Legislator Case Law & Legislation
1060/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal on moral damages but dismisses it on other grounds, remanding for retrial.

Case Number 1060/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by one plaintiff against a first-instance judgment regarding moral damages, ordering a retrial before a different judge. Conversely, the Court dismissed the appeal filed by the insurance company, ruling that no grounds for review existed. Consequently, the Court ordered the winning party to bear the legal costs of the losing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal on specific grounds while dismissing others, remanding the case for retrial before a different judge, and awarding legal costs to the successful party.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure moral damages legal costs retrial procedure appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1060 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1060/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αγγελόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-9-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην ..."), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-9-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-9-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αγγελόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-9-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "..." και ήδη "... 1964 Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κανελλόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 19-9-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2019 αγωγή του Δ. Α. του Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-10-2019 αγωγή του Κ. Κ. του Α.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 427/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3699/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχ. Α αναιρεσείων με την από 15-12-2021 αίτησή του και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 9-12-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής τους ο καθένας, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 55/2023, Α.Π. 1582/2022, Α.Π. 1083/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδικάσεως: α) της από 15-12-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10066/1246/21-12-2021) αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος Δ. Α. κατά: 1) του εναγομένου Κ. Κ. (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.Ζ." και ήδη μετονομασθείσας σε "...

Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία" (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και β) της από 9-12-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...) αιτήσεως αναιρέσεως: 1) του ενάγοντος Κ. Κ. και 2) της ενάγουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Α.Ε.", κατά: 1) του εναγομένου Δ. Α. (ήδη αναιρεσιβλήτου) και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "...

Α.Ε.Γ.Α.", με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3699/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διότι είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλομένη απόφαση (3699/2021) εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), επί αντιθέτων εφέσεων:

α) του ενάγοντος Δ. Α. και β) των εναγόντων Κ. Κ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Α.Ε.", κατά της υπ' αριθμ. 427/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 2-9-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 3699/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 20-6-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 53101/2449/21-6-2019) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος Δ.

Α. ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος Κ. Κ., στις 9-12-2017, οδηγώντας το αναφερόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...

Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Α.Ε.", από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) και κάτω από τις ιστορούμενες στο δικόγραφο συνθήκες, προκάλεσε τον τραυματισμό του, κατά την περιγραφόμενη σύγκρουση του Ι.Χ.Ε. με δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος. Ζήτησε δε, μετά από νόμιμο μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό:

α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 111.520,70 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 70.000 ευρώ, επιφυλασσόμενος για το ποσό των 44 ευρώ, το οποίο προτίθετο να ζητήσει παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη, όλα δε τα παραπάνω ποσά να του καταβληθούν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επίσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος Κ. Κ., με την από 29-10-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 93873/4311/29-10-2019) αγωγή του, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, επικαλούμενος το προαναφερθέν αυτοκινητικό ατύχημα, ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος γι' αυτό είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος Δ.

Α., του οποίου η δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α" και ότι από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων καταστράφηκε ολοσχερώς το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του. Με βάση τα περιστατικά αυτά, αφού παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο Δ.

Α., ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να του καταβάλει, ως θετική ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 6.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 427/2020 οριστική απόφασή του, αφού θεώρησε ότι η από 29-10-2019 αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο Δ. Α., μετά την κατά τα ανωτέρω παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς αυτόν και έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της προκλήσεως του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου Δ.

Α. υπήρξε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος Κ. Κ., απέρριψε την από 29-10-2019 αγωγή του τελευταίου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την από 20-6-2019 αγωγή του Δ. Α. ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους με αυτήν και ήδη αναιρεσίβλητους να καταβάλλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, (Κ.

Κ.) εις ολόκληρον ο καθένας, για τις προαναφερθείσες αιτίες, το συνολικό ποσό των 39.765,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τα διάδικα μέρη. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3699/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις και: 1) δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-3-2020 έφεση των εναγόντων - εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων Κ.

Κ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Α.Ε." και 2) δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την από 25-2-2020 έφεση του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Δ. Α., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή του τελευταίου, δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους Κ.

Κ. και την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Α.Ε.", να καταβάλουν στον Δ. Α., εις ολόκληρον ο καθένας, ως θετική του ζημία το συνολικό ποσό των 15.292,50 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 27.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Α) Επί της από 15-12-2021 αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Α. του Λ. λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Τακτ. Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1445/2021, Α.Π. 1443/2021, Α.Π. 1043/2021).

Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.

Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).

Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ. ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά ευθεία παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, το ποσό των 27.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με τις σωματικές βλάβες, που υπέστη ο αναιρεσείων-παθών κατά τον τραυματισμό του στο τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα διεκομίσθη, ως πολυτραυματίας, στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ", όπου, ενοσηλεύθη, κατά το από 9.-11.12.2017 χρονικό διάστημα στην Ορθοπαιδική Κλινική και κατά το από 11.-14.12.2017 χρονικό διάστημα στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.).

Την 14η Δεκεμβρίου 2017 επέστρεψε στην Ορθοπαιδική Κλινική για αποθεραπεία, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 19η Ιανουαρίου 2018. Όπως διεπιστώθη, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος υπέστη κάταγμα ηβικού οστού, κάταγμα κάτω άκρου κερκίδας, κάταγμα κάτω άκρω μηριαίου οστού, κάταγμα κάτω άκρου οστού κνήμης, κάταγμα ιερού οστού καθώς και εξωπεριτοναϊκή ρήξη ουροδόχου κύστεως (βλ.

περί των ανωτέρω το υπ' αριθμόν πρωτ/λου 4031/12.3.2018 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ"). Το ΑΡ μηριαίο αντιμετωπίσθηκε με εξωτερική οστεοσύνθεση, αρχικώς στα πλαίσια του damage control και εν συνεχεία με ειδικό σύστημα εξωτερικής οστεοσυνθέσεως (LRS) ως τελική μέθοδος (συνολική παραμονή έξι (6) μήνες), η ΑΡ κνήμη με γύψο, που παρέμεινε για οκτώ (8) εβδομάδες, το ΑΡ χέρι με διάνοιξη διαμερίσματος και σταδιακή σύγκλειση που ολοκληρώθηκε σε διάστημα τριών (3) εβδομάδων, το ΔΕ μηριαίο (ανοικτό) με οστικό έλλειμα με εξωτερική οστεοσύνθεση αρχικώς και εν συνεχεία με εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και άλλο μόσχευμα αλουμινίου, το open book κάταγμα λεκάνης αντιμετωπίσθηκε με εξωτερική οστεοσύνθεση που παρέμεινε για συνολικό διάστημα τριών (3) μηνών.

Η εξωτερική οστεοσύνθεση αναθεωρήθηκε λόγω μηχανικής χαλαρώσεως με τοποθέτηση περισσότερων βελονών και καλύτερη σταθεροποίηση του συστήματος. Ως συνολικός χρόνος αποκαταστάσεως εκτιμήθηκε το χρονικό διάστημα των δώδεκα (12) εβδομάδων (βλ. το προαναφερόμενο υπ' αριθμόν πρωτ/λου 4031/12.3.2018 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ" και την υπ' αριθμόν πρωτ/λου 3362/20.5.2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του ίδιου νοσοκομείου).

Την 20η Μαρτίου 2018, εισήχθη εκ νέου στο ως άνω νοσοκομείο, λόγω σηπτικής αρθρίτιδας ΔΕ γόνατος και έλαβε ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή, παραμένοντας νοσηλευόμενος μέχρι την 30η Απριλίου 2018. Την 25η Οκτωβρίου 2018 εισήχθη εκ νέου στο ως άνω νοσοκομείο λόγω θραύσεως της πλάκας του ΔΕ μηριαίου, κατά τη διάρκεια της φυσικοθεραπείας, και υπεβλήθη σε αναθεώρηση της οστεοσυνθέσεως με μακρύτερη πλάκα και μοσχεύματα, παραμένοντας νοσηλευόμενος μέχρι την 12η Νοεμβρίου 2018.

Τέλος, την 19η Νοεμβρίου 2018, εισήχθη εκ νέου, ομοίως στο ως άνω νοσοκομείο, με εικόνα φλεγμονής στο ΔΕ μηριαίο και έλαβε ξανά ενδοφλέβια αντιβίωση, παραμένοντας νοσηλευόμενος μέχρι την 5η Δεκεμβρίου 2018 (βλ. την προαναφερομένη υπ' αριθμόν πρωτ/λου 3362/20.5.2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ").

Κατά την εκ νέου εξέτασή του, την 20η Μαΐου 2019, διεπιστώθη ότι, δεκαεπτά (17) μήνες μετά τον τραυματισμό του, ο ενάγων, καίτοι σε καλή γενικά κατάσταση, παρουσίαζε ακόμη πολλά προβλήματα με κυριότερο τη δυσκαμψία και τον πόνο στο ΔΕ μηριαίο, τους περιοδικούς πόνους στη λεκάνη και τον ΑΡ μηρό και την περιορισμένη κίνηση στο ΔΕ καρπό.

Επίσης, εκτιμήθηκε ότι πιθανώς στο μέλλον να αναπτυχθεί μετατραυματική αρθρίτιδα ΔΕ μηριαίου και ΔΕ πηχεοκαρπικής (βλ. την ως άνω ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση) ...

Εν προκειμένω, όπως προέκυψε, ο ενάγων, ένεκα του κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμού του, υπέστη ηθική βλάβη.

Συνεπώς δικαιούται να λάβει για χρηματική του ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος υπέστη (μη συνυπολογιζομένου του ποσού των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, κατά το οποίο διατυπώθηκε επιφύλαξη εκ μέρους του προκειμένου να νομιμοποιηθεί ως πολιτικώς ενάγων στην κατά του υπαιτίου οδηγού ποινική δίκη...), το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων (27.000) ευρώ, ποσό, το οποίο, κατά τον κρίσιμο χρόνο (ο οποίος είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος ...

κρίνεται εύλογο και δίκαιο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων ... και συγκεκριμένα λαμβανομένων υπ' όψιν των εν γένει συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, του βαθμού της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου - οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ήδη αναιρεσιβλήτου), της ελλείψεως βαρυνούσης τον ενάγοντα συντρεχούσης αμελείας τόσο ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος όσο και ως προς την έκταση του τραυματισμού του ..., του είδους, της εκτάσεως της ζημίας του ...

καθώς και της εκτάσεως της σωματικής βλάβης που συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος υπέστη (όπως προανεφέρθη, δεκαεπτά (17) μήνες, μετά τον τραυματισμό του, ο ενάγων, καίτοι σε καλή γενικά κατάσταση, παρουσίαζε ακόμη πολλά προβλήματα με κυριότερο τη δυσκαμψία και τον πόνο στο ΔΕ μηριαίο, τους περιοδικούς πόνους στη λεκάνη και τον ΑΡ μηρό και την περιορισμένη κίνηση στο ΔΕ καρπό, ενώ εκτιμήθηκε ότι πιθανώς στο μέλλον να αναπτυχθεί μετατραυματική αρθρίτιδα ΔΕ μηριαίου και ΔΕ πηχεοκαρπικής), κατά τα προεκτεθέντα, της ηλικίας του, κατά το χρόνο του ατυχήματος (όπως προκύπτει από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό, ο ενάγων, κατά το χρόνο του ατυχήματος, διήγε το πεντηκοστό πρώτο (51ο) έτος της ηλικίας του - έχει γεννηθεί κατά το έτος 1966) και της κοινωνικής θέσεως και της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών [φυσικών προσώπων ...

αμφότεροι οι ενάγων και πρώτος εναγόμενος τυγχάνουν ιδιωτικοί υπάλληλοι, χωρίς πάντως να προκύπτει ότι οιοσδήποτε των διαδίκων είτε ότι είναι κάτοχος αξιόλογης περιουσίας είτε ότι αποκερδαίνει ιδιαίτερα εισοδήματα ... ] μη λαμβανομένης υπόψη της τοιαύτης της δευτέρας εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης), η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική ...

και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής ... όπως τα στοιχεία αυτά προανεφέρθησαν και λαμβάνονται υπ' όψιν ως προσδιοριστικοί παράγοντες του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως ... Σημειωτέον ότι το κατά τα ανωτέρω υπέρ του ενάγοντας επιδικαζόμενο ποσό κρίνεται (λαμβανομένων μάλιστα υπ' όψιν και του κατά πολύ υψηλοτέρου αιτηθέντος) ότι εν πάση περιπτώσει δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος ...

επιδίκαση δε τυχόν μεγαλυτέρου, όπως αιτείται ο τελευταίος, θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητος, κατά τα προεκτεθέντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της από 25-2-2020 εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ.

Α. και επιδίκασε σ' αυτόν, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 27.000 ευρώ, αντί του ποσού των 25.000 ευρώ που είχε επιδικασθεί σε αυτόν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης στο ανωτέρω ποσό των 27.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθμό 1 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, των διατάξεων 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ., αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκφράζουν οι ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών με την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το προαναφερόμενο ποσό των 27.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα σε σχέση με το ποσό, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.

Κατόπιν τούτου, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος για την ευθεία παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Τούτων δοθέντων και κατά ουσιαστική παραδοχή του μοναδικού αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), για να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε αυτός για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

Β) Επί της από 9-12-2022 αιτήσεως αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Α. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, "Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο".

Η εν λόγω παράβαση (του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.) θεσπίσθηκε για την μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων, που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και, μάλιστα, σε οδό που έχει περισσότερες λωρίδες κατά κατεύθυνση και όχι προς αποφυγή συγκρούσεως με όχημα, που κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το πλησιάζει από τα αριστερά του, αλλά μέσα στο ρεύμα πορείας του (Α.Π. 439/2019, Α.Π. 809/2017, Α.Π. 638/2017, Α.Π. 70/2017, Α.Π 69/2017, Α.Π. 959/2015, Α.Π. 846/2001).

Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999 "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ... κατά τις νυκτερινές ώρες ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων Δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το Δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας Δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 638/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους, δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3699/2021 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 9η Δεκεμβρίου 2017 και περί ώρα 20.55', ο Κ.

Κ. του Αντωνίου (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο κατ' εκείνο το χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στην ανώνυμο ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα), εκινείτο επί της Ε.Ο.

Αντιρρίου - Λιδωρικίου (Περιμετρική Ναυπάκτου), με κατεύθυνση από Αντίρριο προς Λιδωρίκι. Στο σημείο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα (ήτοι στο ύψος του 8,6 χιλιομέτρου της Ε.Ο. Αντιρρίου - Λιδωρικίου) η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, παρουσιάζει καμπύλη, διαθέτει δε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων εκάστη, ενώ τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή.

Οι καιρικές συνθήκες χαρακτηρίζονται ως "κακές" ("κακοκαιρία λόγω πυκνής βροχοπτώσεως"), η κατάσταση του εξ ασφάλτου οδοστρώματος ήταν "υγρή" λόγω της πυκνής βροχοπτώσεως ενώ η κυκλοφορία τόσο των οχημάτων όσο και των πεζών εκτιμάται ως "μικρή". Η ορατότητα εκτιμάται ότι δεν περιοριζόταν ("δεν υπήρχαν εμπόδια") ενώ ως εκ του χρόνου του ατυχήματος υπήρχε τεχνητός φωτισμός, ο οποίος εκτιμάται ως "ανεπαρκής".

Τέλος, το ανώτατο όριο επιτρεπομένης ταχύτητας προσδιορίζεται σε σχετική ρυθμιστική της ταχύτητας πινακίδα σε εβδομήντα (70) χιλιόμετρα ωριαίως (βλ. σχετικές καταγραφές στις οικείες στήλες της εκθέσεως αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή). Κατά τον αυτό τόπο και χρόνο, ο Δ.

Α. του Λάμπρου (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της (τρίτης μη διαδίκου) Π. Κ. του Γ., η οποία, κατ' εκείνο το χρόνο ήταν ασφαλισμένη για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στην ανώνυμο εταιρεία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...

Α.Ε.Γ.Α." (ήδη αναιρεσίβλητης), εκινείτο ομοίως επί της ως άνω Ε.Ο. Αντιρρίου - Λιδωρικίου αλλά με κατεύθυνση αντίθετη εκείνης του προαναφερομένου υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ήτοι από Λιδωρίκι προς Αντίρριο. Στο ύψος του 8,6 χιλιομέτρου της Ε.Ο. Αντιρρίου - Λιδωρικίου, ο οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (Κ. Κ. του Αντωνίου), εξερχόμενος από αριστερά ως προς την πορεία του στροφή (βλ. το συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή), λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος απώλεσε τον έλεγχο επί του οχήματος που οδηγούσε, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε αιφνιδίως εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας [παραβιάσας επ' ολίγον τη διπλή διαχωριστική γραμμή, πάντως εν πάση περιπτώσει εντός του ρεύματος πορείας της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

δικύκλου μοτοσικλέτας, όπου και πρέπει να εντοπισθεί το σημείο συγκρούσεως - βλ. το συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας πρόχειρο σχεδιάγραμμα καθώς και τις συνοδεύουσες αυτήν (έκθεση αυτοψίας) φωτογραφίες), όπου και συγκρούσθηκε υπό γωνία (υπέστη τις εξής βλάβες: το κυρίως κτύπημα εντοπίζεται στο εμπρόσθιο μέρος - στρεβλωμένος προφυλακτήρας εμπρός, στρεβλωμένη μάσκα εμπρός, στρεβλωμένο καπώ εμπρός, στρεβλωμένο φτερό και θόλος φτερού εμπρός δεξιά - βλ.

σχετικές καταγραφές στην από 27.12.2017 "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης" που κατόπιν εντολής του Τμήματος Τροχαίας Κινήσεως Μεσολογγίου συνέταξαν οι Δημήτριος Παπαχαραλάμπους (Διπλωματούχος Μηχανολόγος - Μηχανικός) και Β. Κ. (Τ.Ε. Μηχανολόγος - Μηχανικός)] με την προαναφερομένη, κινούμενη εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα (η υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα φέρει ζημίες στο εμπρόσθιο τμήμα της - βλ. την προαναφερομένη από 27.12.2017 "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης"), Ακολούθως, λόγω της σφοδρότητος της συγκρούσεως, η υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οπισθοχώρησε (σε ευθεία γραμμή) ακινητοποιηθείσα εν τέλει επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής ενώ ο αναβάτης αυτής (Δ.

Α. του Λάμπρου) εκτιναχθείς, αφού προσέκρουσε αρχικώς επί του ανεμοθώρακος του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, κατέπεσε επί του οδοστρώματος όπου και ανευρέθη (επί της διαχωριστικής γραμμής και σε απόσταση πέντε (5) μέτρων όπισθεν του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου). Αντιστοίχως, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε, ελαφρώς διαγωνίως ομοίως επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, με το μεγαλύτερο όμως μέρος του εμπρόσθιου τμήματός του εντός του ρεύματος πορείας της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας (βλ. τις συνοδεύουσες την έκθεση αυτοψίας φωτογραφίες). Σημειωτέον εν προκειμένω ότι στο συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο απεικονίζεται να ευρίσκεται "ιππαστί" επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, παραλλήλως προς το διαμήκη άξονα του οδοστρώματος πλην όμως αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές, καθόσον, όπως προκύπτει από τις μη, αμφισβητουμένης, γνησιότητας, συνοδεύουσες την έκθεση αυτοψίας φωτογραφίες το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο έχει λάβει θέση όχι ακριβώς παράλληλη επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής αλλά ελαφρώς διαγώνια [κατά του περιεχομένου του εν λόγω σχεδιαγράμματος, όπως και κατά της συντασσομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 Κ.Ποιν.Δ., από την αρμόδια αστυνομική αρχή εκθέσεως αυτοψίας, επιτρέπεται ανταπόδειξη..., καθόσον πρόκειται για γεγονότα την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους...

Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τούτο ατύχημα, κατά το οποίο κατά την επί του οδοστρώματος πτώση του, ο οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας (Δ. Α. του Λάμπρου) ετραυματίσθη, ..., οφείλεται σε υπαιτιότητα του Κ. Κ. του Α. - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καθόσον επέδειξε συμπεριφορά η οποία, ούσα ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προεκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση ... ειδικότερα δε εξ αμελείας του ... δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός κοινωνός του δικαίου υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις βάσει των προσωπικών του ικανοτήτων, της εμπειρίας του ...

και της κοινής λογικής ... και συγκεκριμένα δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εις θέση να διακόψει ασφαλώς την πορεία του εντός του ορατού, έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού προ οιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου προσέτι δε δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του και είχε αναπτύξει υπερβολική, εν όψει των συνθηκών που επικρατούσαν (νύκτα, ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός, ολισθηρότης του οδοστρώματος λόγω της πυκνής βροχοπτώσεως ...), ταχύτητα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 18, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 και 32 παρ. 2 α' και β' Ν. 2696/1999 Κ.Ο.Κ., με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, να παρεκκλίνει της πορείας του και να εισέλθει εντός του αντιθέτου της πορείας του ρεύματος κυκλοφορίας ..., όπου και συγκρούσθηκε με την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Δ. Α. του Λάμπρου. Περαιτέρω μεταξύ της κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων οδηγήσεως εκ μέρους του Κ. Κ. του Α. - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος υφίσταται αιτιώδης συνάφεια ... Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εν σχέσει προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως την ποινική δικογραφία που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπου απεικονίζονται η πιθανή πορεία των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και η τελική τους θέση καθώς και τα λοιπά ευρήματα, χωρίς να αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Το γεγονός ότι το κυρίως κτύπημα του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εντοπίζεται στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του (βλ. την προαναφερομένη από 27.12.2017 "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης"), το οποίο (δεξιό τμήμα) παρέμεινε εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, δεν σημαίνει "άνευ άλλου τινός", όπως ισχυρίζεται ο ενάγων - εναγόμενος (Κ.

Κ. του Αντωνίου) ότι ήταν η υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα (που οδηγούσε ο Δ. Α. του Λάμπρου) εκείνη που εισήλθε εντός του αντιθέτου της πορείας της ρεύματος κυκλοφορίας, καθόσον, όπερ το κύριον, άπαντα τα εκ της συγκρούσεως ευρήματα (θραύσματα υάλων, πλαστικών, έλαια, κ.λπ.) τοποθετούνται εντός του προς Αντίρριο ρεύματος κυκλοφορίας (ήτοι εντός του ρεύματος κυκλοφορίας όπου εκινείτο η υπ' αριθμόν κυκλφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα - βλ. και το συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή). Σημειωτέον επιπροσθέτως ότι ναι μεν δεν κατέστη εφικτό να προσδιορισθεί επακριβώς η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου ... πλην όμως λαμβανομένης υπ' όψιν της σφοδρότητος της συγκρούσεως (βλ. και προσκομιζόμενες φωτογραφίες) κρίνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η ταχύτητά του ήταν, εν όψει των συνθηκών που επικρατούσαν, αυξημένη - υπερβολική (μη ενδεδειγμένη). Περαιτέρω, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θεμελιώνουν συντρέχουσα αμέλεια ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος του Δ.

Α. του Λ. - οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας (π.χ. καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου ή αυξημένη ταχύτητα του τελευταίου, ..., καθόσον οδηγούσε συννόμως το προαναφερόμενο όχημα ..., ήτοι εντός του ρεύματος πορείας του και με ταχύτητα, η οποία, εν ουδεμία περιπτώσει, δεν προέκυψε ότι ήταν είτε ανωτέρα της ανώτατης επιτρεπομένης είτε λαμβανομένων υπ' όψιν των επικρατουσών συνθηκών υπερβολική - μη ενδεδειγμένη ... (εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου δεν προέκυψε ότι ο ως άνω οδηγός είχε αναπτύξει ταχύτητα ανωτέρα των εβδομήντα (70) χιλιομέτρων ωριαίως) λόγω δε της χρονικώς και τοπικώς εγγύτατης αποστάσεως που μεσολάβησε μεταξύ της εισόδου του άλλου οχήματος εντός του ρεύματος πορείας του και της συγκρούσεως των προαναφερομένων οχημάτων, δεν ήταν εφικτή (είτε δια της διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού είτε δια της χρησιμοποιήσεως της πέδης του οχήματός του) η εκ μέρους του αποφυγή του ατυχήματος ...

Περαιτέρω, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ως άνω οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας δεν εκινείτο, όπως επιτάσσει η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 16 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) πλησίον του δεξιού άκρου του ρεύματος πορείας του, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να θεμελιώσει συντρέχουσα αμέλειά του και τούτο διότι η παράβαση της προαναφερομένης διατάξεως δεν συνδέεται με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεδομένου ότι η παράβαση της εν λόγω διατάξεως εθεσπίσθη για να μην παρακωλύεται η κυκλοφορία των κινουμένων επί της ιδίας λωρίδας κυκλοφορίας οχημάτων ...

η δε κίνηση ακόμη και πλησίον της διαχωριστικής γραμμής δεν αναιρεί την επιμέλεια και προσοχή στην οδήγηση του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, αφού ο τελευταίος δεν ηδύνατο να προβλέψει την αιφνίδια και αντικανονική είσοδο του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εντός το αντιθέτου ρεύματος πορείας του ...

Ενόψει λοιπόν του ότι αν ο Κ. Κ. του Αντωνίου, οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει ως άνω περιστάσεων ... τηρούσε τις ελάχιστες υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, η νομίμως προταθείσα και καταχωρηθείσα ..., έστω και συνεπτυγμένως ..., στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ένσταση περί συνδρομής συντρεχούσης αμελείας του οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

δικύκλου μοτοσικλέτας εν σχέσει προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, η οποία (ένσταση) δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι εμπεριέχεται στον περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος ισχυρισμό ..., που προεβλήθη κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τους επιφορτισμένους με το οικείο βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) εναγομένους (ως προς την από 20.6.2019 (Γενικός

Αριθμός Καταθέσεως: ..., Ειδικός

Αριθμός Καταθέσεως: 2449/2019) αγωγή), η οποία (ένσταση) τυγχάνει ορισμένη (καθόσον εκτίθενται, όπως απαιτείται, τα στοιχειοθετούντα την αμελή συμπεριφορά του οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας πραγματικά περιστατικά ...) και νόμιμη (άρθρα 216, 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 5, 6 Ν. ΓπΝ/1911 και 300 Α.Κ.) τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν, η από 29.10.2019 (Γενικός

Αριθμός Καταθέσεως: 93873/2019, Ειδικός

Αριθμός Καταθέσεως: 4311/2019) αγωγή πρέπει να απορριφθεί τόσο κατά τη στηριζόμενη στο Ν. ΓΠΝ/1991 βάση της (γενομένης δεκτής ως και κατ' ουσίαν βάσιμου της εκ του άρθρου 5 παρ. 1 του ως άνω νόμου ενστάσεως ..., που προεβλήθη νομίμως ..., κατά την πρωτοβάθμια δίκη (καταχωρηθείσα και συνεπτυγμένως στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου ...), από την επιφορτισμένη με το οικείο βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) δευτέρα εναγομένη (άρθρα 216, 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 5 Ν. ΓΠΝ/1911), αφού εκρίθη ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε (αποκλειστική) υπαιτιότητα του ενάγοντος όσο και κατά τη στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) βάση της, αφού εκρίθη ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα (άρθρα 914 επ. Α.Κ.) ο οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας ...

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δια της εκκαλουμένης αποφάσεως απεφάνθη ομοίως ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες προεκλήθη το ένδικο ατύχημα δεν έσφαλε περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε ...

Συνεπώς απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος τυγχάνει ο συναφής (πρώτος) λόγος της ενδίκου από 12.3.2020 (Γενικός

Αριθμός Καταθέσεως: 32045/2020, Ειδικός

Αριθμός Καταθέσεως: 1925/2020) εφέσεως, δια του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου Δ. Α. είναι ο αναιρεσείων Κ. Κ. και, ακολούθως, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ.

Α. στην πρόκληση του ατυχήματος καθώς και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 12-3-2020 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ακολούθως, το Εφετείο ερεύνησε την έφεση του Δ. Α., ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της από 20-6-2019 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου στο σύνολό της και αφού κράτησε και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον ήδη αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον ο καθένας, ως θετική ζημία, το συνολικό ποσό των 15.292,50 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 27.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 330 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 12, 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε: α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, οδηγού του υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου Δ. Α., οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", στην πρόκληση του τραυματισμού του, συνεπεία της συγκρούσεως των ανωτέρω οχημάτων, αφού έκρινε ότι αυτός εκινείτο συννόμως, στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη του καθορισθέντος ορίου των 70 χ.ω.

και λόγω της αιφνίδιας εισόδου του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, σε μικρή απόσταση από την κινούμενη μοτοσικλέτα του, δεν κατέστη δυνατόν να πεδήσει αποτελεσματικά ή να ασκήσει ολοκληρωμένο ελιγμό, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των ανωτέρω κανόνων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα αναιρεσείοντος, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω αναιρεσείων οδηγός στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτού και, κατ' επέκταση, στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του αναιρεσιβλήτου, οδηγού της υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο αναιρεσείων, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και κινούμενος στην Περιμετρική οδό της Ναυπάκτου, με κατεύθυνση από Αντίρριο προς Λιδωρίκι, ενώ επικρατούσε σκοτάδι και οι καιρικές συνθήκες ήταν κακές συνεπεία βροχοπτώσεως και το οδόστρωμα ολισθηρό, ενώ εξέρχονταν από αριστερή, για την πορεία του, στροφή, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη αιφνιδίως προς τα αριστερά και, αφού παραβίασε την διπλή διαχωριστική γραμμή επί του οδοστρώματος, το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του εισήλθε επ' ολίγον στο αντίθετο ρεύμα πορείας, το οποίο έχει 4 μέτρα πλάτος και επέπεσε υπό γωνίαν στην αντιθέτως κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, εκτινασσόμενος, αρχικώς να επιπέσει επί του ανεμοθώρακα του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και, εν συνεχεία, το σώμα του να καταπέσει επί του οδοστρώματος όπισθεν του αυτοκινήτου, σε απόσταση πέντε μέτρων από αυτό, επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ενώ η δίκυκλη μοτοσικλέτα του ακινητοποιήθηκε έμπροσθεν του αυτοκινήτου, στο μέσον του οδοστρώματος. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι:

α) δεν αναφέρει σε ποιο τμήμα του ρεύματος πορείας της και, ειδικότερα, σε πόση απόσταση από την διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος εκινείτο η μοτοσικλέτα λίγο πριν την σύγκρουση και ποιο είναι το πλάτος της μοτοσικλέτας, β) πόσο μέρος του πλάτους του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας κατέλαβε το Ι.Χ.Ε., γ) πόσο μέρος του πλάτους του αυτοκινήτου παρέμεινε στο ρεύμα πορείας του, δ) δεν αποφαίνεται ρητώς αν η μοτοσικλέτα εκινείτο στο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας της, ε) δεν διευκρινίζει αν η μοτοσικλέτα εισήλθε στο αντίθετο γι' αυτήν ρεύμα πορείας, αφού δέχεται ότι το Ι.Χ.Ε.

χτύπησε την μοτοσικλέτα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του και το τμήμα αυτό παρέμεινε στο ρεύμα πορείας του, στ) δεν διευκρινίζει αν τα θραύσματα, που βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, προκλήθηκαν από την σύγκρουση ή μετά από αυτήν και για ποιο λόγο βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, ζ) αν και δέχεται μετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων, δεν δικαιολογεί επαρκώς την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, η) αν και δέχεται ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο ο παθών και η μοτοσικλέτα του, μετά την σύγκρουση, βρέθηκαν επάνω στην διπλή διαχωριστική γραμμή, θ) αν και δέχεται ότι κάθε ρεύμα πορείας είχε πλάτος 4 μέτρα και ότι το Ι.Χ.Ε.

εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα για λίγο, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση και ι) δεν προσδιορίζει σε πόση απόσταση βρίσκονταν η μοτοσικλέτα κατά την είσοδο του Ι.Χ.Ε. στο ρεύμα πορείας της και σε πόση απόσταση ο αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε την είσοδο αυτή, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε περιέχουν αντίφαση, σχετικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για τις συνθήκες, υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλομένη απόφαση, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού.

Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο ο αναιρεσίβλητος, τα θραύσματα από την σύγκρουση και οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της οδού.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, το Εφετείο διέλαβε ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι: α) οδηγούσε εντός του ρεύματος πορείας του, με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου των 70 χλμ/ώρα και β) η αιφνίδια είσοδος του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο αντίθετο γι' αυτό ρεύμα πορείας και η παρεμβολή στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του αναιρεσιβλήτου δεν επέτρεψε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να ασκήσει είτε πέδηση, είτε επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, λόγω της πολύ μικρής αποστάσεως των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο.

Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος και ο τρίτος των αναιρετικών λόγων για την ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν. Τούτων δοθέντων και κατά ουσιαστική παραδοχή των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), για να ερευνηθεί κατά τα αναιρούμενα ως άνω μέρη αυτής, που αφορά τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και αποζημιώσεως εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε αυτός για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναιρέσεως: α) από 15-12-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10066/1246/21-12-2021) και β) από 9-12-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...) κατά της υπ' αριθμ. 3699/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Α) Δέχεται την από 15-12-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10066/1246/21-12-2021) αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3699/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).

Β)

Απορρίπτει την από 9-12-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...) αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€), για καθένα διάδικο μέρος αυτών που παραστάθηκε με ξεχωριστό δικηγόρο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ