Supreme Court partially allows appeal against traffic accident verdict due to contradictory reasoning and insufficient facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a traffic accident verdict, remanding the case for retrial regarding specific parties. The court found the lower court's reasoning contradictory regarding whether a motorcycle was dragged and failed to address key facts about driver negligence and road conditions. Consequently, the judgment was set aside for the remanded portion, while the appeal was dismissed for the other parties involved.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62(a), 73, 159(2), 160(1), 556(1) of the Code of Civil Procedure and Article 35 of the Civil Code; A verdict is voidable if it contains contradictory reasoning or insufficient facts regarding liability, preventing effective appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1061 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1061/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1. ..............., 2. ..........., 3. ............., 4. ............, 5. ............., 6. .............. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καζά.
Των αναιρεσειόντων: 1. .............. και 2. ..............., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1. ................, 2. ............. και 3. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπακωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαϊου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2614/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6360/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Ιουλίου 2005 αίτησή τους και τους από 28 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1263/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 20 Ιουλίου 2006 κλήση των ήδη έξι πρώτων αναιρεσειόντων, στην οποία αναφέρεται ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς τους υπό στοιχεία 7 και 8 αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκ παραδρομής συμπεριελήφθησαν στην αίτηση, καθώς είχαν προαποβιώσει.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των υπό στοιχεία 7 και 8 εκ των αναιρεσειόντων, όπως σημειώνεται πιό πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 10 Μαϊου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του πρόσθετου αναιρετηρίου και όπως συμπληρώνεται με την παρούσα εισηγητική έκθεση και ν΄ απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων λόγων και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδαφ. α΄, 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 556 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και της διατάξεως του άρθρου 35 Α.Κ., η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο αναιρέσεως, φέρον ως αναιρεσείοντα πρόσωπο θανόν πριν από το χρόνο κατάθεσή του -με την οποία κατ΄ άρθρο 495 παρ. παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. συντελείται η άσκηση της αναιρέσεως- είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ.
α΄ Κ.Πολ.Δ. ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ.. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες σε φωτοαντίγραφο υπ΄ αριθ. ......... και ............ ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, συνταγείσες από τους ληξιάρχους Δήμου Παραβόλας και Δήμου Θεστιέων, αντίστοιχα, Νομού Αιτωλοακαρνανίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον ΄Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), οι εκ των αναιρεσειόντων υπό στοιχ. 7 και 8 (.............
και ..............) απεβίωσαν προ του χρόνου ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής (13-7-2005 και 29-3-2006, αντίστοιχα). Επομένως τα δικόγραφα αυτά είναι άκυρα και ως τέτοια πρέπει να απορριφθούν ως προς τους αμέσως άνω αναιρεσείοντες.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓπΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β΄, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από τη σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη, υπαίτια και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.
΄Ετσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση τοου δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το κατωτέρω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Στις 13-2-2002 και ώρα 16.45 ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, προστηθείς από τον δεύτερο τούτων στην οδήγηση του ανήκοντος κατά κυριότητα σ' αυτόν (δεύτερο) και ασφαλισμένου στην τρίτη από αυτούς ...........
ΔΧΦ αυτοκινήτου, οδηγούσε το εν λόγω φορτηγό αυτοκίνητο, κινούμενος επί της βοηθητικής άκρας δεξιάς λωρίδας της λεωφόρου ........... με κατεύθυνση προς τη λεωφόρο ........... Όταν έφθασε στη συμβολή της λεωφόρου ........ με την οδό ......... ακινητοποίησε το όχημά του πίσω από ένα επιβατηγό αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων που είχε σταματήσει προ του υπάρχοντος εκεί φωτεινού σηματοδότη.
Μετά την ένδειξη πράσινου φωτός στον σηματοδότη, άρχισε να κινείται κατευθείαν εμπρός, ακολουθώντας το προπορευόμενο ως άνω επιβατηγό αυτοκίνητο και διασχίζοντας τη διασταύρωση, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του επί της λεωφόρου ......... με κατεύθυνση προς τη λεωφόρο Αθηνών. Πριν από την είσοδό του στο μετά τη διασταύρωση ευρισκόμενο τμήμα της λεωφόρου ........, αντιληφθείς έναν θόρυβο προερχόμενο από τον αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του, εξήλθε από αυτό και διεπίστωσε ότι κάτω από τον τροχό αυτόν ευρίσκεται καταπλακωμένο το αριστερό πόδι του ........., συγγενούς των αναιρεσειόντων, ενώ το οδηγούμενο από τον ίδιο ...........
δίκυκλο μοτοποδήλατο είχε "σφηνωθεί" στο εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού με στραμμένο το εμπρόσθιο τμήμα του προς την οδό ........... Από την τελική θέση του μοτοποδηλάτου και από τις προκληθείσες στα δύο οχήματα βλάβες, ήτοι στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού και στο εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό και το δεξιό πλάγιο τμήμα του μοτοποδηλάτου, αποδεικνύεται ότι το μοτοποδήλατο εκινείτο καθέτως και από αριστερά, ως προς την πορεία του φορτηγού, με κατεύθυνση προς το .........
Ο οδηγός δε αυτού, παρόλο που το φορτηγό είχε αρχίσει να κινείται, παρεβίασε το ερυθρό φως του προ αυτού υπάρχοντος φωτεινού σηματοδότη και εισήλθε αιφνιδίως στη διασταύρωση, παρεμβληθείς στην πορεία του φορτηγού, μες συνέπεια το εν λόγω όχημα να παρασύρει το μοτοποδήλατό του και να προκαλέσει στο αριστερό πόδι του ίδιου τραύματος, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του στις 25-3-2002.
Τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι το μοτοποδήλατο, κινούμενο επί της λεωφόρου .......... ομορρόπως και έμπροσθεν του φορτηγού, κτυπήθηκε από αυτό στο οπίσθιο δεξιό τμήμα και παρασύρθηκε σε αρκετή απόσταση, τον απέρριψε το εφετείο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεχθέν ότι από το οικείο τμήμα τροχαίας δεν διαπιστώθηκαν βλάβες στο οπίσθιο μέρος του μοτοποδηλάτου, ούτε αποτυπώνονται ίχνη παρασύρσεως αυτού και του οδηγού επί του οδοστρώματος, ενός, εξάλλου, αν αυτό είχε παρασυρθεί, θα είχε καταστραφεί πλήρως και θα είχε επέλθει ακαριαίως ο θάνατος του οδηγού τους.
Ακολούθως, το εφετείο έκρινε ότι, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο θανατωθείς, ο οποίος, οδηγώντας το μοτοποδήλατο χωρίς την επιβαλλόμενη σύνεση και προσοχή και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και επιπλέον παραβιάζοντας τον προ αυτού ερυθρό σηματοδότη, εισήλθε αιφνιδίως στην πορεία του φορτηγού, το οποίο εκινείτο κανονικώς στην πορεία του.
Κατόπιν αυτών, το εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η σχετική αγωγή τους, περί επιδικάσεως σ' αυτούς αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για την περιουσιακή ζημία και την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν από τον τραυματισμό και την εν συνεχεία θανάτωση του άνω συγγενούς των.
Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του ατυχήματος, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Και τούτο, γιατί παρέλειψε να εκθέσει αν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων μπορούσε ή όχι να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του ατυχήματος. Ειδικότερα, δεν αναφέρει αν αυτός είχε ή όχι τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και, ιδίως, είχε ή όχι τη δυνατότητα να αντιληφθεί εγκαίρως το εξ αριστερών του κινούμενο μοτοποδήλατο και να εκτελέσει τους απαιτούμενους αποφευκτικούς χειρισμούς, δηλαδή να ακινητοποιήσει το όχημά του με τροχοπέδηση ή να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά, επιτρέποντας έτσι τη διέλευση του μοτοποδηλάτου.
Δεν αναφέρει επίσης αν η οδός ......... ήταν μονής ή διπλής κατευθύνσεως, ούτε προσδιορίζει το πλάτος αυτής και την απόσταση που είχε διανύσει το φορτηγό εντός της διασταυρώσεως, όταν ο οδηγός του (πρώτος αναιρεσιβλήτων) αντελήφθη τον θόρυβο από τον αριστερό τροχό του οχήματός του. Περαιτέρω, ενώ στη δεύτερη σελίδα του τρίτου φύλλου της αποφάσεώς του δέχεται ότι η αιφνίδια είσοδος του μοτοποδηλάτη στην πορεία του φορτηγού είχε ως "αποτέλεσμα το φορτηγό να παρασύρει το μοτοποδήλατο", στην πρώτη σελίδα του τέταρτου φύλλου αυτής δέχεται αντιφατικώς ότι δεν υπήρξε παράσυρση, διότι "η τροχαία (προδήλως εννοείται το σχεδιάγραμμα) δεν απεικονίζει ίχνη παράσυρσης του οδηγού και του μοτοποδηλάτου επί του οδοστρώματος" και διότι "αν εγίνετο παράσυρση του δικύκλου από το φορτηγό, τούτο θα είχε πλήρως καταστραφεί, ο δε οδηγός του θα είχε βρει ακαριαίο θάνατο".
Πρέπει, επομένως, κατά το βάσιμο, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του πρόσθετου αναιρετηρίου και όπως συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες (τους υπό στοιχ. 1 έως 6) και τους αναιρεσίβλητους, παραπεμφθεί η υπόθεση κατ΄ αυτό το μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε και θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των παραπάνω αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων της ως προς τους αναιρεσείοντες ......... και ............
-
Αναιρεί την 6360/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος της μεταξύ των λοιπών αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων.
-
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
-
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων υπό στοιχ. 1 έως και 6, την οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ