1061/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Αυγούστου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10101/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1430/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1061/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
Full text
Απόφαση 1061 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1061/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INTERMEDIA ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γκιούγκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Αυγούστου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10101/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1430/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' καιγ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλητευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 8553/04-02-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15-03-2010 κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο (02-05-2011) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία του.
Στη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της πρώτης παραγράφου αυτού με το άρθρο 16 παρ. 5 ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται ότι "1. Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη επιτρέπεται, αν επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου 2.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια". Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι κατ' άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες έχουν ληφθεί κατά τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτες τις ένορκες βεβαιώσεις, που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν προσκόμισε αυτές στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που οι διάδκοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η λήψη υπόψη νέων αποδεικτικών μέσων στην κατ' έφεση δίκη, είναι δυνητική, εξαρτώμενη από την ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη σε πράγματα, κρίση του δικαστηρίου.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος αν η παράβαση αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι και οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338, 339 και 529 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, δεν αποτελούν οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι διάδικοι για να δικαιολογήσουν τη βραδεία προσκομιδή αποδεικτικών μέσων για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τις προτάσεις της ισχυρισμό, ότι η επίκληση και προσκομιδή το πρώτον ενώπιον του της υπ' αριθ. 997/2008 ένορκης βεβαίωσης που δόθηκε νομότυπα ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης και στην οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρά της Ν.
Γ. δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας και βαριά αμέλειά της, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά σε ανυπέρβλητο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ο εν λόγω μάρτυρας το οποίο δεν του επέτρεπε να προσέλθει και καταθέσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Εξάλλου, με τον ίδιο (πρώτο), κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του, την προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση, ενόψει της παραδοχής του ότι προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του από πρόθεση στρεψοδικίας και βαριά αμέλεια της αναιρεσείουσας, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παράβαση του δικαστηρίου αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου. Τέλος, απαράδεκτος είναι και ο ίδιος (πρώτος), κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παραπάνω ένορκη βεβαίωση απαραδέκτως προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του, από πρόθεση στρεψοδικίας και βαριά αμέλεια της αναιρεσείουσας, η κρίση του δε αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος. Εξάλλου από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή β) αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ή για παραμόρφωση εγγράφου (Α.Π. 765/2008, Α.Π. 1263/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή της για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του αναιρεσίβλητου εις βάρος της, απέρριψε την τελευταία (αγωγή), για το σχηματισμό της κρίσεώς του επί της προκειμένης υποθέσεως στηρίχθηκε μόνο στη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου Ν. Α. του Α., όχι δε και στην κατάθεση του δικού της μάρτυρα Θ. Μ. την οποία δεν εκτίμησε δεόντως και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες, τα οποία αναφέρονται στο αναιρετήριο. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες μ' αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1430/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ