Legislator Case Law & Legislation
1061/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the challenged judgment was published after the 2012 law barred further appeals.

Case Number 1061/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the challenged judgment was published after the effective date of the 2012 law prohibiting further appeals. The appellant argued for the admissibility of the appeal, but the court noted that the judgment in question was published on August 26, 2014, well after the relevant statutory provisions came into force. Consequently, the court ruled that the appeal could not be entertained under the specific transitional rules governing such cases.

Legislator headnote

AI generated

Art. 326 para. 3 of Law 4072/2012; Art. 24 para. 1 of the Civil Procedure Code: The appeal is inadmissible if the challenged judgment was published after the entry into force of the law prohibiting further appeals for specific administrative compensation protocols.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal transitional provisions administrative compensation public land use statutory bar Supreme Court review procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1-3 of the Code of Civil Procedure
Art. 24 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 326 para. 3 of Law 4072/2012
Art. 577 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1061 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1061/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από: α) τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας της Π.Ε. …. με έδρα τη …., β) τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …. και γ) τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2014 ανακοπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Β.Ε.Α.Ε.", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, μολονότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τις ….27Β/4-9-2018, …69, ….70/5-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του Δικ.

Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ. η πρώτη και του Δικ.Επιμελητή του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Λειβαδείας Δ. Κ. οι λοιπές). Επομένως πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως να ήταν παρόν και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν.4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 2 του ΑΝ 1540/1938, 19 του ΑΝ 1919/1939, 2 του ΑΝ 1925/1951 και 5 παρ. 4 του ΑΝ 263/1958 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της απόφασης αυτής, ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται.

Μετά την εισαγωγή τουKΠολΔ, καθύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε' και στ' , 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 Eιδ.NΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 67/2012). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.

Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε γι' αυτήν την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699ΚΠολΔ αλλά υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ), καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠοΛΔ (Ολ ΑΠ 38, 21, 22/2002).

Ήδη, όμως, με το άρθρο 326 παρ. 3 του ν.4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012 (ΦΕΚ Α' 86/11-4-2012 σε συνδυασμό με άρθρο 330παρ.2 του άνω νόμου), αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 του πδ από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων.

Η ανωτέρω διάταξη, εξάλλου, δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλει μεν στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.

Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ/γμα 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρο 6παρ.1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων (ΑΠ 668/2018, ΑΠ 287/2016), ενώ το άρθρο 13 αυτής, που προβλέπει το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή στη δικαιοσύνη, αφήνει στα κράτη να θεσπίσουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους εκείνα τα ένδικα βοηθήματα, ώστε να υπάρχει αποτελεσματική προσφυγή και να μην υπάρχουν παραβιάσεις.

Ο περιορισμός δε αυτός της άσκησης ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων επί αυτών των υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 326 παρ.3 του νόμου 4072/1912, οι εν λόγω υποθέσεις είναι νομικά απλές, με την έννοια ότι η επ' αυτών κρίση αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων, ότι επιτυγχάνεται περιορισμός περιττής επιβάρυνσης των δικαστηρίων, λαμβανομένου υπόψη ότι ζητήματα που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή των κτημάτων επιλύονται μόνο κατά την τακτική διαδικασία, δεν είναι δυσανάλογος και δεν αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 668/2018).

Ομοίως αφού με την άνω διάταξη δεν περιορίζεται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα ή κεκτημένο οικονομικό συμφέρον του ανακόπτοντος καθόσον δεν αποκλείεται γενικώς η δυνατότητα προσφυγής κατά της επιβληθείσας αποζημίωσης, το άνω άρθρο δεν εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 17 του Συντάγματος (προβλ.ΑΠ 478/2006) ούτε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 111 του Συντάγματος κατά την οποία "κάθε διάταξη νόμου ή διοικητικής πράξης με κανονιστικό χαρακτήρα, που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα καταργείται από την έναρξη ισχύος του." Τέλος, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 47 του Θεμελιώδη Χάρτη της ΕΕ που προβλέπει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και πρόσβασης σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο καταλείποντας όμως στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ρυθμίσει τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τα ένδικα βοηθήματα με τα οποία διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης (βλ.14-6/2017 ΔΕΚC 685/2015).

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εν προκειμένω ότι δεν υφίσταται ειδικότερη ρύθμιση, αφού ο άνω νόμος (4072/2012 δεν περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη ή άλλη διάταξη για τις κατά τη δημοσίευση του εκκρεμείς δίκες επί των ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων αυτών καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ' αυτών δίκες (ΑΠ 18/2016, ΑΠ 285/2016).

Κατ' ακολουθία τούτων, κατά των αποφάσεων που έκριναν επί ανακοπής η οποία ασκήθηκε κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης εκδοθέντος σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιου κτήματος, εφόσον δημοσιεύτηκαν μετά την 11.4.2012, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκου μέσου έφεσης ή αναίρεσης (ΑΠ 578/2017, ΑΠ 19/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων, περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 05-2-2018 αίτηση αναίρεσης ζητείται να αναιρεθεί η 17/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, Μεταβατική έδρα Λιβαδειά, με την οποία το δικαστήριο αυτό, απέρριψε την από 17-12-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 97/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 29-10-2014 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά του προσβαλλόμενου πρωτόκολλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας …., κατ' εφαρμογή του άρθρου 326παρ 3 του ν 4072/2012, για παράβαση του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε, στις 26-8-2014, ήτοι μετά την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του νόμου 4072/1912. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης αυτής, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-2-2018 αίτηση αναίρεσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της 17/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ