Legislator Case Law & Legislation
1061/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal regarding omitted compensation determination for expropriated land parcels.

Case Number 1061/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision regarding expropriation compensation. The appellants argued the lower court failed to determine specific compensation for certain land parcels, violating the principle of common sense and statutory requirements. The Court ruled that the lower court had left a request undecided, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, and thus remitted the specific issue for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 of the Constitution; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court of first instance leaves a request undecided, requiring the appellate court to remand the specific issue for further examination.

Keywords

AI generated
expropriation compensation undecided request appeal admissibility procedural error remittal for retrial common sense principles legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 17 of the Constitution
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 18 of the Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1061 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1061/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.α) Τ. Δ. του Α., 1.β) Α. συζ. Χ. Ξ. το γένος Δ. Τ., 1.γ) Π. Δ. Τ., κατοίκων ... και 2. Της Ανώνυμης Εταιρίας Τροφίμων και Ειδών Ευρείας Κατανάλωσης" και τον διακριτικό τίτλο "Α. Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπούμενης με έδρα τον ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Γκεσούλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αλέξανδρο Ροϊλό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και τις αιτήσεις και ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ιωαννίνων για οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριούμενες εκτάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:33/2006 προδικαστική οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2010 αίτησή τους και τους από 8-10-2012 πρόσθετους λόγους τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 21-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος υπό στοιχ. Γ' λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος (2001), όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ.1 και 2 του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ.1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.

Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".

Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ (Ολ.) 14/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δίκασε την από 25-4-2005 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα διαλαμβανόμενα σε αυτή ακίνητα και των επ' αυτών συστατικών, που απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθ. 1099018/10575/0010/31-12-2002 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ για τη βελτίωση της Ε.Ο.

Ιωαννίνων-Αντιρίου στο τμήμα Ιωάννινα-είσοδος Αμφιλοχίας-Παράκαμψη Άρτας-Φιλιπιάδας στη χ.θ. 14+860-22+950. Μαζί με την ως άνω αίτηση συνεκδικάστηκαν η από 11-9-2005 ανταίτηση της υπό στοιχ. 1α εκ των αναιρεσειόντων, η από 11-9-2005 ανταίτηση-κυρία παρέμβαση των υπό στοιχ. 1β και 1γ εκ των αναιρεσειόντων και η από 13-9-2005 ανταίτηση-κυρία παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσείουσας.

Η συζήτηση της ανωτέρω αίτησης και των ως άνω ανταιτήσεων-κυρίων παρεμβάσεων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και κυρίως από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε στις 21-9-2005 και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 33/2006 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων η οποία διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης.

Μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση επανήλθε για περαιτέρω συζήτηση στις 5-11-2008 και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, επίσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσειόντων και των επικειμένων τους είναι ο χρόνος συζήτησης της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, δηλαδή η 1-10-2004, δεδομένου ότι δεν είχε παρέλθει έτος από τότε και μέχρι τη πρώτη συζήτηση στις 21-9-2005 της ένδικης αίτησης και των ενδίκων ανταιτήσεων-παρεμβάσεων, ανεξάρτητα από τη συμπλήρωση του έτους αυτού κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση.

Το Εφετείο δεχόμενο ότι κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ο χρόνος του προσωρινού προσδιορισμού αυτής, αφού από τον ανωτέρω χρόνο μέχρι το χρόνο της πρώτης συζήτησης στο Εφετείο δεν είχε παρέλθει έτος, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο πρώτος και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 5 του από 6.5.2001 ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001, αν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται, δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ασκείται με την προϋπόθεση ότι αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης που έχει εισαχθεί με εμπρόθεσμη και παραδεκτή αίτηση στο Εφετείο, δηλαδή αναφέρεται στα ίδια ακριβώς κεφάλαια με την κύρια αίτηση, γιατί διαφορετικά θα ήταν απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας (ΑΠ 424/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκαν με αυτή ως απαράδεκτες η εμπροθέσμως ασκηθείσες με τις έγγραφες προτάσεις ανταιτήσεις των καθ'ων και ήδη αναιρεσειόντων, διότι αφορούσαν κεφάλαια διαφορετικά από εκείνα της αίτησης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα την ανυπαρξία ωφελείας για τα περιγραφόμενα στις ανταιτήσεις παρεμβάσεις ακίνητά τους από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η αναφερομένη στην αίτηση απαλλοτρίωση, ενώ αντιθέτως η αίτηση είχε ως αντικείμενο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ διότι με το να απορρίψει τις ανταιτήσεις-παρεμβάσεις τους ως απαράδεκτες επειδή αφορούσαν διαφορετικό κεφάλαιο από εκείνο της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (όπως αυτές ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν με τις αποφάσεις της ΕΣΔΑ και ειδικά την από 19-9-2002 υπόθεση Αξάς) και υπερισχύουν εκείνων του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύουν μετά το Ν. 2985/2002, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι οι διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, όπως ίσχυαν και ισχύουν μετά το Ν. 2985/2002 δεν έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφετέρου δε διότι ανεξάρτητα από τη φύση και το είδος της πολιτειακής πράξης που τυχόν αποτέλεσε σε συγκεκριμένη περίπτωση το γενεσιουργό αίτιο της παραβίασης της Σύμβασης, το ΕΔΔΑ δεν έχει την ικανότητα με τις αποφάσεις του να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να υποκαθιστά τον κανονικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά ελέγχει μόνο, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ και των πρόσθετων πρωτοκόλλων αυτής σε συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 424/2008).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ.1 και 2 του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 τελ.

εδάφιο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Τέλος, κατά το άρθρο 25 του "ΚΑΑΑ", ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 8/1999).

Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες διατάξεις δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη συμπροσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο έκρινε "... αντιθέτως είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα τα αιτήματα αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη από τη διακοπή λειτουργίας επιχειρήσεων που στεγάζονται στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, μισθώματα ενοικίασης οικήματος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη και αντισυνταγματική αφαίρεση της ιδιοκτησίας τους.

Γιατί, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ.2 εδ.α' του Συντάγματος στην πλήρη αποζημίωση του πράγματος που απαλλοτριώθηκε περιλαμβάνεται μόνο η αξία του και όχι άλλη θετική η αποθετική ζημία, μη συναπτόμενη με την αξία του πράγματος και αν ακόμη επέρχεται ως συνέπεια της απαλλοτρίωση ...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων (ΑΠ (Ολ.) 29/2005).

Τούτο δε, καθόσον, παρά τους αντιθέτους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, 1)σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, άρα ούτε και η ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας της σ' αυτό επιχείρησης και 2)το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974, ορίζει ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει κατά τους "προβλεπόμενους υπό του νόμου ...

όρους" και τέτοιοι, προφανώς είναι οι ως άνω μνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) που, όμως, έχουν την ανωτέρω έννοια και μόνο, σε σχέση με τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" από απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, χωρίς ανατροπή της εύλογης και δίκαιης ισορροπίας μεταξύ αφενός του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου του δικαιώματος προστασίας της περιουσίας του προσώπου.

Άλλωστε, ο συνταγματικός νομοθέτης της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής, εν όψει και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) για την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, με την αναθεώρηση των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 του Συντάγματος συνήγαγε τις σ' αυτές νέες ρυθμίσεις στο θεσμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (ΑΠ (Ολ.) 8/1986).

Επομένως ο τρίτος υπό στοιχ.α' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την κατά τα ανωτέρω κρίση του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 πλημμέλεια, γιατί παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και 13 παρ.4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1α' του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Κατά την παρ.1β' του ιδίου ως άνω άρθρου και νόμου "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία ...". Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιουμένης στην ανωτέρω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η δε σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2008, ΑΠ 600/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο υπό στοιχ.δ' λόγο αναιρέσεως αποδίδεται από την δεύτερη αναιρεσείουσα ΑΕ πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων της (ΑΚΠ 106, ΑΚΠ 51) δεν έλαβε υπόψη την αγοραία αξία αυτών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ως άνω δεύτερη αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών από τον αριθ. 1 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι δε αν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξιών.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 574/2010).

Με τον τρίτο υπό στοιχ.ββ λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 1 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης εναπομεινάντων τμημάτων των υπ' αριθ. ΑΚΠ 106, ΑΚΠ 51 ιδιοκτησιών, παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας και προσδιόρισε μικρή ιδιαίτερη αποζημίωση και ειδικότερα σε ελάχιστο ποσοστό για το ΑΚΠ 106 και σε ποσοστό 1% της αξίας του ΑΚΠ 51.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, ο ίδιος λόγος υπό στοιχ.βα με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των αναιρετικών πλημμελειών για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 περ.γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Απ' τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διακρίβωση της θεμελίωσης από ουσιαστική άποψη του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου προκύπτει από τον έλεγχο του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εφ' όσον περιέχει σχετική διάταξή της στο διατακτικό, ακόμα και αν παραλήφθηκε η αιτιολογία δεν θεμελιώνεται ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ9 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν αποφάνθηκε περί επιδικάσεως ή μη ιδιαίτερης αποζημίωσης για το έδαφος της υπ' αριθ. ΑΚΠ 51 ιδιοκτησίας της δεύτερης εκ των αναιρεσειόντων αφήνοντας σχετικό αίτημα αδίκαστο. Επομένως, το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 9 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος υπό στοιχ.γ' λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που άφησε αίτηση αδίκαστη, αναφορικά με τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης της υπ' αριθ. ΑΚΠ 51 ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσείουσας να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 πα.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, άρθρο 18 παρ.4 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 225/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και,

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ