Legislator Case Law & Legislation
1060/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident insurance liability judgment due to lack of factual clarity on vehicle movements.

Case Number 1060/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the insured parties against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident involving an insurance company. The court found the appeal inadmissible because the lower court failed to clarify critical facts, such as the exact trajectory of the truck after the collision and the cause of fluid leakage on the passenger car. Consequently, the court ruled that the appeal lacked merit and ordered the appellants to bear the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment on traffic accident liability is inadmissible if the lower court fails to clarify essential facts regarding vehicle movements and collision dynamics, rendering the appeal baseless.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insurance company defense appeal inadmissibility factual clarity requirement vehicle trajectory analysis collision dynamics legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1060 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1060/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Σκλήρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ε. χας Γ. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως νομίμου κληρονόμου της αποβιωσάσης Ε. Κ., 4) Α. Κ. του Γ., 5) Μ. Κ. του Γ., 6) Μ. Β. του Ν., κατοίκων ... Αττικής και 7) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως νομίμου κληρονόμου της αποβιωσάσης Ε. Κ., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μανώλη, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι 3η, 4ος, 5η, 6η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαγγουρέτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2013 αγωγή των ήδη 3ης, 4ου, 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 30-11-2013 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσειόντων, με την από 18-2-2014 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την διά των προτάσεων ανταγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6000/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-7-2020 (αρ. κατ. 522/2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6000/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν οι κάτωθι τρεις αγωγές: α) η από 26.02.2013 και με αρ. καταθ. 26654/1118/27.2.2014 αγωγή της Ε.

χήρας Γ. Κ.( ήδη 3η αναιρεσίβλητη), του Α. Κ. (ήδη 4ος αναιρεσίβλητος), της Μ. Κ. (ήδη 5η αναιρεσίβλητη), της Μ. Β. (ήδη 6η αναιρεσίβλητη), της Ε. Κ. (ήδη αποβιώσασα), κατά του Ι. Π. (ήδη 1ος αναιρεσίβλητος) , του Σ. Μ. (ήδη 3ος αναιρεσείων), του Ν. Σ. (ήδη 1ος αναιρεσείων), της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...." (ήδη 2α αναιρεσίβλητη) και της ασφαλιστικής εταιρίας, αρχικώς, με την επωνυμία "...." και ήδη με την επωνυμία "...." (ήδη 2α αναιρεσείουσα), αιτούμενοι να υποχρεωθούν αυτοί να τους καταβάλουν τα στην αγωγή τους αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και για υλικές ζημίες και για τα εν γένει έξοδα κηδείας από τον θάνατο του συγγενούς τους, Γ.

Κ., που έλαβε χώρα, σε τροχαίο ατύχημα, στις 29.03.2013, οφειλόμενο, κατά τους ισχυρισμούς τους, σε συνυπαιτιότητα του Ι. Π., οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του, ασφαλισμένου, για ζημίες προς τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....", και του Σ. Μ., οδηγού του Δ.Χ.Φ. οχήματος, ιδιοκτησίας του Ν.

Σ., ασφαλισμένου, για ζημίες προς τρίτους, στη ασφαλιστική εταιρία, αρχικώς, με την επωνυμία "...." και ήδη με την επωνυμία "....", β) η από 30.11.2013 και με αρ. καταθ. 167166/6083/11.12.2013 αγωγή του Ν. Σ., κατά του Ι. Π. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "....", αιτούμενος να του καταβάλουν αυτοί τα αναφερόμενα ποσά, ως θετική και αποθετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, οφειλόμενο, κατά τους ισχυρισμούς του, σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Ι.

Π., οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένου, για ζημίες προς τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....", και από το οποίο το Δ.Χ. Φορτηγό, ιδιοκτησίας του Ν. Σ. , υπέστη υλικές ζημίες, γ) η από 18.02.2014 και με αρ. καταθ. 23871/999/21.2.2014 αγωγή του Ι. Π. κατά του Σ. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρίας, αρχικώς, με την επωνυμία "...." και ήδη με την επωνυμία "....", με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν τα εκεί αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση από θετική και αποθετική του ζημία και ως ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από το ως άνω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα, κατά τους ισχυρισμούς του, με αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ.

Μ., οδηγού του Δ.Χ. Φορτηγού, ιδιοκτησίας του Ν. Σ., ασφαλισμένου, για ζημίες προς τρίτους, στη ασφαλιστική εταιρία, αρχικώς, με την επωνυμία "...." και ήδη με την επωνυμία "....". Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν, μαζί με την ανταγωγή, που άσκησε με τις προτάσεις του, ο ήδη τρίτος των αναιρεσειόντων Σ. Μ., αιτούμενος να υποχρεωθούν οι Ι.

Π. και η ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "....", να του καταβάλουν το σε αυτή αναφερόμενο ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη, ως οδηγός του Δ.Χ. Φορτηγού, κατά το ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα, από υπαιτιότητα, κατά τους ισχυρισμούς του, του Ι. Π., ιδιοκτήτη του ζημιογόνου Ι.Χ.Ε., ασφαλισμένου, για ζημιές προς τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....", και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 375/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, Ι.

Π.. Κατόπιν αυτού το ως άνω Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) απέρριψε την υπ' αριθμ. 23871/999/2014 αγωγή του I. Π. και την υπ' αριθμ. 26654/1118/2014 αγωγή, ως προς τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτη εκ των εναγομένων αυτής, ενώ δέχθηκε αυτήν, ως προς τον πρώτο και την τέταρτη εκ των εναγομένων, κατά ένα μέρος, αναγνωρίζοντας ότι ο πρώτος και η τέταρτη εκ των εναγομένων οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν νομιμοτόκως, στην πρώτη εκ των εναγόντων, το ποσό των 10.200 €, στον δεύτερο εκ των εναγόντων, το ποσό των 11.428,30 €, στην τρίτη εκ των εναγόντων, το ποσό των 10.300 €, στην τέταρτη εκ των εναγόντων, το ποσό των 10.000 € και στην πέμπτη εκ των εναγόντων, το ποσό των 4.000 €, επίσης δέχθηκε εν μέρει την υπ' αριθμ. 167166/6083/2013 αγωγή του Ν.

Σ., αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι σ' αυτήν οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν, νομιμοτόκως, το ποσό των 12.033,81 €, ενώ, τέλος, δέχθηκε την δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή του Σ. Μ., υποχρεώνοντας τους αντεναγόμενους να καταβάλουν, νομιμοτόκως, εις ολόκληρον ο καθένας, στον αντενάγοντα, το ποσό των 1.000 €.

Κατά της ως άνω (375/2015) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν οι κάτωθι 4 εφέσεις: α) η με αρ. 2869/5.5.2015 έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...." κατά των: 1) Ε. χήρας Γ. Κ., 2) Α. Κ., 3) Μ. Κ., 4) Μ. Β., 5) Ε. Κ., 6) του Ν. Σ. και 7) του Σ. Μ., β) η με αρ. 3101/18.5.2015 έφεση των 1) Ε. Κ., 2) Α. Κ., 3) Μ. Κ., 4) Μ. Β., 5) Ε. Κ.

κατά των: 1) Ι. Π., 2) του Σ. Μ., 3) του Ν. Σ., 4) της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...." και 5) της ασφαλιστικής εταιρίας αρχικώς με την επωνυμία "...." και ήδη με την επωνυμία "...." γ) η με αρ. 3941/23.6.2015 έφεση του Ν. Σ. κατά των: 1) Ι. Π. και 2) της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...." και δ) η με αρ. 504607/500350/3.2.2017 έφεση του Ι.

Π. κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, αρχικώς, με την επωνυμία "...." και ήδη με την επωνυμία "....", ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την συνεκδίκαση των οποίων, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6.000/04.12.2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε, κατ' ουσία η με αρ. κατ. 3941/2015 έφεση του Ν.

Σ., ενώ έγιναν δεκτές κατ' ουσία οι με αρ. 2869/2015, 3101/2015 και 504607/2017 εφέσεις και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης το ως άνω Δικαστήριο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του αυτοκινητικού ατυχήματος τον Σ. Μ. και ως εκ τούτου: α) δέχθηκε εν μέρει τη με αρ. κατ. 26654/1118/27.2.2014 αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εκεί 2ος, 3ος και 5η των εναγομένων, καθένας σε ολόκληρο, πρέπει να καταβάλουν νομιμοτόκως στην εκεί πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 120.200 ευρώ, στον εκεί δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των 91.428,30 ευρώ, στην εκεί τρίτη ενάγουσα, το ποσό των 90.300 ευρώ, στην εκεί τέταρτη ενάγουσα, το ποσό των 70.000 ευρώ και στους κληρονόμους της εκεί πέμπτης ενάγουσας (ήδη 3η και 7ος των αναιρεσιβλήτων), το ποσό των 15.000 ευρώ, β) δέχθηκε εν μέρει την με αρ.

κατ. 23871/999/21.2.2014 αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εκεί εναγόμενοι, καθένας σε ολόκληρο, πρέπει να καταβάλουν νομιμοτόκως, στον εκεί ενάγοντα, το ποσό των 107.098,55 ευρώ και γ) απέρριψε την ανταγωγή, που ασκήθηκε με τις προτάσεις.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1975/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα στο ύψος του 24.200 χλμ του παραδρόμου της Ν.Ε.Ο.Α.Λ.

που βρίσκεται δεξιά της Ε. Ο. σε σχέση με τα προς τη Λαμία κινούμενα οχήματα. Στο σημείο αυτό το συνολικό εύρος του οδοστρώματος του παραδρόμου, είναι 9 μ. και τα δύο αντίρροπα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται εντελώς με διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας εκεί είναι 60 χλμ/ωρα, σε ελάχιστη απόσταση μετά το σημείο του ατυχήματος (σε σχέση με τα προς τη Λαμία κινούμενα οχήματα) αρχίζει ελαφρά κατωφέρεια, ενώ, κατά τη φορά αυτή, η οδός παρουσιάζει ελαφρά αριστερή καμπή.

Αντίστοιχα, αναφορικά με τα προς την Αθήνα κινούμενα οχήματα, πριν το σημείο που έλαβε χώρα το ατύχημα υπάρχει ελαφρά δεξιά ανωφερής καμπή στο οδόστρωμα. Στις 29.3.2013 και περί ώρα 6.20 π.μ. το υπ' αριθμ ...Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο τράκτορας με επικαθήμενο ψυγείο, μεταφέροντας 4 παλέτες αλλαντικών συνολικού βάρους 2.954,319 κιλών, έβαινε επί του παραπάνω παραδρόμου με κατεύθυνση προς τη Λαμία.

Το όχημα αυτό, ιδιοκτησίας του διαδίκου Ν. Σ., ασφαλισμένο για ζημίες προς τρίτους στην διάδικο ασφαλιστική εταιρεία "..." το οδηγούσε ο ομοίως διάδικος Σ. Μ.. Μεγάλα οχήματα τέτοιου όγκου και δυνατότητας μεταφοράς, νομοθετικά προβλέπεται, ότι οφείλουν να αναπτύσσουν μικρότερη ταχύτητα, του εκάστοτε ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου στις οδούς.

Παρά ταύτα όμως το παραπάνω έμφορτο ΔΧΦ, κινούμενο σε περιορισμένο εύρους οδόστρωμα, που κατά κανόνα προορίζεται για κίνηση οχημάτων μικρότερου όγκου, στην έναρζη της κατωφέρειας, χωρίς εμφανή αιτία, έβαινε με ταχύτητα 72 χλ/ωρα (βλ. ταχογράφο που αφαιρέθηκε και νομότυπα κατασχέθηκε). Την ίδια ημέρα και ώρα ο διάδικος Ι.

Π., οδηγώντας το υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία με τη επωνυμία "..." έβαινε ομοίως επί του παραπάνω παραδρόμου και στο ανηφορικό ρεύμα πορείας προς την Αθήνα με ταχύτητα περίπου 60 χμ/ωρα. Στο ύψος του παραπάνω χλμ τα ως άνω δύο οχήματα συγκρούσθηκαν μεταξύ τους.

Ειδικότερα ήλθαν σε επαφή οι εμπρόσθιες αριστερές τους γωνίες. Από την σύγκρουση αυτή και την ώθηση που δέχθηκε, το ΙΧΕ, στη συνέχεια, περιστράφηκε αριστερά σε σχέση με τη φορά του, προοδευτικά πραγμάτωσε γωνία μεγαλύτερη των 180° και με την αριστερή του πλευρά προσέκρουσε στις προστατευτικές μπάρες που βρίσκονται δεξιά του οδοστρώματος σε σχέση με τα προς την Αθήνα κινούμενα οχήματα, όπου και ακινητοποιήθηκε, με την μούρη του πλέον στραμμένη προς την Λαμία (βλ.

σχεδιάγραμμα τροχαίας, οι εγγραφές και επισημάνσεις του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν από κάποιο διάδικο). Στο σχεδιάγραμμα αυτό απεικονίζεται μεγάλη κηλίδα υγρών σχηματισθείσα στο εμπρόσθιο και εμπρόσθιο δεξιό μέρος του ΙΧΕ μέσα στο ρεύμα πορείας του. Από την επισήμανση αυτή συνάγεται ότι τα υγρά προήλθαν μόνο από το ΙΧΕ.

Επισημαίνονται επίσης και θραύσματα εξαρτημάτων απ 'αυτό, ομοίως μέσα στο ρεύμα πορείας του. Τέλος, η πίσω δεξιά του γωνία απεικονίζεται να απέχει περίπου 2μ από το μέσον του οδοστρώματος. Στο ίδιο σχεδιάγραμμα εικονίζονται και ίχνη τροχοπέδησης προερχόμενα μόνο από το ΔΧΦ (ήτοι όχι και από το ΙΧΕ). Τα ίχνη αυτά, ανεξαρτήτως του ή των τροχών που τα προκάλεσαν βρίσκονται μέσα στο ρεύμα πορείας του ήτοι προς τη Λαμία, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος και έχουν αριστερή κατεύθυνση σε σχέση με την πορεία του οχήματος αυτού.

Τα ίχνη όπως αποτυπώθηκαν, αρχίζουν μετά το νοητό ύψος του πίσω μέρους του ακινητοποιηθέντος ΙΧΕ. Ευχερώς λοιπόν συνάγεται ότι πρώτα έλαβε χώρα η σύγκρουση και μετά ο Σ. Μ. πέδησε το φορτηγό. Περαιτέρω όμως ευχερώς συνάγεται ότι πριν τη σύγκρουση το φορτηγό κινούμενο είχε καταλάβει και ένα μέρος του ρεύματος πορείας προς την Αθήνα, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η σύγκρουση.

Το παρόν Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα αυτό εκ του ότι αφενός μεν το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ έβαινε ανηφορικά και για τον λόγο αυτό, λόγω και του μικρού κυβισμού του, ήταν αδύνατο να αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, αφετέρου η δεξιά σε σχέση με την πορεία του καμπή ενεργοποιούσε την κεντρομόλο και φυγόκεντρο δύναμη έτσι ώστε αυτό να έλκεται προς το κέντρο της δύναμης ήτοι προς τα δεξιά του.

Περαιτέρω και εξαιτίας της ανωφέρειας η ορατότητα του οδηγού I. Π. ήταν περιορισμένη αναφορικά με τα κινούμενα οχήματα στο αντίθετο ρεύμα πορείας και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να αντιληφθεί έγκαιρα την παρουσία του ΔΧΦ στο οδόστρωμα. Απεναντίας το ΔΧΦ έβαινε μεν οριζόντια, πλην όμως η αρκετά (για ογκώδες όχημα) αυξημένη ταχύτητα, το μεταφερόμενο βάρος και η αριστερή σε σχέση με τη πορεία του καμπή ήταν αυτά που επέδρασαν έτσι ώστε αυτό να καταλαμβάνει και μέρος του αντίθετου ρεύματος πορείας.

Στα στοιχεία αυτά πρέπει να προστεθεί και η απροσεξία του οδηγού του Σ. Μ., που καίτοι σε υπερυψωμένη θέση, (ολοσχερώς) δεν αντιλήφθηκε το αντίθετα κινούμενο ΙΧΕ αλλά χρησιμοποίησε την πέδηση μετά την σύγκρουση. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ίδιο, αλλά και τον διάδικο ιδιοκτήτη του ΔΧΦ Σ., ήτοι ότι το ΙΧΕ έβαινε με υπερβολική ταχύτητα και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα μέσα στο ρεύμα πορείας προς την Λαμία κρίνονται ως αβάσιμα και κατ' ουσίαν απορριπτέα.

Ειδικότερα και αν ήθελε υποτεθεί ότι η σύγκρουση είχε λάβει χώρα είτε στο μέσον του οδοστρώματος είτε στο ρεύμα πορείας προς την Λαμία τότε είναι απολύτως βέβαιο ότι το ΙΧΕ μέχρι να καταλήξει στις προστατευτικές μπάρες της οδού θα άφηνε στο οδόστρωμα ίχνη σύρσεως του, κηλίδες υγρών και στερεά θραύσματα.

Προαναφέρθηκε όμως ότι τέτοια ίχνη δεν εντοπίσθηκαν (και δεν αποτυπώθηκαν) ενώ τα υγρά σχημάτισαν μόνο μία μεγάλη κηλίδα έμπροσθεν και έμπροσθεν δεξιά του ΙΧΕ. Αποκλειστικός υπαίτιος της σύγκρουσης, κατά τα παραπάνω, είναι ο Σ. Μ. ενώ ουδεμία αντίστοιχη ευθύνη βαρύνει τον Ι. Π.. Περαιτέρω εξαιτίας της σύγκρουσης φέρεται να τέθηκε εκτός λειτουργίας το σύστημα διεύθυνσης του ΔΧΦ.

Για αυτό το επικαλούμενο ως πραγματικό γεγονός το παρόν Δικαστήριο δεν μόρφωσε άποψη, δεδομένου ότι μετά την σύγκρουση και τροχοπέδηση, το ΔΧΦ εισήλθε στην αριστερή κατωφέρεια, κινήθηκε ανεξέλεγκτα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, ολισθαίνοντας επί των τροχών του και διήνυσε έτσι απόσταση περίπου 37 μέτρων.

Στην συνέχεια, ολισθαίνοντας, διάβηκε το ρεύμα πορείας προς την Αθήνα, προσέκρουσε (μάλλον) με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στις μπάρες της οδού αριστερά σε σχέση με την πορεία του, εξήλθε του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε στην χωμάτινη κατωφέρεια μεταξύ του παραδρόμου και της ΕΟ. Ήτοι η βλάβη του συστήματος διεύθυνσης ενδέχεται να προκλήθηκε ή και να ολοκληρώθηκε κατά την πρόσκρουση του ΔΧΦ στην μεταλλική μπάρα είτε κατά την πορεία του στο κατηφορικό χωμάτινο έρεισμα.

Κατά τον χρόνο που το ΔΧΦ ανεξέλεγκτο και ολισθαίνοντας διάβαινε το ρεύμα πορείας προς την Αθήνα, με το εμπρόσθιο μέρος του, παρέσυρε το υπ' αριθμ. ... δίκυκλο που οδηγούσε ο Γ. Κ. βαίνοντας με ταχύτητα περίπου 40 χλμ/ωρα, ακολουθώντας από αρκετή απόσταση το ΙΧΕ. Από την παράσυρση αυτή θανατώθηκε ο παραπάνω οδηγός, ενώ το δίκυκλο υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημιές.

Αποκλειστικός υπαίτιος της παρασύρσεως και θανατώσεως του Γ. Κ., ομοίως είναι ο Σ. Μ., ενώ ουδεμία αντίστοιχη ευθύνη βαρύνει τρίτο πρόσωπο. Περί της αποκλειστικής άλλωστε υπαιτιότητας του παραπάνω ομοίως, ομόφωνα, αποφάνθηκε με την υπ' αριθμ. 4403/30-06 έως 26-07-2017 οριστική του απόφαση το 3/μελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως, όμοια, προηγουμένως είχε αποφανθεί, ομόφωνα, με την υπ' αριθμ. 23354/22.6.2019 οριστική του απόφαση το 3/μελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την επιδειχθείσα από τον τρίτο αναιρεσείοντα αμέλεια στο επίδικο ατύχημα και ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού, παραθέτοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο εν λόγω αναιρεσείων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτοί αποδίδουν με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα με τον λόγο αυτό αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η παραδοχή περί του ότι η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ενόψει της παραδοχής περί ιχνών τροχοπέδησης του φορτηγού στο ρεύμα πορείας του.

Οι αιτιάσεις αυτές για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες είναι πρωτίστως απαράδεκτες και πρέπει ν' απορριφθούν, διότι αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί με αυτές η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 περ. β', 914 ΑΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στις παραπάνω διατάξεις.

Ειδικότερα, αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου αναιρεσείοντος στον οποίο με σαφή αιτιολογία καταλογίσθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη: α) ότι το φορτηγό, όντας μεγάλο και βαρέως έμφορτο είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης και από τις συνθήκες επιβαλλόμενης, και εξαιτίας και της κατωφερικής προς τα αριστερά κλίσης της οδού εισήλθε μερικώς στο αντίθετο ρεύμα και χτύπησε το Ι.Χ.Ε αυτ/το, ο οδηγός του οποίου λόγω της ανωφέρειας σε σχέση προς τη κίνηση του δεν το είχε εγκαίρως αντιληφθεί.

β) ότι η πέδηση του φορτηγού έγινε μετά την σύγκρουση, πράγμα που προκύπτει εκ του ότι τα ίχνη αυτής στο ρεύμα πορείας του, ανεξαρτήτως του ή των τροχών που τα προκάλεσαν, ξεκινούν αρχικά εκεί που νοητά τελείωνε το ακινητοποιημένο Ι.Χ.Ε αυτ/το γ) ότι τα υγρά και τα θραύσματα βρέθηκαν εκεί που τελικά σταμάτησε το Ι.Χ.Ε αυτ/το στο ρεύμα πορείας του, και κυρίως δεν υπάρχουν ίχνη σύρσεώς του, όπως θα έπρεπε εάν είχε χτυπηθεί στο ρεύμα πορείας του φορτηγού.

Παρά δε τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες πλήρως και λεπτομερώς περιγράφονται η πορεία και η κατάληξη των εμπλεκόμενων οχημάτων μετά την σύγκρουση.

Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα η Πρόεδρος αυτού, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, είχε τη γνώμη ότι το Εφετείο διέλαβε την προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, συνακολούθως δε ο συναφής αναιρετικός λόγος έπρεπε να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος για τους κάτωθι λόγους:

Αν και έγινε δεκτό ότι η σύγκρουση του Δ,Χ. φορτηγού οχήματος με το επιβατηγό αυτοκίνητο έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του επιβατηγού αυτοκινήτου και τα ίχνη τροχοπεδήσεως, που προέρχονται μόνο από το φορτηγό βρίσκονται μέσα από ρεύμα πορείας του φορτηγού, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, έχουν αριστερή κατεύθυνση σε σχέση με την πορεία του οχήματος αυτού, αρχίζουν μετά το νοητό ύψος του πίσω μέρους του ακινητοποιηθέντος επιβατηγού αυτοκινήτου, γεγονός από το οποίο (κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης) συνάγεται ότι πρώτα έλαβε χώρα η σύγκρουση και μετά ο οδηγός του φορτηγού οχήματος προέβη σε πέδηση αυτού, δεν διευκρινίζεται, όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εισόδου ή μη του φορτηγού στο ρεύμα πορείας του επιβατηγού αυτοκινήτου, πόσο τμήμα του αντιθέτου ρεύματος πορείας είχε καταλάβει το φορτηγό και για πόση απόσταση είχε εισέλθει και εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, σε ποίο σημείο του οδοστρώματος του αντιθέτου ρεύματος πορείας [σε σχέση με τη διπλή διαχωριστική γραμμή και την ανευρεθείσα τελική Θέση του επιβατηγού αυτοκινήτου] έλαβε χώρα η σύγκρουση του φορτηγού και του επιβατηγού αυτοκινήτου, ποια ήταν η πορεία του επιβατηγού αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουσή του με το φορτηγό [δηλαδή, πόση απόσταση διήνυσε το επιβατικό αυτοκίνητο από το σημείο σύγκρουσης μέχρι και την τελική του θέση] και ποια ήταν η πορεία του φορτηγού μετά τη σύγκρουση του με το επιβατηγό, αυτοκίνητο εάν δηλ.

το φορτηγό, μετά τη σύγκρουση με το επιβατηγό αυτοκίνητο, εξακολούθησε να κινείται στο αντίθετο ρεύμα πορείας και πόση απόσταση διάνυσε κινούμενο σε αυτό ή επανήλθε άμεσα στο ρεύμα πορείας του, αν η τροχοπέδηση έλαβε χώρα αμέσως μόλις επανήλθε το φορτηγό στο ρεύμα πορείας του ή το φορτηγό τροχοπέδησε, αφού προηγουμένως είχε διανύσει απόσταση (και πόση) εντός του ρεύματος πορείας του, ενόψει και της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το φορτηγό τροχοπέδησε μετά τη σύγκρουση με τα ίχνη πέδησής του να έχουν κατεύθυνση προς τα αριστερά, δηλαδή προς το αντίθετο ρεύμα πορείας και όχι προς το αρχικό ρεύμα πορείας του φορτηγού (είχαν, δηλαδή, κατεύθυνση αντίθετη με την κατεύθυνση επαναφοράς του φορτηγού στο ρεύμα πορείας του ).

Επίσης δεν διευκρινίζεται αν η κηλίδα υγρών, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχηματίστηκε στο εμπρόσθιο και εμπρόσθιο δεξιό μέρος του επιβατηγού αυτοκινήτου μέσα στο ρεύμα πορείας του οφείλεται σε βλάβη του επιβατηγού αυτοκινήτου από την σύγκρουσή του με το φορτηγό όχημα, αν η διαρροή υγρών που προκλήθηκε ήταν .άμεση, ώστε να "αφήσει" το επιβατηγό αυτοκίνητο στο οδόστρωμα από το σημείο συγκρούσεως μέχρι την τελική του Θέση κηλίδες υγρών ή αν η διαρροή υγρών οφείλεται την πρόσκρουση του αυτοκινήτου με την αριστερή του πλευρά στις προστατευτικές μπάρες, που βρίσκονται δεξιά της οδού, όπου και ακινητοποιήθηκε αυτό.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ κρίνεται, κατά πλειοψηφία, αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα των αναιρεσειόντων, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, παρίσταται ως άνευ αντικειμένου, ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 6000/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για κάθε ομάδα αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ