Supreme Court dismisses appeal on lack of legal interest and res judicata in property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred in jurisdiction and failed to apply specific civil code provisions, but the court found no legal interest to challenge the final judgment since the core issue of ownership had already been definitively resolved. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to overturn the decision due to the existence of res judicata covering the entire legal reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1061 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1061/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ιωάννη Παπανικολάου και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυπριώτη Νικόλαο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ.-Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 20-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3160/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5518/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον ν' ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση ένεκα του σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως. (Α.Π. 666/1986 Δνη 28,835. Α.Π. 523/1993 Δνη 35,1085). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 20.3.1999 αγωγής του αναιρεσιβλήτου στο δικόγραφο της οποίας έχουν σωρρευθεί αγωγή αναγνωρίσεως κυριότητας (άρθρα 70 και 1094 Α.Κ.) και αρνητική αγωγή (άρθρο 1108 Α.Κ.). Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι από τις παραπάνω αγωγές η αρνητική αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την αρνητική αγωγή, ανεξάρτητα από την βασιμότητά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων μετά την παραπάνω απόρριψη της αρνητικής αγωγής δεν έχει έννομο συμφέρον να προτείνει την πλημμέλεια αυτή.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικονομικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, δηλαδή τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη νόμου.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που διαγνώσθηκε τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα αυτής (μεταγενέστερης) αξίωσης. Επίσης προκύπτει ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, ακόμη και όταν μεταβλήθηκε απλά η δικονομική τους θέση, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.
Δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατά της απόφασης από την οποία παράγεται των εκτάκτων ενδίκων μέσω κατά της απόφασης από την οποία παράγεται. Επί απορρίψεως αγωγής προκειμένου να εξεταστεί αν υπάρχει δεδικασμένο, από την απόφαση που απέρριψε αυτήν, κωλύον την έρευνα του και ήδη με νέα αγωγή φερόμενο προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης αναφορικά με την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.
Α.Π. 15/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 651 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., οι τελεσίδικες αποφάσεις για τις διαφορές του άρθρου 17 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα αποτελούν δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την από 20.3.1999 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ισχυρίστηκε τα εξής:
Ότι επί της συμβολής των οδών Ηρακλείου 256 - 258 και Μ. Ασίας και εντός του υπ' αριθ. 42 οικοδομικού τετραγώνου του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής είχε ανεγερθεί από το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων μία προσφυγική τετρακατοικία, η οποία αποτελείται από τις δύο ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου με τους αριθ. 29 και 31 και από άλλες δύο όμοιες που βρίσκονται στο ανώγειο αυτής με τους αριθ. 30 και 32 και ειδικότερα πάνω από την υπ' αριθ. 29 κατοικία βρίσκεται η υπ' αριθ. 30 και πάνω από την υπ' αριθ. 31 βρίσκεται η υπ' αριθ. 32 κατοικία.
Ότι από τις κατοικίες αυτές οι τρεις και συγκεκριμένα οι υπ' αριθ. 30 και 32 ανώγειες και η υπ' αριθ. 31 ισόγειος ανήκουν κατά κυριότητα στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, η δε υπ' αριθ. 29 ισόγειος κατοικία ανήκει σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο) δυνάμει των αναφερομένων τίτλων, που έχουν μεταγραφεί. Ότι η ως άνω υπ' αριθ. 29 κατοικία βρίσκεται σε οικόπεδο επιφανείας 98,19 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται, από το οποίο μόνον τα 39,35 τ.μ.
τελούν σε συνιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου με την υπ' αριθ. 30 κατοικία, ιδιοκτησίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ τα υπόλοιπα 58,84 τ.μ. ανήκουν αποκλειστικά σ' αυτόν. Ότι με την υπ' αριθ. 1005/1946 άδεια της Πολεοδομίας Αθηνών ο δικαιοπάροχος και πατέρας του Αλεξ. Αρναούτογλου, αφού μετασκεύασε την υπ' αριθ. 29 κατοικία του σε κατάστημα, ανήγειρε το έτος 1946 έξω από το περίγραμμα των 39,35 τ.μ.
και εντός του οικοπέδου των 98,19 τ.μ. της άνω προσφυγικής οικοδομής και άλλο κατάστημα, το οποίο είναι συνεχόμενο του πρώτου και καταλαμβάνει έκταση 58,84 τ.μ. και ότι η κυριότητα του παραπάνω ακινήτου περιήλθε σ' αυτόν από κληρονομία δυνάμει του υπ' αριθ. .../1982 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Κ.
Μπάμπαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και σε τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση των αναφερομένων πράξεων νομής σ' αυτό με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του. Με βάση τα περιστατικά αυτά και με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αμφισβητεί την κυριότητά του επί του ισογείου καταστήματος που ανεγέρθηκε επί του ως άνω οικοπεδικού τμήματος των 58,84 τ.μ.
και της υπεράνω αυτού αέρινης στήλης ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του αυτής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη υπ' αριθ. 3896/2000 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, που έγινε τελεσίδικη μετά την απόρριψή της κατ' αυτής ασκηθείσης εφέσεως με την επίσης προσκομιζομένη υπ' αριθ. 3401/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων με την από 16.12.1999 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι η παραπάνω τετρακατοικία έχει ανεγερθεί επί ενιαίου οικοπέδου και ότι δεν έχει καθοριστεί το αναλογούν σε καθεμία από τις τέσσερες επί μέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες το ποσοστό της αναγκαστικής εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο κοινόκτητο οικόπεδό της, με αποτέλεσμα να προκύπτουν σοβαρές μεταξύ των κυρίων των ανεξάρτητων κατοικιών, ζήτησε να αναγνωρισθεί το ποσοστό συγκυριότητάς του στο ενιαίο οικόπεδο επί του οποίου έχει ανεγερθεί η τετρακατοικία, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ως άνω οικοπεδικό τμήμα των 58,94 τ.μ., στο οποίο ο αναιρεσίβλητος, με την παραπάνω από 20.3.1999 αγωγή του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ανήκει στην αποκλειστική του κυριότητα.
Την αγωγή αυτή που δικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 Κ.Πολ.Δ., ως διαφορά του άρθρου 17 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη το Μονομελές Πρωτοδικείο με την αιτιολογία ότι το παραπάνω εδαφικό τμήμα των 58,84 τ.μ. ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του αναιρεσιβλήτου διότι ως τέτοιο είχε παραχωρηθεί στην απώτερη δικαιοπάροχό του με το μεταγραμμένο υπ' αριθ. 8040/1940 τίτλο κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας και συνεπώς δεν είναι συνιδιόκτητο των διαδίκων.
Ενόψει τούτων είναι φανερό ότι από την απόφαση αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έγινε τελεσίδικη, υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος των 58,84 τ.μ. Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο την ύπαρξη του παραπάνω δεδικασμένου και στη συνέχεια να δεχθεί με βάση αυτό την ένδικη αναγνωριστική αγωγή αυτού, απορρίπτοντας την ένσταση συγκυριότητας που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 16 περ.
α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη του παραπάνω δεδικασμένου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων όπως είναι οι παραπάνω περί δεδικασμένου διατάξεις του Κ.Πολ.Δικονομίας.- Επειδή, ο αναιρεσείων με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 117, 935 Α.Κ., 2 και 8 του ν. 3741/1923, 1 του ν. 1562/1985 και 72 του β.δ. 330/1960, ενώ με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 8040/1940 τίτλου κυριότητας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή με βάση το παραπάνω δεδικασμένο και δεν εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ούτε εκτίμησε τον παραπάνω τίτλο κυριότητας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2004 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5518/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ