Legislator Case Law & Legislation
1060/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank loan contract ruling citing lack of legal standing for alleged procedural errors.

Case Number 1060/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a final judgment regarding a loan contract dispute with multiple banks. The appellant argued that the lower court failed to consider evidence of the bank's knowledge of her insolvency and violated creditworthiness assessment laws. The court ruled these claims were merely arguments without independent legal force and did not constitute grounds for overturning the decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 759(3) and 495(3)(b)(iv) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged failure to consider party arguments or general statutory duties regarding credit checks lacks independent legal effect and cannot serve as a basis for overturning a final judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility independent legal effect creditworthiness assessment bank loan contract procedural error Code of Civil Procedure final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 759(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b)(iv) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 330 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1060 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1060/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Β. του…, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α." (πρώην "Τ. E. E. E. Α.") και ήδη "Τ. E. Α. Ε." και δ.τ. "E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε.

Τ. Τ. Ε. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "C. I. PLC", που εδρεύει στο…., είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. B. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ.

Π. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "C. P. B. P. C. L.", εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 3-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Της προσθέτως υπέρ της "Τ. Π. Α." παρεμβαίνουσας: Εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "….. «Π. και δ.τ. «I. H. «Α. (πρώην "Α. F. S. Μ. Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δ. και Π."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας και εκπροσώπου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο … και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "………", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταμαδιάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. καταθ. …-7-2012 αίτηση του Θ. Ν. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6746/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19786/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2019 αίτησή της, η δε προσθέτως υπέρ της 6ης αναιρεσίβλητης παρεμβαίνουσα, με το από 4.1.2023 δικόγραφο ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, το 1ο και η 2η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 17-12-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 19786/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 6746/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1, 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 σε συνδ.

με 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) στις 18-12-2019 και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών, από τη δημοσίευσή της σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 18-12-2017 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς, για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στον Δήμο Αθηναίων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "I. H. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π. και το διακριτικό τίτλο «I. H. Α..Ε..Δ..Α..Δ..Π..", πρώην "A. F. S. Μ. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-1-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, 1) στην αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2392/16.01.2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ.

Σ.. Λ., 2) στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …/16.01.2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Π. Κ., καθώς επίσης 3) προς τις υπόλοιπες αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Σ.

Π.. Β., αντίστοιχα, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε..", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "V.

I. N. F. N. D. A. C.", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 21-7-2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ... (στον τόμο 11 και με αριθμό…), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "V.

I. N. D. A. C.", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το…, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 1-3-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με την αναιρεσείουσα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 1/2023).

Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ` αριθ. 7259Δ, 7257Δ και 7255Δ/13-12-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 17-2-2023 και κλήση για να παρασταθούν στη δικάσιμο αυτή, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στις τρίτη, πέμπτη (για την ίδια ατομικά και ως ειδική διάδοχο της τέταρτης) και έκτη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι ως άνω αναιρεσίβλητες ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη.

Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση- έκτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα, ενώ όσον αφορά τις τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 14/2015).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Ήτοι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 4123/2021, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ, 501/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 1221/2020, ΑΠ 1210/2020). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αρ. 1 εδ.

β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ` αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 302/2022, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (ΑΠ 20/2023).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999 ΑΠ 164/2021).

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει, εκτός άλλων, να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αναίρεσης των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε, και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης, από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 228/2020).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 238/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 19786/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο πρώτος εκκαλών (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) έχει γεννηθεί το 1966 και εργάζεται ως διοικητικός υπάλληλος στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης και, συγκεκριμένα, ως γραμματέας σε σχολικό κτήριο Λυκείου.

Σύζυγός του είναι η δεύτερη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), με την οποία συνδέεται με το δεσμό της απλής ομοδικίας, η οποία έχει γεννηθεί το 1966 και η οποία εργάζεται στο Δήμο Θεσσαλονίκης στον τομέα διοικητικού προσωπικού με την ιδιότητα της γραμματέως. Οι εκκαλούντες σύζυγοι έχουν δύο γιους, ηλικίας 15 και 17 ετών αντίστοιχα.

Εξ αυτών το τέκνο των εκκαλούντων, Π. Ν., σε ηλικία δύο ετών προσεβλήθη από εγκεφαλικό απόστημα. Υποβλήθηκε σε σειρά χειρουργικών επεμβάσεων για την αφαίρεσή του. Ωστόσο, αυτό είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί εγκεφαλική βλάβη, η οποία επηρέασε τα νοητικά κέντρα του εγκεφάλου και τη λειτουργία τους, ώστε από ηλικίας 6 ετών έχει διαγνωσθεί ότι πάσχει από νοητική ανεπάρκεια και έχει δείκτη νοημοσύνης 31 (βλ.

προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα). Περαιτέρω σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης (οι πιστώτριες δεν ισχυρίζονται και δεν αποδεικνύουν το αντίθετο), η δεύτερη εκκαλούσα ανέλαβε προς τις πιστώτριές της, αντίστοιχα τα παρακάτω χρέη, τα οποία πλην αυτών που είναι εξασφαλισμένα με εμπράγματες εγγυήσεις και τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα μέχρι το χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης, αφού μέχρι τότε συνεχίζουν να εκτοκίζονται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010), θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης...

και οφείλει από αυτά τα παρακάτω ποσά: 1) Προς το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο): α) από την υπ' αριθμ. … σύμβαση επισκευαστικού δανείου 4.964,60 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. … σύμβαση επισκευαστικού δανείου 7.435,33 ευρώ και συνολικά 12.399,93 ευρώ. 2) Προς την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "E. E." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) από την υπ' αριθμ.

….σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 57.045,54 ευρώ. 3) Προς την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη): από την υπ' αριθμ. 4212402424 σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 22.882,55 ευρώ. 4) Προς την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "Α. Τ. Α..Ε.." (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη): α) από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου 10.409,16 ευρώ β) ως ειδική διάδοχο της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "C. P." (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου 21.161,98 ευρώ και συνολικά 31.571,14 ευρώ. 5) Προς την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.." (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη): α) από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση δανείου 1.590,35 ευρώ και β) ως ειδική διάδοχο της κατωτέρω έννομης σχέσης της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και είχε υποκαταστήματα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία "C. P. B. P. C. L.", όπως μετονομάστηκε η τράπεζα με την επωνυμία "… BANK", από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου 23.169,39 ευρώ και συνολικά 24.759,74 ευρώ, ήτοι συνολικά η δεύτερη εκκαλούσα οφείλει στις πιστώτριες 147.658,90 ευρώ.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη δεύτερη εκκαλούσα αποδείχθηκε ότι αυτή έχει την ψιλή κυριότητα σε δύο διαμερίσματα και δη α) σε ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης.. , εμβαδού μεικτού 56,96 τ.μ. και καθαρού 43 τ.μ. και β) σε ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης…, εμβαδού μεικτού 112,50 τ.μ.

και καθαρού 99,58 τ.μ. Η οικοδομή αυτή βρίσκεται στο με αριθμό … οικόπεδο του … Ο.Τ. στο Δήμο…, έκτασης 232,32 τ.μ., στο συνοικισμό Νέας Κρήνης στην οδό ... Τα δύο αυτά διαμερίσματα απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα η εκκαλούσα ήδη από το έτος 1996 δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου διανομής χώρων του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ι.

Π., τη δε επικαρπία σε αμφότερα εξ αυτών έχει παρακρατήσει εφ' όρου ζωής με το ίδιο συμβόλαιο η μητέρα της, Κ. Β. του Δ.. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι τα διαμερίσματα αυτά, τα οποία βρίσκονται στον ίδιο όροφο, η εκκαλούσα εξ αρχής και δη από την εγκατάσταση της ιδίας και της τετραμελούς οικογένειάς της σε αυτά από το έτος 1998 τα είχε συνενώσει άτυπα, με την κατεδάφιση της εσωτερικής τοιχοποιίας σε ένα διαμέρισμα και υπήρχε μόνο μία εξωτερική είσοδος σε αυτά, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε πρωτοδίκως η αδερφή του εκκαλούντος, Μ.

Ν., η οποία εκ της συγγενικής της σχέσης με τους εκκαλούντες, επισκεπτόταν συχνά την κατοικία τους. Λόγω μάλιστα του ότι εξ αρχής αυτά αποτελούσαν ένα ενιαίο διαμέρισμα αυτά ηλεκτροδοτήθηκαν με μία παροχή ΔΕΗ από 18.03.1998 με αριθμό παροχής ..., όπως αυτό αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ...02.10.2014 βεβαίωση της ανωτέρω επιχείρησης και, συνεπώς και από το αποδεικτικό αυτό μέσο προερχόμενο από τρίτο πρόσωπο αποδεικνύεται η ανωτέρω εξαρχής διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 "ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό".

Συνεπώς οι μόνες προϋποθέσεις αναφορικά με το ακίνητο αυτό, ώστε να ζητηθεί η εξαίρεση από την εκποίηση, θα είναι να αποτελεί την κύρια κατοικία του οφειλέτη (ασχέτως εμβαδού) και η αξία του να μην υπερβαίνει το ανωτέρω όριο, άρα στο νόμο δεν γίνεται διάκριση ως προς το εάν το ακίνητο αυτό έχει αποκτηθεί με ένα η περισσότερους τίτλους κτήσης (χωρίς τούτο να σημαίνει ότι καθεμία οριζόντια ιδιοκτησία αποβάλλει την αυτοτέλειά της, βλ. και ΑΠ 1232/2013 ...), αλλά το νομικά ενδιαφέρον της συγκεκριμένης διάταξης είναι να αποτελεί το ακίνητο αυτό την κύρια κατοικία του οφειλέτη, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 51 ΑΚ (...), ήτοι να αποτελεί τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του προσώπου, που συνήθως συμπίπτει με τον τόπο της οικογενειακής εγκατάστασής του και ο οποίος έχει στοιχείο σταθερότητας, που εν προκειμένω αποδεικνύεται ότι συντρέχει, ούτε εξάλλου δύναται να θεωρηθεί ότι η πολεοδομική αυτή συνένωση έγινε με σκοπό καταστρατήγησης της ανωτέρω διάταξης περί πρώτης κατοικίας, αφού εξαρχής αμφότερα τα διαμερίσματα, ως συνενωμένα στην πράξη, εξυπηρετούσαν τις στεγαστικές ανάγκες της εκκαλούσας και της οικογένειάς της, εξάλλου το εμβαδόν των συνενωμένων διαμερισμάτων ανέρχεται σε (43 + 99,58 =) 142,58 τ.μ. και πρόκειται περί τετραμελούς οικογένειας.

Συνεπώς το γεγονός ότι η εκκαλούσα δυνάμει της υπ' αριθμ. 9664/28.06.2011 απόφασης αναθεώρησης αδείας της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης για εσωτερικές διαρρυθμίσεις για τη συνένωση των δύο διαμερισμάτων σε ένα, έλαβε εν τέλει και άδεια για συνένωση αυτών σε ένα διαμέρισμα, ουδόλως προσάπτει σε αυτή δόλο καταδολίευσης έναντι των δανειστών της, ώστε να επιτύχει την εξαίρεση και δεύτερου ακινήτου από την ρευστοποίηση, αφού αμφότερες οι στην πράξη συνενωμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, την εξαίρεση των οποίων αμφοτέρων από την εκποίηση είχε αιτηθεί με την κρινόμενη αίτησή της, εξαρχής εδύναντο να υπαχθούν αμφότερες, αν και κτηθείσες με δύο τίτλους κτήσης, λόγω της πραγματικής κατάστασης, που εν προκειμένω νομικά ενδιαφέρει, στην έννοια της κύριας κατοικίας.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε το σύνολο των οφειλών της δεύτερης εκκαλούσας προς τα πιστωτικά ιδρύματα και δη προς το "Τ. Π. Κ. Δ.", την "Ε. E.", την "Ε. Τ. Τ. Ε.", την "Α. Τ. Α..Ε.." (για την ίδια ατομικά και ως ειδική διάδοχο της "C. Ρ.") και την "Τ. Π. Α..Ε.." (για την ίδια ατομικά και ως ειδική διάδοχο της "Μ. Ρ. Β. Ρ. C. L.") ανέρχεται σε 147.658,90 ευρώ.

Εκ του ανωτέρω ποσού μόνον σε αυτό, που αφορά τις οφειλές προς το "Τ. Π. Κ. Δ." και δη: α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση επισκευαστικού δανείου 4.964,60 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση επισκευαστικού δανείου 7.435,33 ευρώ και συνολικά 12.399,93 ευρώ αυτή είναι συνοφειλέτρια με τον εκκαλούντα, σύζυγό της και πρόκειται για δάνεια, όπου υπήρχε ενήμερη οφειλή έως και 30.01.2014, όπως προαναφέρθηκε, (βλ.

υπ' αριθμ. .../30.01.2014 έγγραφο αυτού). Εξάλλου, ναι μεν η εκκαλούσα το 2010 είχε ετήσιο εισόδημα 15.453,78 ευρώ και το 2013 το ετήσιο εισόδημά της είχε μειωθεί στις 11.368,69 ευρώ, ωστόσο αυτή το 2010, όταν και το εισόδημά της ήταν στο υψηλότερο σημείο, το οποίο ωστόσο ανερχόταν σε (15.453,78/12 =) 1.287,82 ευρώ μηνιαίως, το οποίο σε σχέση με το ύψος των αναληφθέντων δανείων και πάλι δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό, ήδη από τότε, ήτοι και πριν ακόμα τη μείωση των εισοδημάτων της (αλλά και του συζύγου της), είχε πάψει να εξυπηρετεί μεγάλο μέρος των οφειλών της, καθώς στις 29.06.2010 η πιστώτρια τράπεζα "Ε.

Ε." είχε καταγγείλει το προσωπικό δάνειο, που της είχε χορηγήσει με οφειλόμενο ήδη την ανωτέρω ημερομηνία ποσό 41.400,57 ευρώ (βλ. από ίδια ημερομηνία καταγγελία σύμβασης), ομοίως η πιστώτρια τράπεζα "Ε. Τ. Τ. Ε.", στις 07.04.2010 είχε καταγγείλει το δάνειο, που της είχε χορηγήσει με οφειλόμενο ήδη την ανωτέρω ημερομηνία ποσό 14.767,11 ευρώ (βλ.

από ίδια ημερομηνία αναγγελία κλεισίματος λογαριασμού), ομοίως η πιστώτρια τράπεζα "C. Ρ.", στις 06.04.2011 είχε προβεί σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου στην "Ε. Τ. Τ. Ε." ως τρίτης ποσού 19.471,13 ευρώ από οφειλή της εκκαλούσας από δάνειο, που της είχε χορηγήσει (βλ. από 27.04.2011 έγγραφο "Ε. Τ. Τ. Ε."), συνεπώς και προτού αρχίσει η μείωση των εισοδημάτων της εκκαλούσας, αυτής εκ του συνολικού ποσού των 147.658,90 ευρώ, που όφειλε κατά την υποβολή τη αίτησης, είχε ήδη πάψει να είναι ενήμερη για ποσό τουλάχιστον (41.400,57 + 14.767,11 + 19.471,13 =) 75.638,81 ευρώ, ποσό που υπερβαίνει το 50% των συνολικών της οφειλών.

Συνεπώς, η μείωση των αποδοχών της, που έλαβε χώρα στη συνέχεια και μέχρι την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, δεν προκάλεσε την αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της οφειλών, αφού αυτή προϋπήρχε. Από το σύνολο των ανωτέρω επομένως αποδείχθηκε ότι δανειζόταν υπερβολικά, άρα είχε ενδεχόμενο δόλο ως προς την μη αποπληρωμή των τραπεζικών προϊόντων, καθώς είχε συμφωνήσει με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την αίτηση της δεύτερης εκκαλούσας, αποδεχόμενη την ένσταση δόλου, που πρόβαλλαν οι πιστώτριες τράπεζες, όχι αναφορικά με την έκθεση αυτής σε υπερβολικό δανεισμό, αλλά αναφορικά με τη συνένωση των προαναφερόμενων ακινήτων, με εσφαλμένη μεν αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας, κατ' αποτέλεσμα δεν έσφαλε και συνεπώς πρέπει η κρινόμενη έφεση αναφορικά με τη δεύτερη εκκαλούσα, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 με το ανωτέρω περιεχόμενο του υπερβολικού δανεισμού που πρόβαλε νομίμως κατ' άρθρο 765 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που δικάζει ως Εφετείο, η έκτη εφεσίβλητη, η οποία ωφελεί και τους λοιπούς εφεσίβλητους ως οιονεί αναγκαίους παθητικούς ομοδίκους ..., να γίνει τυπικά δεκτή να απορριφθεί όμως ως προς την ουσία".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και δη ότι αυτή έκανε δεκτή την ένσταση της εκκαλούσας-έκτης αναιρεσίβλητης πιστώτριας Τράπεζας με την επωνυμία "Τ.

Π. Α..Ε..", αλλά και των λοιπών πιστωτριών Τραπεζών περί της περιελεύσεως αυτής (αιτούσας) από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμών, παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή προεβλήθη αορίστως, ήτοι δεν περιελάμβανε τα αναγκαία προς θεμελίωσή της στοιχεία, όπως τα απαιτούμενα στοιχεία (πραγματικά περιστατικά) αναφορικά με τον τρόπο περιελεύσεως τους σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και τη συνδρομή του ενδεχόμενου δόλου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών Τραπεζών) προκύπτει ότι η ένσταση δόλου που υποβλήθηκε περιελάμβανε όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται προς θεμελίωσή της σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που εκτέθηκαν πιο πάνω και δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης η αιτούσα συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες θα την οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό επιθυμώντας να εξασφαλίσει ένα βιοτικό επίπεδο ανώτερο των οικονομικών δυνατοτήτων της.

Ειδικότερα σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ήδη το 2010, όταν και το εισόδημά της αναιρεσείουσας ανέρχονταν σε 1.287,82 ευρώ μηνιαίως, και πριν ακόμα τη μείωση των εισοδημάτων της (αλλά και του συζύγου της), είχε πάψει να εξυπηρετεί μεγάλο μέρος των οφειλών της, καθώς στις 29.06.2010 η πιστώτρια τράπεζα "Ε.

Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) είχε καταγγείλει το προσωπικό δάνειο, που της είχε χορηγήσει με οφειλόμενο ήδη την ανωτέρω ημερομηνία ποσό 41.400,57 ευρώ, καθώς επίσης ομοίως η πιστώτρια τράπεζα "Ε. Τ. Τ. Ε." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), στις 07.04.2010 είχε καταγγείλει το δάνειο, που της είχε χορηγήσει με οφειλόμενο ήδη την ανωτέρω ημερομηνία ποσό 14.767,11 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της έννοιας της αποδοχής εκ μέρους της αναιρεσείουσας περιελεύσεως αυτής σε αδυναμία πληρωμών, εξαιτίας της έκθεσης αυτής σε υπερβολικό δανεισμό και τον ενδεχόμενο δόλο της όσον αφορά την μη αποπληρωμή των τραπεζικών προϊόντων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, κατά τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν` απορριφθούν.

Παράλληλα, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση περί συνδρομής των νόμιμων όρων που δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αίτησης, διέλαβε δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην απόφασή του αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της έκθεσης της αναιρεσίβλητης σε υπερβολικό δανεισμό και της αποδοχής εκ μέρους της του γεγονότος ότι με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης η αναιρεσείουσα είχε συμφωνήσει με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρά το γεγονός ότι οι οικονομικές δυνατότητες αυτής καθιστούσαν δυσχερή έως αδύνατη την αποπληρωμή των οφειλών της και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής ή μη των άνω διατάξεων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά τη θεμελίωση της ένστασης του δόλου, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε το πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

Ακολούθως, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1β` ΚΠολΔ, και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική της κατάσταση λόγω της οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε πριν από το 2008, τη μείωση των μισθών , την αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας των μελών της οικογενείας της. Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, το μεν διότι δεν αναφέρονται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία η προσβαλλόμενη παραβίασε, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, με ποίο τρόπο παραβιάστηκαν, το δε διότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ως διδάγματα της κοινής πείρας, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, καθόσον υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, αφορούν δηλαδή την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ, 5 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (19-1-2021), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 523/2018, ΑΠ 793/2015), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013).

Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφ. α` του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για την, παρά τον νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017), αφού από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ.759 παρ.3) (ΑΠ 883/2021).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τους προταθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς της , ότι α) περιήλθε χωρίς υπαιτιότητά της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, καθόσον ο δανεισμός της οφείλονταν σε αναχρηματοδότηση ή ανακυκλούμενο δανεισμό, β) την ένσταση συνυπαιτιότητας κατ' άρθρο 330 ΑΚ των πιστωτριών τραπεζών, άλλως αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτών, καθόσον γνώριζαν την αδυναμία αυτής να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή των δανείων και αποδέχθηκαν τον σχετικό κίνδυνο και ότι 3) δεν έλαβε υπόψη τη νομοθετική διάταξη του άρθρου 8 της ΚΥΑ Ζ1 699/ΦΕΚ Β 917/2020, σύμφωνα με την οποία οι τράπεζες υποχρεούνται να προβαίνουν σε έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και φερεγγυότητας του υποψήφιου δανειολήπτη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και τα οποία ως μη έχοντα αυτοτέλεια δεν μπορούν κατά νόμο να οδηγήσουν στην αποδοχή του ασκούμενου με την αίτησή της (αναιρεσείουσας) αιτήματος.

Κατά την προεκτεθείσα δε μείζονα σκέψη αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, των εισοδημάτων και της υπάρξεως εγγυήσεων αποπληρωμής των δανείων, την ύπαρξη άλλων δανείων και τη συνεπή αποπληρωμή αυτών, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου και, ως εκ τούτου, η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη σχετική πλημμέλεια είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β` εδ. δ` του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 17-12-2019 αίτηση αναίρεσης και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-12-2019 αίτηση της Κ. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 19786/2017 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ