Legislator Case Law & Legislation
1061/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding partial appeal scope and cost allocation rules.

Case Number 1061/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly adjudicated both direct and indirect claims and incorrectly allocated litigation costs despite rejecting the direct claim. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested portions of the lower judgment did not match the specific claims raised in the appeal, and the cost allocation was legally sound given the partial victory and defeat on the indirect claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 178 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the contested parts of the appealed judgment do not correspond to the claims raised, and cost allocation follows the principle of partial victory and defeat.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility scope of appeal litigation costs allocation partial victory defeat Code of Civil Procedure appeal review judgment scope

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1061 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1061/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ (GENERAL UNION) ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη οριστικώς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο και 2) Η. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2005 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4186/2006 και 2392/2007 μη οριστικές, 2362/2008 εν μέρει οριστική και 3328/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1321/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο Ν. Α. με την από 27-11-2012 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 673/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1983/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 2-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 8-7-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1983/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. 1854 Γ'/24-12-2014 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ν. Α., προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως παριστάμενου πληρεξουσίου δικηγόρου του ως άνω αναιρεσίβλητου, Παναγιώτη Γραμματικόπουλου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 8-7-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1983/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (6-3-2015) και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Η.

Ζ.. Επομένως, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 § 1 και 536 § 2 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει, όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτόδικα και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Η έρευνα αυτή γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκαταστάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ' η αγωγή. Επομένως για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος.

Έτσι σε περίπτωση που πρόκειται για ευθεία αγωγή αποζημιώσεως του ζημιωθέντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλίζουσας αυτό ασφαλιστικής εταιρίας, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύεται επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η κατά της τελευταίας ευθεία αξίωσή του είχε παραγραφεί (λόγω συμπλήρωσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 διετούς παραγραφής) αιτούμενος να καταδικασθεί αυτή, σε περίπτωση απορρίψεως της εναντίον της κυρίας αγωγής, ως παραγεγραμμένης, να καταβάλει στο συνεναχθέντα ασφαλισμένο της το ποσό που θα υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα το Εφετείο, αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίψει, ως παραγεγραμμένη ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία την κύρια αγωγή του ενάγοντος κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της εν λόγω εναγομένης, οφείλει να ερευνήσει, εφόσον πληρώθηκε η αίρεση, υπό την οποία είχε ασκηθεί αυτή, τη μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως σωρευόμενη επικουρικά στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή του ενάγοντος κατ' αυτής, χωρίς να απαιτείται και έφεση του ενάγοντος προς τούτο (ΑΠ 356/2008, ΑΠ 778/2007).

Την εξουσία αυτή έχει το Εφετείο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και όταν ακόμη δικάζει μετ' αναίρεση, ως δικαστήριο δηλ. της παραπομπής, στο οποίο η υπόθεση συζητείται, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν, όμως η πλαγιαστική αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως, το Εφετείο, μετά την κατά τα ανωτέρω εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, στερείται εξουσίας να επιληφθεί της επικουρικώς ασκηθείσας πλαγιαστικής αγωγής, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβάλλεται με αυτοτελή έφεση του ενάγοντος ως προς το κεφάλαιό της αυτό (ΑΠ 419/2004, 1510/2003).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος υπάρχει και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αν το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο (ΑΠ 914/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και της επιδίκασης μη αιτηθέντος, αντίστοιχα, διότι το επιληφθέν της υπόθεσης, μετ' αναίρεση, και κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1983/2014 απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο και μόνο καθόσον αφορά την ευθεία αγωγή του κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων, μετά τη μερική παραδοχή της ευθείας αγωγής αποζημιώσεως ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο δίκασε και τη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο επικουρικώς πλαγιαστική αγωγή, που είχε απορριφθεί σιωπηρά με την αναιρεθείσα μερικώς προεκδοθείσα απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος της που δεν αναιρέθηκε, και δέχθηκε αυτή, υποχρεώνοντας και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" να καταβάλει στον δεύτερο αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα ποσά, αν και στην ως άνω έφεσή του ο ενάγων και πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε διαλάβει ειδικό λόγο εφέσεως, αναφορικά με την επικουρικώς ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή του κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το αναιρεσείον, και συνεπώς αυτή δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο, αλλά μόνο η ως άνω ευθεία αγωγή του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ν. Α. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6-6-2005 (αριθμ. εκθ. καταθ. 7062/ 31-8-2005) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση και σε προγενέστερο χρόνο η υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία (αγωγή) στρέφεται κατά των εναγομένων Η.

Ζ. δεύτερου αναιρεσίβλητου και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION ΑΕ" της οποίας η άδεια στη συνέχεια ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, και στην οποία εξέθετε ότι συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος, το οποίο συνέβη στις 2-12-1997 και οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΥΧΖ - ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό κάτω άκρο του. Ότι κατά των ίδιων εναγόμενων είχε ασκήσει και την από 5-5-1998 προγενέστερη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1520/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος και του επιδίκασε το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό.

Ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, μετά την κατάθεση στην επιληφθείσα προανακριτική αρχή της βεβαίωσης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, λογίζεται ότι αναδέχθηκε σωρευτικώς το χρέος του ως άνω υπαιτίου οδηγού και αντισυμβαλλομένου της. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, προς αποζημίωσή του και ως επιπλέον χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Περαιτέρω ο ως άνω ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής αυτής, σώρευσε επικουρικώς πλαγιαστική αγωγή κατ' άρθρο 72 ΚΠολΔ, κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία επικαλούμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε συνάψει με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφάλισης του αυτοκινήτου του για τις προκαλούμενες προς τρίτους ζημίες, και ότι παρότι επήλθε η άνω ασφαλιστική περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος αδρανεί να ασκήσει τα εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως δικαιώματά του κατά της δεύτερης εναγομένης, τα οποία ασκεί ο ίδιος, ζήτησε άλλως και όλως επικουρικώς, για την περίπτωση απορρίψεως της ευθείας αγωγής του κατ' αυτής λόγω παραγραφής να υποχρεωθεί η εν λόγω εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο ό,τι υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει σ' αυτόν (ενάγοντα - πρώτο αναιρεσίβλητο) με την εκδοθησομένη απόφαση νομιμοτόκως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 4186/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία δίκασε ερήμην του πρώτου εναγόμενου Η. Ζ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 20-3-2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 455/2005 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 3842/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 20-6-2001 έφεσης κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 1520/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1822/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3842/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, ο ενάγων επανέφερε με κλήση του προς συζήτηση την από 6-6-2005 αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2392/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δίκασε ερήμην του πρώτου εναγόμενου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και ανέβαλε εκ νέου τη συζήτηση της αγωγής μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ως άνω από 20-6-2001 έφεσης.

Με την από 29-5-2007 κλήση του ο ενάγων, και αφού είχε ήδη εκδοθεί από το Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 8164/2007 απόφαση, επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ότι η αγωγή δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τον πρώτο εναγόμενο, "καθόσον ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος με δήλωσή του ενώπιον του ακροατηρίου, που είχε καταχωρηθεί στα υπ' αριθμ 2362/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν εισήγαγε προς συζήτηση την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο", δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και αναγνώρισε ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.000 ευρώ προς αποζημίωσή του κατ' άρθρο 931 ΑΚ και ανέβαλε εκ νέου τη συζήτηση της αγωγής ως προς το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων εσόδων, μέχρι να προσκομιστεί βεβαίωση από τον ασφαλιστικό φορέα του ενάγοντος (ΙΚΑ) περί του ύψους του ποσού που έχει λάβει από αυτό, ως επιδότηση, συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Με την ίδια εκείνη υπ' αριθμ. 2362/2008 πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε το αγωγικό κονδύλιο του αναιρεσείοντος, για την επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και τα αιτούμενα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας μέχρι το 2014 και τα διαφυγόντα εισοδήματα από το 2015 έως 2023. Με την από 6-6-2008 κλήση του ο ενάγων επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4255/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε εκ νέου τη συζήτηση της αγωγής μέχρι να προσκομιστεί η αναφερόμενη σ' αυτή βεβαίωση από τον ασφαλιστικό φορέα του ενάγοντος (ΙΚΑ).

Ο ενάγων με την από 16-10-2008 κλήση του, την οποία απηύθυνε και κατά του πρώτου εναγόμενου, επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ότι με την εν λόγω κλήση απαράδεκτα εισάγεται προς συζήτηση η αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον με την προεκδοθείσα υπ' αριθμ. 2362/2008 απόφαση είχε κριθεί ότι δεν εισάγεται προς συζήτηση η αγωγή ως προς τον εναγόμενο αυτό, προφανώς υπολαμβάνοντας ότι η αντίστοιχη δήλωση του τότε ενάγοντος ενείχε παραίτησή του από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο, κήρυξε απαράδεκτη την κλήση ως προς αυτόν, δέχτηκε εν μέρει την (ευθεία) αγωγή ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και υποχρέωσε ή αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης αυτής να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, χωρίς να ερευνήσει την πλαγιαστική αγωγή, αναφορικά με την οποία, δεν έκανε μνεία, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της.

Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστικής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων άσκησε την από 5-9-2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8561/15-9-2009) έφεσή του, την οποία έστρεψε κατά του πρώτου εναγόμενου Η. Ζ. και της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "GENERAL UNION ΑΕ", με τους τέσσερις λόγους της οποίας παραπονέθηκε:

α) για εσφαλμένη κήρυξη της κλήσεώς του προς συζήτηση της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο Η. Ζ. ως απαράδεκτης, β) για εσφαλμένη απόρριψη ως παραγεγραμμένων των κονδυλίων της αγωγής του που αφορούσαν διαφυγόντα εισοδήματά του από την εργασία του, γ) για εσφαλμένη παρά το νόμο και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απόρριψη του κονδυλίου της αγωγής του για πρόσθετη (συμπληρωματική) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 100.000 ευρώ και δ) για το ύψος των ποσών που του επιδικάστηκαν, ως διαφορές εισοδημάτων του, από την εργασία του από 1-5-1999 μέχρι 31-12-2015, καθώς και για εσφαλμένη απόρριψη ως πρόωρων των κονδυλίων της αγωγής του, για διαφορές της καταβαλλόμενης συντάξεως αναπηρίας και καταβλητέας συντάξεώς του λόγω γήρατος.

Κατά της ίδιας υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστικής αποφάσεως ασκήθηκε από το Επικουρικό Κεφάλαιο, που υπεισήλθε στη θέση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, η από 28-12-2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 12241/28-12-2009) έφεση, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθ. 3328/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τους τρεις λόγους της οποίας προσέβαλε τα κεφάλαια της εκκαλουμένης με τα οποία: 1) απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής του τότε εκκαλούντος και τώρα αναιρεσείοντος, 2) έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ως προς τα ποσά των 94.967,14 € εφάπαξ για αποθετική ζημία διαφοράς αποδοχών από 1-5-1999 έως 31-12-2008, λόγω του τραυματισμού του και 3) επιβλήθηκε στο εκκαλούν η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος του πρώτου βαθμού 3.200 ευρώ, ενώ κατά τη συζήτηση των εφέσεων αυτών το Επικουρικό κεφάλαιο, με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του άσκησε αντέφεση, καθόσον αφορά την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αγωγικού κεφαλαίου από το άρθρο 931 ΑΚ, με την υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει απόφαση.

Επί των εφέσεων αυτών και αντεφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1321/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία α) απέρριψε την από 5-9-2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8561/15-9-2009) έφεση του ενάγοντος κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου Η. Ζ. ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η αγωγή δεν είχε εισαχθεί προς συζήτηση ως προς αυτόν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2362/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και έτσι αυτός δεν είχε καταστεί διάδικος στην πρωτόδικη δίκη, κατά δε το μέρος της που απευθυνόταν κατά του δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, β) αφού έκρινε ότι το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο δεν ευθύνεται έναντι του ενάγοντος για την καταβολή αποζημιώσεως από τη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, η οποία καταρτίστηκε κατά την αγωγή μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά μόνο από την ασφαλιστική σύμβαση καθώς και ότι οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 διετή παραγραφή, αφ' ενός μεν απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω έφεση του ενάγοντος και ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε κατά τα προαναφερόμενα το Επικουρικό Κεφάλαιο, και συνακόλουθα και την αντέφεση του τελευταίου, αφ' ετέρου δε, δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 28-12-2009 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 12241/28-12-2009) έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου ως προς το λόγο της, περί παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ακολούθως, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της τελευταίας αυτής εφέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση και τη θεωρηθείσα απ' αυτό ως συνεκκληθείσα με την από 28-12-2009 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οριστική διάταξή της, περί επιδικάσεως στον ενάγοντα ποσού 70.000 ευρώ, ως ειδικής αποζημιώσεως από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την ένδικη από 6-6-2005 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 7062/31-8-2005) αγωγή, χωρίς να ερευνήσει την πλαγιαστική αγωγή, αναφορικά με την οποία, επίσης δεν έκανε μνεία, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της και γ) απέρριψε τη συνεκδικασθείσα έφεση του ενάγοντος κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της αρχικώς δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας καθώς και την αντέφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1321/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου ο εκκαλών - ενάγων, Ν. Α., άσκησε την από 27-11-2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 673/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η προσβληθείσα εφετειακή απόφαση για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 513 παρ. 2 και 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ και δη:

α) κατά το μέρος της που απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5-9-2009 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων Η. Ζ., καθόσον κατά παράβαση των διατάξεων δικονομικού δικαίου δέχθηκε ότι η δήλωση του ενάγοντος για τη μη εισαγωγή προς συζήτηση της αγωγής του κατά τη δικάσιμο της 26-3-2008, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2362/2008 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισοδυναμούσε με δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, στη συνέχεια δε οδηγήθηκε κατ' ανάγκη εσφαλμένα στην κρίση ότι ο πρώτος εφεσίβλητος δεν είχε καταστεί διάδικος στην πρωτόδικη δίκη και απέρριψε ως προς αυτόν ως απαράδεκτη την έφεση και β) κατά το μέρος της που, κατά παραδοχή της από 18-12-2009 έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου που στρεφόταν μόνο κατά της υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και απέρριψε λόγω παραγραφής την από 6-6- 2005 αγωγή ως προς το αυτοτελές κεφάλαιό της από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που είχε επιδικαστεί με την υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθόσον στην έφεση αυτή δεν περιλαμβανόταν οποιοδήποτε αυτοτελές αίτημα κατά της προεκδοθείσας υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος των εναγομένων αναγνωριστικά το ποσό των 70.000 ευρώ ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ.

Κατόπιν αυτών η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) κατά το μέρος της που αναιρέθηκε και ακολούθως μετά από σχετική κλήση του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, επαναφέρθηκε προς νέα συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 1983/2014 απόφασή του.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1983/2014 απόφαση το επιληφθέν μετ' αναίρεση Εφετείο, αφού έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί κατά το μέρος της που αναιρέθηκε και δη: α) "κατά το μέρος της που απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5-9-2009 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ως προς τον πρώτο των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερο αναιρεσιβλητο Η.

Ζ., καθόσον κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων δικονομικού δικαίου δέχθηκε ότι η δήλωση του ενάγοντος για τη μη εισαγωγή προς συζήτηση της αγωγής του, κατά τη δικάσιμο της 26-3-2008, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2362/2008 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισοδυναμούσε με δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, στη συνέχεια δε οδηγήθηκε κατ' ανάγκη εσφαλμένα στην κρίση ότι ο πρώτος εφεσίβλητος δεν είχε καταστεί διάδικος στην πρωτόδικη δίκη και απέρριψε ως προς αυτόν ως απαράδεκτη την έφεση και β) κατά το μέρος της που, κατά παραδοχή της από 18-12-2009 έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και απέρριψε, λόγω παραγραφής, την από 6-6-2005 αγωγή, ως προς το αυτοτελές κεφάλαιό της από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που είχε επιδικαστεί με την υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθόσον στην έφεση αυτή δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε αυτοτελές αίτημα κατά της προεκδοθείσας υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ του ενάγοντος αναγνωριστικά το ποσό των 70.000 ευρώ, ως πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ", συνεκδίκασε τις ως άνω δύο αντίθετες εφέσεις, την ασκηθείσα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, από 21-1-2011 αντέφεση κατά της υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ασκηθείσα με τις από 12-2-2014 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιόν του αντέφεση κατά της υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστικής απόφασης, με την οποία προσέβαλε την εν λόγω απόφαση ως προς το αυτοτελές κεφάλαιό της με το οποίο επιδικάστηκε στον ενάγοντα ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, ποσό 70.000 ευρώ, καθώς και τον ασκηθέντα με τις από 12-2-2014 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, επίσης, πρόσθετο λόγο της ως άνω εφέσεώς του, με τον οποίο προσέβαλε, επίσης την υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση ως προς το ίδιο κεφάλαιό της που αφορά την ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, απέρριψε, αφ' ενός μεν ως απαράδεκτες τις ως άνω αντεφέσεις και πρόσθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, αφ' ετέρου δε κατ' ουσίαν την από 28-12-2009 έφεση του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, το ίδιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου της από 5-9-2009 έφεσης του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, με τον οποίο παραπονέθηκε αυτός κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 3328/ 2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω κλήση για συζήτηση της αγωγής του ως προς τον εν λόγω εναγόμενο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση, κατά την εν λόγω διάταξή της ως προς τον ερημοδικασθέντα πρώτο εναγόμενο Η.

Ζ.. Ακολούθως κρατήθηκε η υπόθεση από το εν λόγω Εφετείο, προκειμένου να δικασθεί κατ' ουσίαν, τόσο η ένδικη ευθεία αγωγή, μόνο κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου (ως προς τον οποίο μόνο αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 673/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η προεκδοθείσα της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1321/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), όσο και η επικουρικώς σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο με αυτή πλαγιαστική αγωγή (στην οποία, όμως, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ως προς τον οποίο μόνο αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και το εν λόγω δικάσαν κατά παραπομπή Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, δεν ήταν διάδικος) με την αιτιολογία ότι αυτή "ως συνεχόμενη αναγκαίως με το ανωτέρω κεφάλαιο που αναιρέθηκε αναφορικά με την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της αγωγής ως προς τον ερημοδικασθέντα πρώτο εναγόμενο Η.

Ζ. και λόγω της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος (πλην της αξιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ) κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου που έχει κριθεί αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1321/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, θα επανακριθεί από το παρόν Δικαστήριο". Στη συνέχεια δε, το ως άνω Δικαστήριο, δέχτηκε εν μέρει την ευθεία αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Η.

Ζ., καθώς και την επικουρικώς σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο με αυτή πλαγιαστική αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, ως προς όλα τα επιδικασθέντα υπέρ του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και σε βάρος του πρώτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου με την ευθεία αγωγή κονδύλια, πλην αυτού που αφορούσε την ειδική αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, ποσού 70.000 ευρώ το οποίο είχε επιδικαστεί ευθέως στον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο σε βάρος της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ως προς το οποίο είχε απορριφθεί απ' αυτό (δικάσαν κατά παραπομπή Εφετείο) η έφεση του αναιρεσείοντος και με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόσον μεν αφορά στην ασκηθείσα ευθεία αγωγή αποζημιώσεως:

α) Υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο εφάπαξ το ποσό των 63.353,20 €, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της ως άνω αγωγής, β) Αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού (Η. Ζ.) να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο εφάπαξ το ποσό των 50.718,68 €, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της ως άνω αγωγής, γ) Αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού (Η.

Ζ.) να καταβάλει (σε ολόκληρο με το αναιρεσείον) στον πρώτο αναιρεσίβλητο εφάπαξ το ποσό των 70.000,00 €, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της ως άνω αγωγής και δ) Αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού (Η. Ζ.) να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο σε περιοδικές δόσεις τα σε αυτή αναφερόμενα ποσά, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 31/12/2014, ενώ, καθόσον αφορά στην ασκηθείσα επικουρικώς πλαγιαστική αγωγή:

α) Υποχρέωσε αυτό (Επικουρικό Κεφάλαιο) να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο (Η. Ζ.) το ανωτέρω ποσό των εξήντα τριών χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τριών ευρώ και είκοσι λεπτών (63.353,20), το οποίο υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, β) Αναγνώρισε ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των πενήντα χιλιάδων επτακοσίων δέκα οκτώ ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (50.718,68), το οποίο αναγνωρίστηκε ότι οφείλει αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, γ) Αναγνώρισε ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο για το από 1-1-2006 ως 31-12-2014 χρονικό διάστημα:

α) το ποσό των 182,04 μηνιαίως, το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός, β) το ποσό των 182,04 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων εκάστου έτους, γ) το ποσό των 91,02 ευρώ για δώρο Πάσχα εκάστου έτους και το ποσό των 91,02 για επίδομα αδείας εκάστου έτους, καταβαλλόμενα, αντιστοίχως, το πρώτο δεκαήμερο εκάστου μηνός Δεκεμβρίου για το δώρο Χριστουγέννων, Απριλίου για το δώρο Πάσχα και Αυγούστου για το επίδομα αδείας, τα οποία αναγνωρίστηκε ότι οφείλει αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως Και τέλος επέβαλε σε βάρος των εναγόμενων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιόρισε στο ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων (14.000) ευρώ.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο, στο οποίο με τη 673/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε, μετ' αναίρεση, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά τη μερική παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου μόνον ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο (πρώτο εναγόμενο) και την αντίστοιχη εξαφάνιση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστικής αποφάσεως, ως προς αυτόν, δέχθηκε εν μέρει την ευθεία αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο και ακολούθως, ενόψει του ότι κατά το μέρος της που κατά παραδοχή της από 18-12-2009 έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου είχε γίνει δεκτό ότι οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, πλην αυτής που αφορούσε την ειδική αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, υπέπεσαν στην ως άνω παραγραφή, η προεκδοθείσα υπ' αριθμ. 1321/2011 απόφαση του Εφετείου δεν αναιρέθηκε, ερεύνησε, όπως όφειλε, εφόσον πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία ασκήθηκε η ως άνω αγωγή, και την επικουρικώς στο ίδιο δικόγραφο σωρευθείσα πλαγιαστική αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία δεν είχε ερευνηθεί πρωτοδίκως, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και έφεση του ενάγοντος προς τούτο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 εδάφιο α' του ιδίου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Σύμφωνα, εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο πιο πάνω από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν σε νομικό ζήτημα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, στο οποίο ο Άρειος Πάγος, με την αναιρετική και παραπεμπτική απόφασή του έδωσε ορισμένη λύση, το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε διαφορετική λύση.

Παρέπεται ότι τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται εκ μόνης της αιτίας ότι το δικαστήριο της παραπομπής συζήτησε την υπόθεση πέραν από τα όρια που διαγράφονταν από την αναιρετική απόφαση. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, στο οποίο με την 673/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε, μετ' αναίρεση, η υπόθεση μεταξύ του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, του υπεισελθόντος στη θέση της αρχικώς δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και του πρώτου εναγόμενου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου για περαιτέρω εκδίκαση, με το να δικάσει την ως άνω πλαγιαστική αγωγή, συζήτησε την υπόθεση πέραν από τα όρια που διαγράφονταν από την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και έτσι δεν συμμορφώθηκε με την τελευταία, καθόσον με την ως άνω υπ' αριθμ. 673/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν εθίγη καν το ζήτημα της ως άνω πλαγιαστικής αγωγής και επομένως δεν αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 1321/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για το λόγο ότι απέρριψε σιωπηρώς την ως άνω πλαγιαστική αγωγή, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο προς νέα κρίση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 72 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει στην δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας ο ίδιος τα δικαιώματα του οφειλέτου του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του. Το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό.

Έτσι, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστού αξιώσεώς του, κατά άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού, πλαγιαστικώς, την από την σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστού, εν όψει του ότι η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (ήδη άρθρο 10 του Ν. 2496/1997), νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώ ο οφειλέτης του ασφαλισμένος δεν είναι διάδικος αλλά τρίτος που μπορεί ωστόσο να ασκήσει παρέμβαση.

Η κατά τα ανωτέρω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ. από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δε, δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου προς αποζημίωσή του οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής αυτού κατά του ασφαλιστή, εφ' όσον τούτο δεν αποκλείεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 ΑΚ ή από άλλη διάταξη, αίτημα δε της πλαγιαστικής αγωγής θα είναι η καταδίκη του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο και όχι στον ενάγοντα τρίτο.

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο, αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έχει γίνει κατά τον χρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 234/2010, ΑΠ 235/2009).

Εξάλλου, κύρια υποχρέωση του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο από τη σύμβαση ασφαλίσεως είναι η παροχή ασφαλιστικής καλύψεως στον τελευταίο (ασφαλισμένο). Περιεχόμενο της αξιώσεως αυτής η οποία και ονομάζεται "αξίωση ελευθερώσεως" είναι να απαιτήσει από τον ασφαλιστή υπεράσπιση εναντίον αβάσιμων αξιώσεων τρίτων, αλλά και να του καταβάλει, μέσα στα όρια της συμβάσεως ασφαλίσεως, κάθε ποσό περιλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων το οποίο ο ασφαλισμένος από την πλευρά του θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο.

Στη σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννάται όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο σφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή, διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.

Κατά συνέπεια, η γένεση της αξιώσεως του ασφαλισμένου δεν προϋποθέτει προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον τρίτο από τον ασφαλισμένο καίτοι το τελευταίο ενδεχομένως να είναι ορθότερο. Επομένως, εφόσον με την πλαγιαστική αγωγή του παθόντος τρίτου στο αυτοκινητικό ατύχημα ασκείται πλαγιαστικώς η παραπάνω από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, η οποία γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ.

από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή, το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής, περί καταδίκης του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο (και όχι στον ενάγοντα), δεν προϋποθέτει προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον τρίτο από τον ασφαλισμένο ώστε η καταδίκη του σε περίπτωση παραδοχής της πλαγιαστικής να εξαρτάται από την παραπάνω προϋπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας επί της πλαγιαστικής αγωγής, υποχρέωσε το αναιρεσείον και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στο δεύτερο αναιρεσίβλητο τα επιδικασθέντα σε βάρος του (αναιρεσείοντος) ποσά, χωρίς να εξαρτά την καταβολή τους από την αίρεση της προηγούμενης καταβολής από τον πρώτο αναιρεσίβλητο των ποσών που επιδικάστηκαν σε βάρος του τελευταίου, ως εναγόμενου στην ευθεία αγωγή, αν και όπως προκύπτει από το αίτημα της αγωγής και ειδικότερα από την περικοπή "...

να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει εις τον πρώτο τούτων ό,τι υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει εις εμέ δια της εκδοθησόμενης αποφάσεως νομιμοτόκως ..." αλλά και από την επισκόπηση και ορθή εκτίμηση του δικογράφου της ως άνω αγωγής, στο αίτημα αυτής, καθόσον αφορά στην πλαγιαστική αγωγή, περιεχόταν η εκ του νόμου αίρεση της προηγούμενης καταβολής της αποζημίωσης από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στον πρώτο αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) και ο τελευταίος (ενάγων) δεν ζητούσε να υποχρεωθεί η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον δεύτερο αναιρεσίβλητο - ασφαλισμένο της το ποσό που θα επιδικαζόταν επί της ευθείας ως άνω αγωγής σε βάρος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, αλλά το ποσό που πράγματι θα υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει σε αυτόν (πρώτο αναιρεσίβλητο), επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε με την ως άνω αγωγή, άλλως επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την ως άνω αγωγή, άλλως έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, επιπλέον, δε, παραβίασε τις ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1 περ.

ε' 72 ΚΠολΔ, 2 που εκτός από δικονομικού είναι και ουσιαστικού δικαίου και 5 κωδ. Ν. 489/1976. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής και η παραδοχή του αιτήματος αυτού δεν τελεί υπό την επικαλούμενη από το αναιρεσείον νομική αίρεση της προηγούμενης καταβολής της αποζημίωσης στον τρίτο (πρώτο αναιρεσίβλητο) από τον ασφαλισμένο (δεύτερο αναιρεσίβλητο), και επί πλέον διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την επισκόπηση και της ως άνω αγωγής, όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι στο αίτημα αυτής δεν περιεχόταν η επικαλούμενη από το αναιρεσείον παραπάνω αίρεση.

Κατά το άρθρ. 523 § 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση, ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, ακόμη και αν αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνον κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια.

Κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρ. 523 § 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρ. 520 § 2 ΚΠολΔ σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης (ΑΠ 132/2004), διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση, είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.

Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Ως αίτηση πάντως αυτοτελής δεν νοείται οπωσδήποτε το αίτημα της διαδικαστικής πράξης, δηλαδή δεν πρόκειται για ισοδύναμους όρους, αλλά χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής η αίτηση που εισάγει για κρίση στο δικαστήριο ένα αυτοτελές και αμφισβητούμενο δικαίωμα.

Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 978/2014, ΑΠ 697/2012).

Κατά την έννοια αυτή η αξίωση για την ειδική αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο της απόφασης, ανεξάρτητο από το κεφάλαιό της για τις περιουσιακές ζημίες ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είτε αυτές έχουν την αυτή είτε πολύ περισσότερο διαφορετική αιτία.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης ή τα "αναγκαία με αυτά συνεχόμενα", όπως η έννοια αυτών αναπτύχθηκε παραπάνω, σε σχέση με την αντέφεση, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρ. 532 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και επί των πρόσθετων λόγων έφεσης για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Έτσι, προστατεύεται ο εφεσίβλητος από την ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αντικειμένου της κατ' έφεση δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση που άσκησε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του, κατά την ενώπιόν του νέα συζήτηση, καθώς επίσης απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης, που άσκησε με τις προτάσεις του κατά την ενώπιόν του νέα συζήτηση της υποθέσεως, με βάση την ειδικότερη παραδοχή ότι τα προσβαλλόμενα με την αντέφεση κεφάλαια δεν συνέχονται αναγκαίως με τα κεφάλαια που προσβάλλει ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την ως άνω από 5/9/2009 έφεσή του, ο δε ως άνω πρόσθετος λόγος δεν συνέχεται αναγκαίως με κάποιο κεφάλαιο που προσέβαλε με την ως άνω 28/12/2009 έφεσή του, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την αντέφεση και τον πρόσθετο λόγο έφεσης που άσκησε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του κατά την ενώπιόν του νέα συζήτηση της υπόθεσης. "Στην προκειμένη περίπτωση το ΝΠΙΔ με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο, ως ειδικός διάδοχος της δεύτερης εφεσιβλήτου στην πρώτη έφεση, ασφαλιστικής εταιρίας, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, με τις από 12-2-2014 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε πριν από την έναρξη συζήτησης της έφεσης στο ακροατήριο, άσκησε αντέφεση, με την οποία αφενός μεν προσβάλλει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστικής απόφασης, που επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος της αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, το ποσό των 70.000 ευρώ ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, αφετέρου προτείνει την ένσταση διετούς παραγραφής της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 10 ν. 489/1976 των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος από την ασφαλιστική σύμβαση.

Η αντέφεση αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας, όσον αφορά την προσβολή του αυτοτελούς κεφαλαίου της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστικής απόφασης που επιδίκασε στον ενάγοντα ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, είναι απαράδεκτη, διότι ναι μεν ως προς το κεφάλαιο αυτό αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που θεώρησε αυτό ως συμπροσβαλλόμενο με την ένδικη έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου (παρόλο που αυτή δε στρεφόταν κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 2368/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως ως προς την οριστική διάταξη αυτής με την οποία επιδικάστηκε στον ενάγοντα το κεφάλαιο αυτό) και απέρριψε αυτό λόγω παραγραφής, πλην όμως το κεφάλαιο αυτό δεν προσβάλλεται με την έφεση του ενάγοντος, κατά το μέρος που αυτή επανέρχεται κατά τα παραπάνω προς κρίση στο παρόν Δικαστήριο ούτε συνέχεται αναγκαίως με το ανωτέρω κεφάλαιο που αναιρέθηκε αναφορικά με την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της αγωγής ως προς τον ερημοδικασθέντα πρώτο εναγόμενο Η.

Ζ., με την υπ' αριθμ. εκκαλουμένη 3328/2009 οριστική απόφαση, που προσβάλλεται με την έφεση και επανέρχεται προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά την αναίρεση. Επίσης, όσον αφορά το δεύτερο λόγο της αντέφεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω ένσταση διετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, τις προερχόμενες από την καταρτισθείσα ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της αρχικώς δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το τελευταίο λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, αυτή απαραδέκτως προτείνεται, αφού, οι αξιώσεις αυτές του ενάγοντος κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αναφορικά με την κύρια ως άνω ευθεία αγωγή, δεν επανέρχονται προς νέα κρίση στο παρόν Δικαστήριο μετά την αναίρεση και, όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 1321/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι αυτές έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου της παρ. 2 του άρθρου 10 ν. 489/1976.

Ωστόσο η ένσταση αυτή, δε μπορεί να εκτιμηθεί ότι αφορά την επικουρικά σωρευόμενη στο ίδιο ως άνω δικόγραφο πλαγιαστικά ασκούμενη αγωγή (η οποία ως συνεχόμενη αναγκαίως με το ανωτέρω κεφάλαιο που αναιρέθηκε αναφορικά με την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της αγωγής ως προς τον ερημοδικασθέντα πρώτο εναγόμενο Η.

Ζ. θα επανακριθεί από το παρόν Δικαστήριο), αφού η αγωγή αυτή υπόκειται στη μεγαλύτερη ειδική τετραετή παραγραφή του άρθρου 10 ν. 2496/1997, την οποία δεν προτείνει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Επομένως, η ένδικη αντέφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο πρόσθετος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος Επικουρικού Κεφαλαίου, που ασκήθηκε με τις από 12-2-2014 έγγραφες προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε πριν από την έναρξη της συζήτησης της έφεσης στο ακροατήριο, με τον οποίο προσβάλλει την υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση ως προς το αυτοτελές κεφάλαιο αυτής που επιδίκασε στον ενάγοντα ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, ως προς το οποίο προτείνει την ένσταση παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 ν. 489/ 1976, καθόσον, με την από 28-12-2009 (υπ' αριθμ. 12241/2009) έφεση αυτού προσβάλλεται μόνο η υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όχι η υπ' αριθμ. 2362/ 2008 εν μέρει οριστική απόφαση ως προς το αυτοτελές κεφάλαιο αυτής που επιδίκασε στον ενάγοντα ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ.

Εξάλλου, όπως κρίθηκε με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, το κεφάλαιο αυτό δε θεωρείται ως συμπροσβαλλόμενο με την ανωτέρω έφεση του ενάγοντος, αφού η σχετική διάταξη της υπ' αριθμ. 2362/2008 είναι οριστική και θα έπρεπε να προσβληθεί αυτοτελώς με έφεση ...". Με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, σύμφωνα με τις οποίες:

α) το κεφάλαιο της ειδικής αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ που προσβάλλεται με την αντέφεση του αναιρεσείοντος δεν προσβάλλεται με την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), κατά το μέρος που αυτή επανέρχεται προς κρίση στο Εφετείο, β) τα παράπονα περί παραγραφής που προβάλλονται με την έφεση του αναιρεσείοντος, αφορούν τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αναφορικά με την ως άνω ευθεία αγωγή, οι οποίες δεν επανέρχονται προς νέα κρίση στο παρόν Δικαστήριο μετά την αναίρεση και γ) με τον πρόσθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση ως προς το αυτοτελές κεφάλαιο αυτής που επιδίκασε στον ενάγοντα ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ ενώ με την έφεση του αναιρεσείοντος προσβάλλεται μόνο η υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλ.

άλλη απόφαση, στην οποία δεν αφορά το ως άνω κονδύλιο, τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την αντέφεση και τον πρόσθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος δεν αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης ή τα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα που επαναφέρθηκαν προς κρίση στο Εφετείο μετά την αναίρεση και κατά συνέπεια το Εφετείο, που απέρριψε την αντέφεση και τον πρόσθετο λόγο έφεσης που ασκήθηκαν με τις από 12-2-2014 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος κατά τη νέα συζήτηση ενώπιόν του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, με τον πέμπτο από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρά το νόμο, δικάζοντας επί αμφοτέρων των ως άνω αγωγών (ευθείας και πλαγιαστικής), κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα σε δικαστικά έξοδα ποσού 14.000 €, αν και δεν έγινε δεκτή σε βάρος του η ευθεία ως άνω αγωγή.

Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το υπεισελθόν στη θέση της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας αναιρεσείον καταδικάστηκε στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της μερικής νίκης και ήττας του καθόσον αφορά στην πλαγιαστική αγωγή, κατ' άρθρο 178 ΚΠολΔ και συνεπώς ορθώς το Εφετείο εφάρμοσε την εν λόγω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη και δεν υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το τελευταίο (αναιρεσείον) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρασταθέντος πρώτου αναιρεσίβλητου Ν.

Α. (άρθρ. 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1983/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ν. Α., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ