότητάς τους, κατά παράβαση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 897 αρ. 4 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ότι με την προσβαλλόμενη με την αγωγή ακύρωσης διαιτητική απόφαση, δεν παραβιάστηκε ούτε ως προς τα κονδύλια αυτά η ανωτέρω διάταξη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, είναι βάσιμος, παρέλκει, δε, μετά ταύτα, η έρευνα του ίδιου λόγου κατά το μέρος της θεμελίωσής του στον αρ. 6 του άρθρου 897 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, κατά τους βάσιμους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, όπως ανωτέρω εξειδικεύεται, λόγους αναίρεσης. Ακολούθως, η υπόθεση θα παραπεμφθεί, κατά τα αναιρεθέν μέρος της, προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητες που χάνουν τη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6020/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που εκτίθεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)