Legislator Case Law & Legislation
1061/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague set-off claim and lack of reasoning.

Case Number 1061/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court rejected a set-off defense without proper reasoning, but the court found the defense itself vague and unsupported by immediate evidence. Consequently, the appeal was rejected as unnecessary and the appeal bond was returned to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 93(3) of the Constitution; Article 495(4) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of reasoning is inadmissible if the lower court rejected the contested claim as vague or unsupported, rendering the appeal unnecessary.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague defense set-off claim lack of reasoning appeal bond return necessary appeal constitutional review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1061 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1061/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως ειδική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "Τ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", όπως μετονομάσθηκε η "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Α.Τ.Ε", καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ", που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ... αριθ. 2-6 της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 3601/2007 δυνάμει της υπ' αριθ. 7/18-1-2013 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση Ε.Μ.Ε. 7/18-1-2013 θέμα 3ο ΦΕΚ 76/18-1-2013) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΟΝ Σύμβουλοι Επενδύσεων ΑΕΛΔΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 408/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3649/2005 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 960/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (3649/2005) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4481/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 10 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη με αριθ. 5860/23-1-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21 Οκτωβρίου 2013 κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με σχετική σημείωση στο πινάκιο, επιδόθηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την υπ' αριθ. 960/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κρίθηκε ότι η ένσταση της εναγομένης για εξόφληση της ένδικης απαιτήσεως δια συμψηφισμού ήταν απαράδεκτη ως αόριστη "διότι είναι εντελώς ασαφή τα ουσιώδη στοιχεία των επί μέρους απαιτήσεων (ανταπαιτήσεων) που φέρεται ότι είχε κατά της ενάγουσας η εναγομένη και τις οποίες αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό" και αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 3649/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου που είχε κρίνει ορισμένη την ένσταση αυτή, έκρινε την ίδια ένσταση ως αόριστη με την αυτή αιτιολογία και απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους της έφεσης της εναγομένης.

Περαιτέρω το ίδιο Εφετείο προέβη στην εξέταση της προβληθείσας το πρώτον ενώπιον του Εφετείου μ τον τρίτο λόγο της έφεσης της εναγομένης ένστασης απόσβεσης της επίδικης απαίτησης δια συμψηφισμού με δική της ανταπαίτηση που προέκυπτε από την αναφερόμενη στην έφεση Διαταγή Πληρωμής και η οποία δεν είχε ερευνηθεί τότε από την αναιρεθείσα ως άνω απόφαση του Εφετείου (διότι παρείλκε η εξέτασή της), την οποία ένσταση και έκρινε τούτο (Εφετείο), χωρίς να δεσμεύεται από την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με τη χρησιμοποίηση απλώς της ίδιας αιτιολογίας.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την ενώπιόν του το πρώτον προβληθείσα κατά τα ανωτέρω ένσταση δεσμευόμενο από την αναιρετική απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 αριθ. 3 και 529 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 του Α.Κ. που ορίζει ότι "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση", συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, εάν μετά την επίδοση της διαταγής πληρωμής, δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, (ΚΠολΔ 632 παρ. 1), εκείνος, υπέρ του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, μπορεί να επιδώσει και πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, που δικαιούται να ασκήσει ανακοπή, μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών. Αν περάσει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία ή αν απορριφθεί τελεσίδικα η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, η διαταγή αποκτά δύναμη δεδικασμένου και μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η διαταγή πληρωμής, παρότι δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, παράγει δεδικασμένο πλήρες, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του όρια (Ολομ.ΑΠ 30/1987), με συνέπεια, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 933 παρ. 3 ΚΠολΔ, να είναι απαράδεκτη η προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, αφορώσα το κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, οι οποίοι, αν και ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν σε μία από τις πιο πάνω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (Ολομ.ΑΠ 30/1987, Ολομ. 16/1986). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται, κατά νόμον, να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών, την οποία προσδίδει διάταξη νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως αόριστη την προβληθείσα από την εναγομένη το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με τον τρίτο λόγο της έφεσης ένσταση απόσβεσης της επίδικης απαίτησης με συμψηφισμό με ανταπαίτησή της ποσού 200.000 δραχμών που της επιδικάστηκε με την υπ' αριθ. 2003/2001 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση μη πληρωθείσα τραπεζική επιταγή εκδόσεως της ενάγουσας σε διαταγή της εναγομένης.

Η ένσταση αυτή είναι απαράδεκτη καθόσον προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου χωρίς ν' αποδεικνύεται αμέσως η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση και τούτο διότι από την επικαλούμενη διαταγή πληρωμής η οποία δεν φέρεται να έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου δεν παρέχεται τέτοια απόδειξη. Η επιχειρηθείσα συμπλήρωση του σχετικού ισχυρισμού με τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου υπό την επίκληση ότι η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη ανακοπή κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 436/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία δημοσιεύθηκε στις 11-5-2006 ήτοι μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 408/2004 και 3649/2005 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα είναι προεχόντως απαράδεκτη διότι πρόκειται για ισχυρισμό που κατατείνει στη παραδοχή της έφεσής της εναγομένης - εκκαλούσας και την εξαφάνιση της απόφασης κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή η αγωγή και ως εκ τούτου μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων αυτής λόγων μπορούσε να προβληθεί αλλά και να συμπληρωθεί.

Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής.

Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠοΛΔ που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 343/2009). Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ενώπιον του Εφετείου προβληθείσα ένσταση απόσβεσης της επίδικης απαίτησης με συμψηφισμό της από την υπ' αριθ. 2003/2001 Διαταγή Πληρωμής ανταπαίτησής της είναι απαράδεκτος διότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε όπως προεκτέθηκε ως αόριστη. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2012 αίτηση της εταιρίας με την Επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 448/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ