Legislator Case Law & Legislation
1061/2012 AI generated

1061/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1061/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 256/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 25.2.2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 4395/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 10.9.2007 αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσιβλήτου και έλυσε των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

1061/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο και τον τρίτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει αυτοί να απορριφθούν. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1061 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1061/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Γ. Π. το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Αθηνά Καραφίνα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4395/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 256/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαΐου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 4 Μαΐου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 256/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 25.2.2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 4395/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 10.9.2007 αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσιβλήτου και έλυσε των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού δέχθηκε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, την οποία επικύρωσε, την ύπαρξη ισχυρού κλονισμού στην έγγαμη σχέση των διαδίκων από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο της αναιρεσείουσας και καθιστούσαν αφόρητη για τον αναιρεσίβλητο την εξακολούθησή της, μολονότι η ένδικη αγωγή του δεν έχει ως βάση τέτοιο λόγο διαζυγίου, για τον οποίο παρόλα αυτά λύθηκε τελικά ο γάμος των διαδίκων.

Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει σαφώς ότι αυτή ως λόγο διαζυγίου των διαδίκων έχει ακριβώς τον επικαλούμενο ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, αφού εμφατικά στην ένδικη αγωγή αναφέρεται στις σελίδες 3 και 5 του ιστορικού της ότι εξ αιτίας της περιγραφόμενης εκεί συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας "ου μόνον εκλονίσθη ισχυρώς ο γάμος μας (δηλ.

των διαδίκων), εξ αποκλειστικής της αντιδίκου υπαιτιότητας, αλλά και κατέστη η μετά της αντιδίκου συμβίωση δι' εμέ (δηλ. τον αναιρεσίβλητο) εις τον οίκον μας αφόρητος". Μάλιστα στη συνέχεια παρατίθεται στην ένδικη αγωγή και αυτούσιο το κείμενο της διάταξης του άρθρ. 1439§1 ΑΚ, ενώ και στο αιτητικό της αγωγής τονίζεται ότι ζητείται να κηρυχθεί λυμένος ο γάμος των διαδίκων "ένεκα ισχυρού κλονισμού εξ υπαιτιότητας της εναγομένης και δια λόγους αφορώντας αποκλειστικώς το πρόσωπον αυτής".

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός.

3. Η διάταξη του άρθρ. 1439§1 ΑΚ, που ορίζει ότι καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα, καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, δηλαδή ανεξάρτητα από την ύπαρξη υπαιτιότητας, την οποία αποσυνδέει έτσι από τα κλονιστικά γεγονότα της έγγαμης σχέσης.

Συνεπώς για τη θεμελίωση και την παραδοχή αγωγής διαζυγίου που έχει ως βάση τον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος του έχει κλονισθεί από συγκεκριμένα γεγονότα που συνδέονται αιτιωδώς με το πρόσωπο της εναγομένης ή και των δύο συζύγων και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη γι' αυτόν.

Αντίθετα αν το κλονιστικό γεγονός αφορά μόνο το δικό του πρόσωπο, δεν έχει δικαίωμα διάζευξης κατά την ως άνω διάταξη του άρθρ. 1439§1 ΑΚ, ενώ αν αφορά και τους δυο συζύγους, το δικαίωμα διάζευξης γεννιέται ανεξάρτητα από το ποιος απ' αυτούς βαρύνεται περισσότερο με την ύπαρξή του. Παρέπεται ότι εφόσον για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο γεγονός, δεν δικαιολογείται για κανέναν από τους διαδίκους στη δίκη διαζυγίου έννομο συμφέρον για την έρευνα τυχόν υπαιτιότητας στην πρόκληση του κλονισμού, αφού και το δεδικασμένο της απόφασης διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας, αλλά περιορίζεται στο αντικείμενο της σχετικής δίκης (άρθρ. 324, 331 ΚΠολΔ), που είναι το διαπλαστικό δικαίωμα για τη λύση (κατ' αποτέλεσμα) του γάμου και όχι η δικαστική διάγνωση του αντίστοιχου λόγου.

Το γεγονός επομένως ότι η απόφαση διαζυγίου περιέχει, ενδεχομένως, δυσμενείς αιτιολογίες για κάποιον από τους διαδίκους, με την έννοια ότι αποδίδει τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης και σ' αυτόν ή αναφέρεται σε υπαιτιότητά του, είναι χωρίς νομική επιρροή, αφού οι σχετικές αιτιολογίες δεν έχουν προσόντα διατακτικού, ώστε να ιδρύεται αντίστοιχο δεδικασμένο, που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σε άλλη δίκη, όπως αυτή για την επιδίκαση μετά το διαζύγιο διατροφής σε πρώην σύζυγο κατά το άρθρ. 1442 ΑΚ (ΑΠ 33/2010, 642/2011, 1059/ 2011, 1242/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο και τον τρίτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμώνται ως ενιαίος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει με όμοιο τρόπο, ενώ έπρεπε να κρίνει απορριπτέα την ένδικη αγωγή, εφόσον μ' αυτή ζητείται η λύση του γάμου των διαδίκων για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, που όμως είναι απαράδεκτο αίτημα, αφού το στοιχείο της υπαιτιότητας δεν ερευνάται στη δίκη διαζυγίου που έχει ως βάση τον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έκρινε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, μη νόμιμο και απορριπτέο το σχετικό με την υπαιτιότητα αίτημα της ένδικης αγωγής, δηλαδή να κηρυχθεί λυμένος ο γάμος των διαδίκων εξαιτίας ισχυρού κλονισμού στην έγγαμη σχέση τους, οφειλόμενου όμως σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, απέρριψε δε ως αλυσιτελή τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της έφεσής της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 1439§1 ΑΚ, με βάση την οποία δέχθηκε στη συνέχεια κατ' ουσίαν την ύπαρξη ισχυρού κλονισμού στην έγγαμη σχέση των διαδίκων από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, οπότε ορθά ακολούθως απέρριψε εξ ολοκλήρου την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έλυσε το γάμο των διαδίκων για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς τους.

Το γεγονός εξ άλλου ότι με την ένδικη αγωγή ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, ως λόγος λύσης του γάμου τους, ζητείται να αποδοθεί σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, που όμως είναι κατά τα προεκτεθέντα μη νόμιμο αίτημα, δεν καθιστά μη νόμιμη την όλη αγωγή, αφού ο επικαλούμενος ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης αρκεί για να τη στηρίξει ως αυτοτελής λόγος διαζυγίου.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο και τον τρίτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει αυτοί να απορριφθούν. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.5.2011 αίτηση της Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 256/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ