Supreme Court partially allowed appeal against appellate court's failure to adjudicate specific claim due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellate court had accepted a set-off defense regarding insurance compensation without properly examining the appellant's claim for damages. The court ruled that the lower court failed to adjudicate the specific monetary request because the evidence was insufficient to prove the set-off at the first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when a court fails to adjudicate a specific claim, and the appellate court must correct this omission if the claim was raised and the evidence supports it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1061 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1061/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μεγάλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία "....... Ο.Ε.", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νομίμως, 2) ......, 3) ......, άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτη Γρύλλη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3955/2001 απόφαση οριστική του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1232/2002 μη οριστική και 1176/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 31/7/2003 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1123/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία δέχθηκε την αίτηση ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα, αναίρεσε την υπ' αριθμόν 1176/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πρωτοδικείο με άλλη σύνθεση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3074/2005 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 6035/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/7/2007 αίτησή της .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 7/2/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Αναίρεση, με βάση το άρθρο 559 αρ.9 Κ.πολ.Δ δημιουργείται και όταν το εφετείο εκτιμώντας εσφαλμένα την αγωγή θεώρησε ότι ζητείται μικρότερο ποσό, το οποίο και επιδίκασε, ενώ εζητείτο μεγαλύτερο ποσό (ΑΠ 1140/1993).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζητήσεως (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ) στο δικονομικό μας δίκαιο. Για το παραδεκτό του ανωτέρω λόγου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ πρέπει ο αναιρεσείων να έχει προβάλει τον ισχυρισμό στον οποίο στηρίζεται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' εξαίρεση, και αν δεν προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, είναι παραδεκτός, αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός της αναίρεσης μπορεί να προβληθεί παραδεκτά για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αν το ελάττωμα της απόφασης δεν υπήρχε κατά το χρόνο της συζήτησης, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι τότε δικάζεται η έφεση του εναγομένου, δεν είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και εξετάσει αίτηση που νομίμως είχε υποβάλει με την αγωγή του.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 1123/2004 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε και μεταξύ, των αυτών διαδίκων επί της αυτής ένδικης αγωγής έγινε δεκτό ότι με βάση το ιστορικό της αγωγής και το αίτημά της, μόνον η ενάγουσα, επικαρπώτρια και εμισθώτρια, τότε και τώρα αναιρεσείουσα, δικαιούται να ζητήσει, ως θετική ζημία, από τους εναγόμενους μισθωτές, τότε και τώρα αναιρεσίβλητους, όλο το ποσό της αξίας του καταστραφέντος μισθίου με βάση τη σύμβαση (μίσθωση) σύμφωνα με τα άρθρα 592, 594 και 288 του ΑΚ.
Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ως προς τη νομική λύση που έδωσε ο 'Αρειος Πάγος, τόσο το δικαστήριο της παραπομπής, (στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση μετά την εν μέρει παραδοχή της αναίρεσης, μόνον ως προς την και τώρα αναιρεσείουσα) αλλά και το 'Αρειο Πάγο που επιλαμβάνεται εκ νέου του αυτού νομικού ζητήματος στην ίδια υπόθεση (όπως εν προκειμένω) σύμφωνα με την Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 4.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, σχετικά με το αίτημα της ενάγουσας για επιδίκαση της θετικής ζημίας για την ανακατασκευή του μισθίου, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την ανακατασκευή του ολοσχερώς καταστραφέντος από την πυρκαϊά ανωτέρω κτιρίου και συγκεκριμένα για 1) εκσκαφές-επιχώσεις, 2) θεμελίωση και κατασκευή δαπέδων, 3) σκελετό κτιρίου-τοιχωμάτων (ανωδομή), 4) επικάλυψη στέγης, 5) κουφώματα κτιρίου, 6) βοηθητικό κτίσμα και 7) κατεδάφιση και αποκομιδή προϊόντων απαιτείται το συνολικό ποσό των 116.977.755 δραχμών ή 343.294,96 ευρώ, ήτοι οπωσδήποτε το ποσό των 291.466,73 ευρώ που δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, η οποία κατά τούτο δεν βάλλεται από την ενάγουσα με την έφεσή της.
Από το ποσό αυτό κατά τα άνω η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή να της επιδικασθεί το 1/3, ήτοι το ποσό των (291.466,73 Χ 1/3) 97.155,58 ευρώ, και συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε ότι το σχετικό αίτημα της ενάγουσας εν τέλει ήταν για το ποσό των 117.854 ευρώ, έσφαλε, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης των εναγομένων".
Με τον πρώτο λόγο (τρίτο μέρος) η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, επειδή, κατά τα εκτιθέμενα, ενώ δέχθηκε ότι η θετική ζημία από την καταστροφή του μισθίου ανέρχεται σε 343.294,96 ευρώ, οπότε το 1/3 που αντιστοιχεί στη δική της ζημία είναι 114.431,65 ευρώ, το Εφετείο επιδίκασε σ' αυτήν 97.155,58 ευρώ (το 1/3 από 291.466,73 ευρώ που είχε δεχθεί ως θετική ζημία του πρωτόδικο δικαστήριο), αφήνοντας έτσι αδίκαστο το αίτημα για το επιπλέον ποσό των 17.276,07 ευρώ.
Αλλά και σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, όπως δέχθηκε τούτο ο 'Αρειος Πάγος με την άνω απόφασή του (1123/2004) δικαιούχος όλου του ποσού της αποζημίωσης αυτής είναι η αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός, ορθώς εκτιμώμενος από τον αρ. 9 της Κ.Πολ.Δ 559, είναι βάσιμος, διότι η ενάγουσα με την αγωγή της προσδιόρισε το αιτούμενο ποσό της θετικής ζημίας σε 40.158.667 δρχ ή 117.853,75 ευρώ, (παρότι η συνολική δαπάνη ανακατασκευής ήταν μεγαλύτερη κατά την αγωγή, ανερχόμενη σε 353.562,20 ευρώ), το πρωτόδικο δε δικαστήριο αφού προσδιόρισε τη συνολική δαπάνη ανακατασκευής του μισθίου σε 291.466,73 ευρώ επιδίκασε (ορθώς) το αιτούμενο από αυτήν ενάγουσα μικρότερο ποσό των 117.854 ευρώ, ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων εκτιμώντας κατά λανθασμένο τρόπο το αίτημα της αγωγής επιδίκασε 97.155,58 ευρώ (291. 466,73 ευρώ χ 1/3).
Με τον λανθασμένο αυτό υπολογισμό ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με το αληθές περιεχόμενο, νομική βάση και αίτημα της αγωγής και εντεύθεν σε αντίθεση με την ΑΠ 1123/2004, το αίτημα της αγωγής δεν εκδικάστηκε πλήρως, αλλά έμεινε αδίκαστο όχι κατά το υπόλοιπο ποσό των 17.276,07 ευρώ όπως από εσφαλμένους αριθμητικούς υπολογισμούς αναγράφεται στην αναίρεση, αλλά τούτο έμεινε αδίκαστο κατά το πραγματικό υπόλοιπο ποσό των 20.698, 17 ευρώ, ήτοι 117..853, 75 ευρώ ή 40.158.773 δραχμές, το οποίο και επιδικάστηκε με την εκκαλούμενη μείον 97.155,58 ευρώ ή δραχμές 33.105.763,88 που δέχθηκε το Εφετείο ίσον 20.698,17 ευρώ (και όχι μόνον 17.276,07, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Ο λόγος αυτός πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός κατά το ανωτέρω σκέλος, διότι η απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου κατά τα υπόλοιπα σκέλη με τα οποία πλήττεται η απόφαση κατά την ίδια διάταξη για τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 20, 8, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που σε κάθε περίπτωση ως προς αυτές είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν .. 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, μία δε από τις προϋποθέσεις που θέτει το τελευταίο άρθρο για την καθυστερημένη υποβολή καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού είναι αν ο ισχυρισμός αποδεικνύεται εγγράφως.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, σχετικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων για συμψηφισμό στο ποσό της αποζημίωσης για την ανακατασκευή του μισθίου, του ποσού που εισέπραξε η ενάγουσα από την ασφαλιστική εταιρία, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Η επικαρπώτρια ενάγουσα και οι έχοντες την ψιλή κυριότητα του μίσθιου βιοτεχνικού κτιρίου γιοί της συνέπραξαν τη 17-10-2000 για την είσπραξη από κοινού της ασφαλιστικής αποζημίωσης από την ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ, που κατά τα άνω η μισθώτρια εναγομένη το είχε ασφαλίσει κατά του κινδύνου πυρκαϊάς, ήτοι του ποσού των 30.000.000 δραχμών ή 88.041,08 ευρώ, που αντιστοιχεί όμως σε μέρος της ως άνω δαπάνης ανακατασκευής του των 291.466, 73 ευρώ που δέχθηκε ως άνω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ σχετικά το από ......
ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΕΞΩΔΙΚΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΖΗΜΙΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΤΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ 30.000.000 δραχμών, που προσκομίζεται με νόμιμη επίκληση σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο). Μετά ταύτα και δεδομένου ότι μετά την ολική καταστροφή του εν λόγω μίσθιου βιοτεχνικού κτιρίου η επικαρπία εκτείνεται επί του ως άνω ανταλλάγματος των 30.000.000 δραχμών ή 88.041,08 ευρώ, πράγμα που σημαίνει ότι μετά την είσπραξή του το ποσό αυτό έχει περιέλθει στην εκμισθώτρια ενάγουσα , είναι βάσιμη η ένσταση μερικής εξόφλησης που προβάλλουν οι εναγόμενοι της κατά τα άνω αξιούμενης από την ενάγουσα θετικής ζημίας των 97.155, 88 ευρώ και πρέπει επομένως ως τέτοια να γίνει για το εν λόγω ποσό των 30.000.000 δραχμών ή 88.041,08 ευρώ δεκτή".
Το Εφετείο εξέτασε και δέχθηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό επειδή κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόταν από έγγραφο, το οποίο μνημονεύεται και ειδικώς, και κατ' ακολουθίαν, και υπό την εκδοχή ότι δεν είχε προβληθεί πλήρως και ορισμένως κατά την πρωτόδικη δίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Επίσης υπό τα ανωτέρω περιστατικά δεν ιδρύεται ούτε ο από την αρ 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη, ήτοι κατά το μέρος που άφησε αδίκαστο, κατά το άνω ποσό των 20.698,17 ευρώ, το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για αποκατάσταση, της θετικής της ζημίας ποσού 117.853,75 ευρώ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6035/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ