Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding partial invalidity of a loan contract clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of First Instance's rejection of their complaint regarding a usurious interest rate calculation in a loan contract. The Court of First Instance had rejected the complaint as inadmissible due to vagueness and as legally unfounded because it did not cite specific usurious clauses. The Supreme Court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court did not declare the complaint inadmissible as required by law, and the appeal was also baseless since the lower court's reasoning was not effectively challenged.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 516(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must declare an appeal inadmissible if the lower court fails to rule on the admissibility of the complaint as required by law, and the appeal must be rejected if the grounds are unfounded or the lower court's reasoning is not effectively challenged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1060 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1060/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Φ. του Σ. 2) Σ Φ. του Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Δαμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοφανώ Βαγουρδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ημερομηνία κατάθεσης 27-12-2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1479/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου, δηλαδή αν αυτό ασκήθηκε κατά το νόμιμο τύπο, εντός της οριζόμενης προθεσμίας και από πρόσωπο δικαιούμενο να το ασκήσει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος, εκείνοι που άσκησαν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοί τους, οι ειδικοί διάδοχοί τους εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής και οι εισαγγελείς πρωτοδικών, αν ήταν διάδικοι." Επίσης, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, "αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης... το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.".
Εν προκειμένω, επί της ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά διαταγής πληρωμής, την οποία απηύθυναν κατά της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 24/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας που την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι: Μ. Φ. (πρώτος αναιρεσείων) και η Ε. Φ. του Α.. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση της δεύτερης ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι είναι διαφορετικό πρόσωπο και δεν ταυτίζεται με τη δεύτερη ανακόπτουσα και ως εκ τούτου ως μη διάδικος δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει έφεση.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη δέχθηκε τα εξής: "Όσον αφορά στη δεύτερη εκκαλούσα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών με δήλωσή του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, προέβη σε διόρθωση του κυρίου ονόματος αυτής από το εσφαλμένο "Ε." Φ. του Α., που αναγράφηκε στο ανωτέρω δικόγραφο, στο ορθό "Σ.".
Πλην όμως και υπό τις δύο εκδοχές του ονόματος η κατ' αρθρ. 516 ΚΠολΔ δικαιούμενη να προσβάλει την εκκαλουμένη είναι η Σ. Φ. του Μ., η οποία ήταν και η ανακόπτουσα στην πρωτοβάθμια δίκη αλλά και η συνοφειλέτρια με βάση τη με αρ.2031957/24-12-2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου και την τροποποιητική αυτής, από την οποία απορρέει και η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή -εφεσίβλητης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, η οποία και ηττήθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη, ενώ η Σ.
Φ. του Α., όπως το όνομα της εκκαλούσας πλέον προκύπτει, μετά την κατά τα ανωτέρω διόρθωση, είναι διαφορετικό πρόσωπο από την ανακόπτουσα της πρωτοβάθμιας δίκης - οφειλέτρια, δικαιούμενη να ασκήσει έφεση, ενδεχομένως δε και ανύπαρκτο. Συνακόλουθα, η κρινόμενη έφεση κατά το μέρος που ασκείται από τη δεύτερη εκκαλούσα (Σ.
Φ. του Α.) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς δεν ασκείται από δικαιούμενο προς τούτο πρόσωπο." Εφόσον λοιπόν το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι η εκκαλούσα "Ε." και κατά διόρθωση Σ. Φ. του Α., κάτοικος ..., είναι πρόσωπο διαφορετικό από την ανακόπτουσα και διάδικο της πρωτοβάθμιας δίκης Σ.
Φ. του Μ., κάτοικο ..., δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού κατά τα προαναφερόμενα η εκκαλούσα ως μη διάδικος δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει έφεση. Η πρώτη ανακόπτουσα (Σ. Φ. του Μ.) και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προβάλλει την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, επικαλούμενη ότι εκκαλούσα δεν ήταν άλλο πρόσωπο αλλά η ίδια, έχοντας αναγράψει στο εφετήριο εσφαλμένα τα στοιχεία της, τα οποία όμως διόρθωσε παραδεκτά, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά της.
Ο λόγος αυτός πρωτίστως στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε άκυρο το δικόγραφο της εφέσεως λόγω μη ορθής αναγραφής των στοιχείων της εκκαλούσας όπως απαιτεί το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ το αληθές είναι ότι η έφεση κηρύχθηκε απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από την πρώτη ανακόπτουσα και επομένως μη διάδικο.
Η δε κρίση του Εφετείου ότι η εκκαλούσα "Ε." και κατά διόρθωση Σ. Φ. του Α. είναι πρόσωπο διαφορετικό από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα Σ. Φ. του Μ. συνιστά παραδοχή επί της ουσίας, μη υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 6 και 8 του ν. 2251/1994 και 181, 200 και 371 του ΑΚ: "6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται 7...8.
Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί" (άρθρο 2 παρ. 6 και 8 του ν. 2251/1994), "η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος" (άρθρο 181 του ΑΚ), "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" (άρθρο 200 του ΑΚ) και "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση.
Αν δεν γίνεται με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο" (άρθρο 371 του ΑΚ). Από τις ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις προκύπτει ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.
Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε.
Στην περίπτωση αυτή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της.
Ενόψει όλων αυτών, επί διαταγής πληρωμής, την έκδοση της οποίας πέτυχε μία Τράπεζα με βάση σύμβαση δανείου, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της, και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 753/1995).
Για το σκοπό αυτό πρέπει, για το ορισμένο του λόγου ανακοπής, να προσδιορίζεται το κονδύλιο και το ποσό κατά το οποίο είναι ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής, εκτός εάν, παρά το αίτημα για συνολική ακύρωση της διαταγής, από τα παρατιθέμενα στην ανακοπή στοιχεία το δικαστήριο μπορεί να εξάγει με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό, οπότε η ανακοπή είναι νόμιμη μόνο ως προς αυτό.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλομΑΠ 25/2003, 25/1994).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε (ως προς τον πρώτο ανακόπτοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) το δεύτερο λόγο της από 17.12.2012 ανακοπής του κατά της υπ' αριθ. 238/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με τον οποίο υποστήριζε ότι ο όρος (ΓΟΣ) της ένδικης υπ' αριθ. 2031957/2002 δανειακής σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, για υπολογισμό των τόκων με βάση επιτόκιο 360 και όχι 365 ημερών, είναι άκυρος ως καταχρηστικός.
Απέρριψε δε τον λόγο αυτόν της ανακοπής με δύο επάλληλες αιτιολογίες: Αφενός ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας "διότι δεν προσδιορίζεται συγχρόνως κατά ποίο ποσό συγκεκριμένα επιβαρύνθηκε η σύμβαση εξ αιτίας του κατά τα ανωτέρω υπολογισμού, δεδομένου ότι στην ανακοπή έπρεπε για το ορισμένο αυτού να προσδιορίζεται το ποσό αυτό με βάση το σταθερό μέγεθος του συμβατικού επιτοκίου" και αφετέρου ως μη νόμιμο γιατί "δεν είναι αντίθετος σε κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται per se καταχρηστικοί και άρα άκυροι...
διατυπώνεται δε ρητά και με σαφήνεια, εκπληρώνοντας την αρχή της διαφάνειας ..." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά στην πρώτη από τις δύο ως άνω επάλληλες αιτιολογίες, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της.
Ενόψει όλων αυτών, όφειλε ο ανακόπτων να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνεται η δανειακή οφειλή του εξ αιτίας του άκυρου ΓΟΣ, ως προς το οποίο (ποσό) και μόνον είχε δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι στο σύνολό της, από δε τα παρατιθέμενα στην ανακοπή στοιχεία δεν καθίσταται δυνατό να εξάγει το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό.
Επομένως ο (μοναδικός) λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Εφόσον δε το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται αποτελεσματικά κατά τα ανωτέρω η πρώτη απ' αυτές, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, που προσβάλει τη δεύτερη αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση των Μ. Φ. και Σ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1479/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ