Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional error grounds as lower court correctly exercised substantive jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Larissa Court of Appeal's final decision rejecting the State's notice of objection. The State argued the Monomelous District Court lacked substantive jurisdiction over the tax debt execution notice, claiming it should have been the Plurality District Court. The Court ruled that the Monomelous District Court correctly exercised its substantive jurisdiction over the notice of objection regarding administrative execution, rendering the jurisdictional error argument inadmissible and baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 33 of Law 356/1974 (KEDE); Art. 559 of the Code of Civil Procedure: A cassation ground based on erroneous acceptance of substantive jurisdiction by the court of first instance is inadmissible if the appellate court, within its substantive jurisdiction, correctly ruled on the matter despite rejecting a similar objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1060 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1060/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, κατοικοεδρεύοντα στα Τρίκαλα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΣΥΡΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σαμαρτζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/3/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8.3.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 95/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και απέρριψε την έφεση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 274/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, το οποίο α) έκανε δεκτή την ανακοπή της πρώτης ανακόπτουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και β) έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή της δεύτερης ανακόπτουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν.δ 356/1974 ( ΚΕΔΕ), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 67 Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ A 58/23.4.2010), το οποίο όριζε ότι, εάν ο τρίτος δεν προβεί στη δήλωση ή προβεί μεν σ` αυτή αλλά εκπροθέσμως ή όχι κατά τον τύπο που διαγράφεται στο άρθρο 32 του παρόντος ν.δ/τος, λογίζεται ως οφειλέτης ολόκληρης της ποσότητας για την οποία έγινε η κατάσχεση, προκύπτει ότι η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε ή η εκπρόθεσμη ή η παράτυπη δήλωση δημιουργούσε αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά του οποίου δεν χωρούσε ανταπόδειξη, σε αντίθεση με τον ΚΠολΔ και το άρθρο 985 παρ.3 αυτού, σύμφωνα με το οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.
Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι εφόσον ο τρίτος, κατά του οποίου υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου για απόδοση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπροθέσμως την προβλεπόμενη στο άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωση, θεωρείται ότι οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου μόνο το χρηματικό ποσό ή την ποσότητα κινητών πραγμάτων που έλαβε από αυτόν και δεν καθίσταται οφειλέτης κατ` αμάχητο τεκμήριο ολόκληρου του ποσού, το οποίο ο οφειλέτης του Δημοσίου οφείλει στο τελευταίο (ΑΠ 918/2020, ΣΤΕ 1904/2010, ΣΤΕ 47/2003).
Εξάλλου το άνω άρθρο 33 του ΚΕΔΕ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ A 58/23.4.2010), το οποίο ορίζει ότι "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση". Με τη διάταξη αυτή διαφοροποιούνται οι συνέπειες της παράλειψης από τον τρίτο υποβολής δήλωσης ή υποβολής αυτής εκπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, διατηρείται το τεκμήριο της οφειλής εκ μέρους του τρίτου όλης της κατασχεθείσας απαίτησης του Δημοσίου κατά του καθ' ου, πλην όμως, για λόγους χρηστής διοίκησης και επιείκειας, το παραπάνω τεκμήριο τώρα γίνεται μαχητό και παρέχεται η δυνατότητα στον τρίτο να το ανατρέψει, προσβάλλοντας την εις βάρος του ταμειακή βεβαίωση και αποδεικνύοντας ότι η οφειλή του προς τον καθ' ου η κατάσχεση είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη του ποσού για το οποίο έγινε κατάσχεση (ΑΠ 918/2020, βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 3842/2010 υπό το αρθρ.67).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 328/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 598/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33, 35 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 115 ν. 2238/1994, δεχόμενο εσφαλμένα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι οι ένδικες κατασχέσεις κινητής και ακίνητης περιουσίας έχουν επιβληθεί σε βάρος των ανακοπτουσών ως τρίτων προσώπων για χρέη ετέρου οφειλέτη του Δημοσίου, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι επρόκειτο για κατάσχεση που επιβλήθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα για τα ατομικά της χρέη, καθώς και για χρέη για τα οποία ευθύνεται λόγω της ιδιότητάς της ως διαχειρίστριας της δεύτερης ανακόπτουσας εταιρείας και ότι η επιβληθείσα σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας εταιρείας κατάσχεση αφορά ατομικά της χρέη.
Επιπλέον, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 67 παρ. 1 Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), δεχόμενο ότι η διάταξη του άρθρου 33 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο και παρέχει τη δυνατότητα στον τρίτο να αποδείξει ότι η οφειλή του προς τον οφειλέτη του Δημοσίου είναι ανύπαρκτη ή μικρότερη από την κατασχεθείσα απαίτηση, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο, ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά του οποίου δεν χωρεί ανταπόδειξη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 7.4.2010 η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν.δ. 356/74 (ΚΕΔΕ), προχώρησε στην έκδοση του εγγράφου με αριθμό ειδικού βιβλίου 1/2010 και αριθμό πρωτοκόλλου ....2010 και τίτλο αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου και επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", ήδη 2η ανακόπτουσα-εφεσίβλητη, της οποίας διαχειρίστρια είναι η 1η ανακόπτουσα-εφεσίβλητη, Α.
Σ. του Χ., μέχρι του ποσού των 145.582.206,12 ευρώ. Προς τούτο ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων έλαβε υπόψη του ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη της Α. Σ. του Χ., με ΑΦΜ ..., προς το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονταν τότε στο χρηματικό ποσό των 145.582.206,12 ευρώ, όπως αναλύονταν στον πίνακα χρεών που ήταν ενσωματωμένος στο ανωτέρω έγγραφο (με αριθμό πρωτοκόλλου 7.301/ 7.4.2010).
Στην επικεφαλίδα του ανωτέρω πίνακα χρεών αναγράφονται (μεταξύ άλλων) τα εξής ουσιώδη: Δ.Ο.Υ. Τρικάλων. Είδος μέτρου: Αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Α/Α και Έτος: 1/2010. ΑΦΜ .... Ονοματεπώνυμο ή Επωνυμία: Σ. Α. Χ. Στο κείμενο του ανωτέρω πίνακα χρεών παρατίθενται διάφορα χρέη, με επαρκώς αναλυτική περιγραφή, το σύνολο των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 145.582.206,12 ευρώ και το μέγιστο μέρος των οποίων προέρχεται από πρόστιμα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.
Περαιτέρω, στο ανωτέρω έγγραφο αναγκαστικής κατάσχεσης αναγράφονται τα εξής: "Κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας ως τρίτου όσα οφείλετε ή μέλλετε να οφείλετε ως ενοικιαστής του πιο πάνω οφειλέτη και μέχρι του ποσού των 145.582.206,12 ευρώ, και σας προσκαλώ όπως εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του παρόντος, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, καταθέσετε τα κατασχημένα χρήματα στη Δ.Ο.Υ. ...
Θέτουμε υπόψη σας τα εξής: Σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33 του ΚΕΔΕ η δήλωση τρίτου, έστω και αρνητική, πρέπει να γίνει εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου. ... Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί σε εκπρόθεσμη δήλωση ή η δήλωση δεν έχει τον προαναφερόμενο τύπο, ο τρίτος λογίζεται ως οφειλέτης της όλης ποσότητας, για την οποία έγινε η κατάσχεση, και διώκεται ως οφειλέτης, λαμβανομένων σε βάρος του όλων των προβλεπομένων από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρων. ...".
Από το περιεχόμενο του ανωτέρω έγγραφου αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αποδεικνύεται άμεσα ότι η αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ανωτέρω εταιρείας για το ποσό των 145.582.206,12 ευρώ, επιβλήθηκε εξαιτίας της ιδιότητας της ανωτέρω εταιρείας ως μισθώτριας ακινήτου της Α. Σ. του Χ., η οποία όφειλε τότε στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 145.582.206,12 ευρώ από διάφορες αιτίες, (κυρίως εξαιτίας επιβολής υπέρογκων προστίμων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων).
Η εταιρεία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" ήταν τότε μισθώτρια ακινήτου της οφειλέτριας της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, Α. Σ. του Χ., και το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με ημερομηνία 4.8.2008, το οποίο κατατέθηκε στην Δ.Ο.Υ. Τρικάλων στις 22.8.2008 και έλαβε αριθμό καταχώρισης 5.253, και από ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με ημερομηνία 7.8.2008, το οποίο κατατέθηκε στην Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων στις 05.09.2008 και έλαβε αριθμό καταχώρησης 5.544. Η 1η ανακόπτουσα, Α. Σ. του Χ., διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας, και η Α. Σ. του Χ., οφειλέτρια τότε του Ελληνικού Δημοσίου, είναι αδελφές μεταξύ τους.
Στις 12.4.2010 επιδόθηκε στην Α. Σ., ως διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", το ανωτέρω έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων με αριθμό ειδικού βιβλίου 1/2010 και αριθμό πρωτοκόλλου ....2010 περί επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Παρόλα αυτά η Α. Σ., ως διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", δεν προέβη σε δήλωση τρίτου, όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ).
Μετά από δύο χρόνια περίπου, ήτοι στις 3.5.2012 η ανωτέρω εταιρεία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ Τρικάλων, εξαιτίας της αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, η οποία είχε επιβληθεί, το ποσό των 280 ευρώ με το υπ' αριθμόν 5.115/3.5.2012 διπλότυπο είσπραξης, ως μίσθωμα Μαΐου 2012, προς εξόφληση μέρους της ανωτέρω οφειλής της Α.
Σ. Επίσης, στις 25.7.2012 η ανωτέρω εταιρεία κατέβαλε για τον ίδιο λόγο το ποσό των 280 ευρώ με το υπ' αριθμόν ....2012 διπλότυπο είσπραξης, ως μίσθωμα Ιουνίου 2012. Έκτοτε δεν έγινε άλλη καταβολή χρημάτων εκ μέρους της ανωτέρω εταιρείας προς τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων για τον ανωτέρω λόγο. Στις 25.7.2012 επιδόθηκε στην Α. Σ. η ειδοποίηση - πρόσκληση με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΜ ΕΙΣ ...
της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης Τμήμα Γ της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Στη συνέχεια βεβαιώθηκε (με το υπ' αριθμόν ΑΤΒ ....2012 έγγραφο) σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε." με ΑΦΜ ... το ποσό των 174.344.441,74 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν.δ. 356/1974, στο οποίο αναφέρεται (κατά τη διατύπωση του ανωτέρω εγγράφου) ότι "Εάν ο τρίτος δεν προβεί εις δήλωσιν ή προβεί μεν εις τοιαύτην αλλ' εκπροθέσμως ή ουχί κατά τον υπό του άρθρου 32 του παρόντος Ν.
Διατάγματος διαγραφόμενον τύπον, λογίζεται ως οφειλέτης της όλης ποσότητος, δι' ην εγένετο παρ' αυτώ κατάσχεσις". Στις 19.09.2013 εκδόθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων η παραγγελία για αναγκαστική κατάσχεση με αριθμό ειδικού βιβλίου 286/2013 και αριθμό πρωτοκόλλου ... κατά της Α. Σ. του Χ. για ατομικές ληξιπρόθεσμες οφειλές και ως συνυπεύθυνης (λόγω της ιδιότητάς της) ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 115 του ν. 2238/1994, και στις 9 Οκτωβρίου 2013 κατασχέθηκε το ανωτέρω ισόγειο διαμέρισμα της καθ' ης η εκτέλεση, Α.
Σ. του Χ., με την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Κ. Π., η οποία φέρει αριθμό 1.847 και ημερομηνία 09.10.2013. Επίσης, στις 19.09.2013 εκδόθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων η παραγγελία για αναγκαστική κατάσχεση με αριθμό ειδικού βιβλίου 285/2013 και αριθμό πρωτοκόλλου ... κατά της εταιρείας "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" για ληξιπρόθεσμες οφειλές και στις 10 Οκτωβρίου 2013 κατασχέθηκαν τα ανωτέρω κινητά πράγματα της καθ' ης η εκτέλεση, εταιρείας "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", με την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Κ.
Π., η οποία φέρει αριθμό 1.848 και ημερομηνία 10.10.2013. Προκειμένου να ανακρούσει την ένδικη ανακοπή, η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων διατύπωσε τις εξής απόψεις: Ότι οι υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2013 και ....2013 ταμειακές βεβαιώσεις του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, όπως αναφέρεται στο ανωτέρω δικόγραφο και ζητείται να ακυρωθούν, είναι ανύπαρκτες ως τίτλος χρηματικού καταλόγου (ή Α.Τ.Β.) στα βιβλία της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων, διότι τα έγγραφα με αριθμό πρωτοκόλλου ....2013 (και όχι ....2013, όπως αναφέρεται στο ένδικο δικόγραφο) και ....2013 (και όχι ....2013, όπως αναφέρεται στο ένδικο δικόγραφο), της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, αφορούν παραγγελίες για αναγκαστική κατάσχεση, (ήτοι την με αριθμό ειδικού βιβλίου .../2013 και αριθμό πρωτοκόλλου ... και με αριθμό ειδικού βιβλίου .../ 2013 και αριθμό πρωτοκόλλου ...). (Από την ανάγνωση των εγγράφων της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων με αριθμό πρωτοκόλλου ....2013 και με αριθμό πρωτοκόλλου ....2013, προκύπτει άμεσα ότι τα έγγραφα αυτά είναι ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπρόθεσμων χρεών για ειδοποίηση προ κατάσχεσης και όχι πράξεις βεβαίωσης ληξιπρόθεσμων χρεών). Στην με αριθμό ειδικού βιβλίου .../ 2013 και αριθμό πρωτοκόλλου ... παραγγελία για αναγκαστική κατάσχεση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων κατά της εταιρείας "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" υπάρχει συνημμένος πίνακας ληξιπρόθεσμων οφειλών, συνολικού ποσού 191.836.177,41 ευρώ, τα οποία βεβαιώθηκαν από το έτος 2007 μέχρι το έτος 2013 (σε βάρος της Α. Σ. του Χ.). Στην με αριθμό ειδικού βιβλίου .../2013 και αριθμό πρωτοκόλλου ... παραγγελία για αναγκαστική κατάσχεση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων κατά της Α. Σ. του Χ. υπάρχει συνημμένος πίνακας ληξιπρόθεσμων οφειλών, συνολικού ποσού 191.836.688,15 ευρώ, της εταιρείας "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", της οποίας είναι διαχειρίστρια και συνυπεύθυνη η Α. Σ. του Χ., σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρου 115 του ν. 2238/1994, τα οποία βεβαιώθηκαν από το έτος 2007 μέχρι το 2013 (σε βάρος της Α.
Σ. του Χ.). Επειδή η εταιρεία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", ως τρίτος, δεν προέβη σε δήλωση τρίτου σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν.δ. 356/1974, η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων βεβαίωσε, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και σύμφωνα με την ΠΟΛ 1138/2006 του Υπουργείου Οικονομικών και σύμφωνα με τη Γνωμάτευση 57/2006 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σε βάρος της εταιρείας "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" ποσό 95.906.384,42 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων 78.438.057,35 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 174.344.441,77 ευρώ (με Α.Τ.Β. ....2012).
Ειδικότερα, η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων είχε τη γνώμη ότι ως φορολογική αρχή όφειλε, εφόσον δεν είχε υποβληθεί δήλωση τρίτου, να προβεί σε βεβαίωση εν στενή έννοια και, συγκεκριμένα, στη δημιουργία της υπ' αριθμόν ....2012 ταμειακής βεβαίωσης, προκειμένου να συσταθεί νόμιμος τίτλος είσπραξης και σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ ο τρίτος, δηλαδή η δεύτερη ανακόπτουσα εταιρεία με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε", να καταστεί πρωτοφειλέτης, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 7 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), στο οποίο ορίζεται ότι "Από της επόμενης ημέρας, καθ' ην κατά το άρθρο 5 του παρόντος Ν.
Διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιο καθίστανται ληξιπρόθεσμα, ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους". Κατόπιν, η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων εξέδωσε σε βάρος της ανακόπτουσας εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε." την με αριθμό πρωτοκόλλου ....2013 και αριθμό ειδικού βιβλίου .../2013 παραγγελία κατάσχεσης, στην οποία βασίστηκε η σύνταξη της υπ' αριθμόν ....2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας, κατά το άρθρο 7 του ΚΕΔΕ.
Ως προς την πρώτη ανακόπτουσα, Α. Σ. του Χ., εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου ....2013 και αριθμό ειδικού βιβλίου .../2013 παραγγελία κατάσχεσης, στην οποία βασίστηκε η σύνταξη της υπ' αριθμόν ....2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, η οποία αφορά (σύμφωνα με την άποψη της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων) ατομικά χρέη της Α.
Σ. του Χ. καθώς και χρέη της εταιρείας "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε", για τα οποία ευθύνεται η Α. Σ. του Χ. με την ιδιότητα του διαχειριστή, όπως ορίζεται στην ΠΟΛ. 1003/2004, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 115 ν. 2238/1994. Σύμφωνα με την άποψη της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, (την οποία δέχεται το Ελληνικό Δημόσιο ως ορθή και υποστηρίζει σε τούτη τη δίκη), από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι επίδικες κατασχέσεις δεν είναι κατασχέσεις κινητών και ακινήτων, οι οποίες έχουν επιβληθεί σε βάρος τρίτων προσώπων για χρέη άλλου οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτουσες, αλλά είναι κατασχέσεις που επιβλήθηκαν στην πρώτη ανακόπτουσα, Α.
Σ. του Χ., για τα ατομικά της χρέη καθώς και για χρέη, για τα οποία ευθύνεται ως διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας της, και ότι η κατάσχεση που επιβλήθηκε στη δεύτερη ανακόπτουσα, εταιρεία με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.", αφορά ατομικά χρέη της, τα οποία προέκυψαν μετά από νόμιμη βεβαίωση οφειλής που έγινε σε βάρος της από τη Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων, η οποία ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και, συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33, όπου ορίζονται οι συνέπειες της μη υποβολής δήλωσης από τον τρίτο. Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι είναι εντελώς εσφαλμένες οι απόψεις της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων (και, περαιτέρω, οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, Ελληνικού Δημοσίου) ότι: ι) είναι δυνατή η κατάσχεση ακινήτου τρίτου προσώπου για χρέη που υπέχει προς οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου, όταν κατά του τρίτου υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου για απόδοση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων, και ιι) εφόσον ο τρίτος, κατά του οποίου υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου για απόδοση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα την προβλεπόμενη στο άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωση, οφείλει στο Ελληνικό Δημόσιο ολόκληρο το χρηματικό ποσό, το οποίο οφείλει ο οφειλέτης του Δημοσίου, και όχι, απλώς, ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή την ποσότητα κινητών πραγμάτων που οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου.
Περαιτέρω, όλες οι επίδικες ενέργειες της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, οι οποίες θεμελιώθηκαν στις ανωτέρω εσφαλμένες απόψεις της ως προς τα αποτελέσματα που είχε η παράλειψη των ανακοπτουσών να προβούν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε δήλωση τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 και 33 του ΚΕΔΕ, και είχαν ως κατάληξη την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης και κινητής περιουσίας σε βάρος των ανακοπτουσών με τις επίδικες εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης (υπ' αριθμόν ....2013 και ....2013) του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Κ.
Π., είναι άκυρες, όπως αποφάνθηκε ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα, η υπ' αριθμόν ....2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Κ. Π. και οι αντίστοιχες επίδικες ενέργειες της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, είναι άκυρες, διότι δεν είναι δυνατή η κατάσχεση ακινήτου τρίτου προσώπου για χρέη του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν κατά του τρίτου υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου για απόδοση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων.
Η υπ' αριθμόν ....2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Κ. Π. και οι αντίστοιχες επίδικες ενέργειες της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων είναι άκυρες κατά ένα μέρος, ήτοι κατά το μέρος πέραν του ποσού των 9.975 ευρώ, (το οποίο όφειλε, πράγματι, η 2η ανακόπτουσα, εταιρεία με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", προς την οφειλέτρια του Ελληνικού δημοσίου, Α.
Σ. του Χ., ως μισθώματα ακινήτου), διότι, εφόσον ο τρίτος, κατά του οποίου υφίσταται απαίτηση του οφειλέτη του Δημοσίου για απόδοση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, δεν υποβάλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα την προβλεπόμενη στο άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωση, θεωρείται ότι οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή την ποσότητα κινητών πραγμάτων που έλαβε από αυτόν, και όχι το ποσό, το οποίο οφείλει ο οφειλέτης του Δημοσίου στο Δημόσιο.".
Κατόπιν τούτων το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος (με αριθμούς 9 και 10) ως ουσιαστικά αβάσιμους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 35 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 115 ν. 2238/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 του ν.
δ. 356/1974 ΚΕΔΕ (όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 67 παρ. 1 Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), κρίνοντας ότι η μισθώτρια - δεύτερη αναιρεσίβλητη καθίσταται οφειλέτρια μόνο για την ως άνω απαίτηση που έχει η οφειλέτρια του Δημοσίου, Α. Σ. κατ' αυτής και όχι για ολόκληρη την απαίτηση που έχει το Δημόσιο κατά της τελευταίας.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στις 7.4.2010 η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν.δ. 356/74 (ΚΕΔΕ), προχώρησε στην έκδοση του εγγράφου με αριθμό ειδικού βιβλίου .../2010 και αριθμό πρωτοκόλλου ....2010 και τίτλο αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου και επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Συρματουργία Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", δεύτερη ανακόπτουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, της οποίας διαχειρίστρια είναι η πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, Α.
Σ. του Χ., μέχρι του ποσού των 145.582.206,12 ευρώ, εξαιτίας της ιδιότητας της ανωτέρω εταιρείας ως μισθώτριας ακινήτου της Α. Σ. του Χ., η οποία όφειλε τότε στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 145.582.206,12 ευρώ από διάφορες αιτίες (κυρίως εξαιτίας επιβολής προστίμων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων) και στις 12.4.2010 επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ως διαχειρίστρια της εταιρείας, το ανωτέρω έγγραφο της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων περί επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Παρόλα αυτά η Α. Σ., ως διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας, δεν προέβη σε δήλωση τρίτου, όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και μετά από δύο χρόνια περίπου, ήτοι στις 3.5.2012, η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ Τρικάλων, εξαιτίας της επιβληθείσας αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, προς εξόφληση μέρους της ανωτέρω οφειλής της Α.
Σ., το ποσό των 280 ευρώ ως μίσθωμα Μαΐου 2012 και στις 25.7.2012 το ποσό των 280 ευρώ ως μίσθωμα Ιουνίου 2012, έκτοτε δε δεν έγινε άλλη καταβολή χρημάτων εκ μέρους της ανωτέρω εταιρείας προς τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων για τον ανωτέρω λόγο και το οφειλόμενο ποσό της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην εκμισθώτρια - οφειλέτρια του Δημοσίου ανέρχεται στο ποσό των 9.975,00 ευρώ και, ως εκ τούτου, ως προς το ποσό αυτό πρέπει να περιοριστεί η ευθύνη της κατ' άρθρο 33 ΚΕΔΕ.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, με την προϊσχύσασα μορφή του άρθρου 33 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 3842/2010, ήτοι μέχρι την 23.4.2010 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, καθώς η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 12.4.2010), εισαγόταν μεν αμάχητο τεκμήριο περί της οφειλής του τρίτου προς το Δημόσιο, πλην όμως η αληθής έννοια της διάταξης αυτής, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία, είναι ότι, εάν ο τρίτος, κατά του οποίου υφίσταται απαίτηση του Δημοσίου, δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα την προβλεπόμενη από το άρθρο 32 ΚΕΔΕ δήλωση, καθίσταται οφειλέτης μόνο για την απαίτηση που έχει ο οφειλέτης του Δημοσίου κατά του τρίτου και όχι για ολόκληρη την απαίτηση που έχει το Δημόσιο κατά του οφειλέτη του και εν προκειμένω η μισθώτρια - δεύτερη αναιρεσίβλητη καθίσταται οφειλέτρια μόνο για την ως άνω απαίτηση που έχει η οφειλέτρια του Δημοσίου, Α.
Σ., κατ' αυτής και όχι για ολόκληρη την απαίτηση που έχει το Δημόσιο κατά της τελευταίας. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 30, 32, 35 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 115 ν. 2238/1994 καθώς και της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 33 του ν.
δ. 356/1974 ΚΕΔΕ (όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 67 παρ. 1 Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), κρίνοντας ότι κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η μισθώτρια - δεύτερη αναιρεσίβλητη καθίσταται οφειλέτρια μόνο για την ως άνω απαίτηση που έχει η οφειλέτρια του Δημοσίου, Α. Σ. κατ' αυτής και όχι για ολόκληρη την απαίτηση που έχει το Δημόσιο κατά της τελευταίας.
Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 142/2023, ΑΠ 74/2022, ΑΠ 405/2020, ΑΠ 461/2018, ΑΠ 679/2016).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ανακοπή. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, προκύπτει ότι οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ιστορούσαν σ' αυτήν ότι δυνάμει των αναλυτικά αναφερομένων στο δικόγραφο της ανακοπής κατασχετηρίων εγγράφων της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων επιβλήθηκε στα χέρια τους, ως τρίτων, αναγκαστική κατάσχεση για ληξιπρόθεσμες οφειλές της οφειλέτριας του Δημοσίου, Α. Σ. του Χ., συνολικού ύψους 191.836.688,15 ευρώ. Ότι δεν υπέβαλαν τη δήλωση ως τρίτων σύμφωνα με το άρθρο 32 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ). Ότι ακολούθως η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων προέβη στη βεβαίωση των σχετικών οφειλών σε βάρος τους, εκδίδοντας τις υπ' αριθ. ....2013 και ....2013 ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπρόθεσμων χρεών (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρονται στο δικόγραφο ως ταμειακές βεβαιώσεις) και στις 9.10.2013 και 10.10.2013 επιδόθηκαν στην πρώτη και δεύτερη εξ αυτών αντίστοιχα, οι υπ' αριθ. ....2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της πρώτης και ....2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας της δεύτερης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Κ.
Π., με τις οποίες κατασχέθηκαν αντίστοιχα ένα ισόγειο διαμέρισμα εντός της πόλεως των Τρικάλων ιδιοκτησίας της πρώτης ανακόπτουσας και ο κινητός εξοπλισμός της δεύτερης ανακόπτουσας. Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενες τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους, ζήτησαν να ακυρωθούν οι υπ' αριθ. πρωτ. ....2013 και ....2013 ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπρόθεσμων χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων και οι υπ' αριθ. ....2013 και ....2013 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης και κινητής περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Κ. Π.. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, η ανακοπή είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που δικαιολογούν την άσκησή της κατά του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένο αίτημα, χωρίς να δημιουργείται αοριστία εξαιτίας της, εκ προφανούς παραδρομής, στο δικόγραφο της ανακοπής αναφοράς των υπ' αριθ.
πρωτ. ....2013 και ....2013 ατομικών ειδοποιήσεων ληξιπρόθεσμων χρεών ως ταμειακών βεβαιώσεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ανακοπή ήταν ορισμένη, απορρίπτοντας την προταθείσα από το καθ' ου - αναιρεσείον ένσταση περί αοριστίας της ανακοπής, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 άρθρου 73 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), που έχει τον υπέρτιτλο "Ανακοπαί υπό του οφειλέτου" όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ`ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως Ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν....β)...ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη". Κατά δε το άρθρο 75 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητας".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, παρέχει στον οφειλέτη, ως άμυνα, δύο είδη ανακοπών: Την ανακοπή της πρώτης παραγράφου, που ασκείται πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, η οποία είναι ειδικότερη μορφή της κοινής ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, και την ανακοπή της δεύτερης παραγράφου, που ασκείται μετά την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, δηλαδή μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του οφειλέτη και η οποία αφορά δίκη σχετική με την εκτέλεση (ΑΠ 991/2019).
Η διάταξη οριοθετεί την προθεσμία για την άσκηση των ως άνω δύο ανακοπών, έτσι ώστε με την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης λήγει η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 73 παρ.1 και αρχίζει η προθεσμία της δεύτερης ανακοπής του άρθρου 73 παρ.2, που είναι ομοίως απρόθεσμη, καθώς δεν τάσσεται από το νόμο προθεσμία για την άσκησή της ενόσω διαρκεί η εκτέλεση (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η προθεσμία οριοθετείται σε συνδυασμό με το άρθρο 75 παρ. 2 ΚΕΔΕ και λήγει με την πάροδο δέκα ημερών από την επόμενη ημέρα του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης για τον οφειλέτη και τους ενυπόθηκους δανειστές) (ΑΠ 991/2019, ΑΠ 139/2018), το δε άρθρο 934 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την σταδιακή προσβολή των πράξεων της κοινής αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στη διοικητική εκτέλεση λόγω της ειδικής ρύθμισης του ΚΕΔΕ (ΑΠ 302/2024, ΑΠ 991/2019).
Η δε διάταξη του άρθρου 220 ΚΔΔ (ν. 2717/1999), με την οποία ορίζεται ενιαία προθεσμία 30 ημερών (με διαφορετικές κατά περίπτωση αφετηρίες) για την άσκηση ανακοπής κατά πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια διοικητικής εκτέλεσης, εφαρμόζεται αποκλειστικά κατά την εκδίκαση των σχετικών διοικητικών διαφορών από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (άρθρο 1 παρ. 1 ΚΔΔ), στις κατασχέσεις στα χέρια τρίτου, εφόσον η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου.
Η νεότερη αυτή διάταξη δεν τροποποίησε σιωπηρά τα ισχύοντα για τις προθεσμίες στις ανάλογες διαφορές της διοικητικής εκτέλεσης, που ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (όταν η υποχρέωση του τρίτου είναι ιδιωτικού δικαίου), η δε θέσπιση διαφορετικών προθεσμιών στη δικονομία κάθε δικαιοδοσίας δεν συνιστά άνιση δικονομική αντιμετώπιση των κατά περίπτωση διαδίκων, υπό την έννοια της παραβίασης της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, διότι η διαφορετική προθεσμία και η διαφορετική αφετηρίαση αυτής στις διαφορές κάθε δικαιοδοσίας δικαιολογείται από τη φύση της πολιτικής ή διοικητικής δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση της αντίστοιχης ανακοπής και τις ειδικότερες ρυθμίσεις, που η δικονομία κάθε δικαιοδοσίας έχει προβλέψει ως καταλληλότερες γι` αυτήν. (ΑΠ 139/2018).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 73 ΚΕΔΕ και ιδίως εκείνης της παρ. 2 περ.α, κατά την οποία ορίζεται ότι η κατά της αρξαμένης εκτέλεσης ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης για τους κάτωθι περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και εάν η εκτέλεση χώρησε με βάση άκυρο τίτλο, ενώ κάθε άλλη αμφισβήτηση περί της ύπαρξης της οφειλής είναι απαράδεκτη στη διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι νόμιμος τίτλος είναι η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωση και ο από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού κλπ, προκύπτει ότι με μη νόμιμο τίτλο εξομοιώνεται και η βεβαίωση εσόδου, η οποία δεν έγινε γενικά κατά τους κείμενους νόμους.
Εκ τούτου παρέπεται ότι λόγος ανακοπής με περιεχόμενο την αμφισβήτηση της ύπαρξης της οφειλής, εφόσον ο λόγος αυτός αμφισβητεί τη νομιμότητα και το δικαίωμα της βεβαίωσης του εσόδου, δύναται να προταθεί ως λόγος ανακοπής κατά τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 περ. α` ΚΕΔΕ και δη με ανακοπή κατά της αρξαμένης εκτέλεσης, χωρίς ο λόγος αυτός να είναι απαράδεκτος, πολύ περισσότερο, καθόσον πρόκειται περί διοικητικής εκτελέσεως, κατά την οποία ο προσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού γίνεται σχεδόν πάντοτε χωρίς να μεσολαβήσει, όπως στην κοινή εκτέλεση, η διαδικασία του προσδιορισμού με δικαστική εκκαθάριση και στη συνέχεια με έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (ΑΠ 302/2024, ΑΠ 1843/2023, ΑΠ 1844/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα μόνο από το δικονομικό δίκαιο, (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 480/2020), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 1608/2022). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019).`Ετσι, με τον παραπάνω, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών (άρθρ. 583 επ., 632, 933 ΚΠολΔ) καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), καθόσον παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την ένδικη ανακοπή, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των ατομικών ειδοποιήσεων χρεών, αφού είχε ήδη αρχίσει η εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και δεν ήταν πλέον επιτρεπτή η προσβολή των ατομικών ειδοποιήσεων χρεών και η προβολή λόγων ανακοπής που αφορούσαν το νομικά και ουσιαστικά βάσιμο της απαίτησης, για την οποία επισπεύδόταν διοικητική εκτέλεση.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι είναι άκυρη η υπ'αριθ. 1847/2013 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, καθώς και η υπ'αριθ. 1848/2013 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως για το πέραν του ποσού των 9.975 ευρώ, ήταν αλυσιτελής η έρευνα του 5ου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, στον οποίο διαλαμβανόταν ο ως άνω ισχυρισμός περί εκπρόθεσμης ασκήσεως της ανακοπής κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ατομικών ειδοποιήσεων ληξιπρόθεσμων χρεών, δεδομένου ότι αυτές δεν έχουν ισχύ μετά την ακυρότητα των εκθέσεων αναγκαστικής κατασχέσεως και δεν μπορούν να στηρίξουν διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως για είσπραξη των αναγραφόμενων σ'αυτές ποσών, αφού οι αναρεσίβλητες δεν οφείλουν αυτά τα ποσά στο αναιρεσείον.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.
Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ , στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 5/2003, ΑΠ 937/2019, ΑΠ 1802/2017, ΑΠ 1476/2017, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 138/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 73 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), εσφαλμένα δέχθηκε ότι : α) το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την ανακοπή σε πρώτο βαθμό, ως προς το μέρος που στρεφόταν κατά των επιδίκων ατομικών ειδοποιήσεων χρεών, ενώ καθ' ύλην αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο και β) το Μονομελές Εφετείο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει σε δεύτερο βαθμό, ενώ καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την έφεση, ως προς το ως άνω σκέλος της ανακοπής, ήταν το Τριμελές Εφετείο. Η πρώτη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης αρμοδίως και συνεπώς ο ως άνω αναιρετικός λόγος κατ' αυτή την αιτίαση είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, η ανακοπή υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ως ανακοπή κατά της διοικητικής εκτέλεσης που άρχισε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεν δέχθηκε εσφαλμένα ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά τη δεύτερη αιτίαση, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.3.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 95/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ