1060/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1060/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρινόμενη από 1-7-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1274/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1060 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1060/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην ...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3218/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1274/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-7-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1274/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν. 489/1976, ο οποίος κωδικοποιήθηκε από το ΠΔ 237/1986, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 4Α του Ν. 4092/2012 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ορίζεται ότι, "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση..., όταν:
α)..., β)..., γ) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα". Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου Ν. 489/1976 ορίζεται ότι, "1. Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.
Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως". Κατά δε την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου εδ. α’ ορίζεται ότι, "Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη..." και κατά το εδ. β’ "Η ασφαλιστική κάλυψη επίσης περιλαμβάνει και την αστική ευθύνη του κυρίου ή κατόχου έναντι τρίτων σε περίπτωση αυτοκινήτων που έχουν είτε κλαπεί, είτε αποκτηθεί με χρήση βίας...".
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν. 489/1976 πρέπει να συνδυαστεί προς το εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου ως άνω νόμου, κατά την οποία εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο ασφαλιστής δεν καλύπτει ασφαλιστικά την αστική ευθύνη του οδηγού (του ασφαλισμένου αυτοκινήτου), ο οποίος οδηγός από πρόθεση προκαλεί ζημία σε τρίτο πρόσωπο.
Δηλαδή, ο παθών τρίτος στην περίπτωση αυτή δεν έχει υπεύθυνο τον ασφαλιστή, ώστε αυτός να του καλύψει την ευθύνη του οδηγού. Από τις ίδιες διατάξεις επίσης, προκύπτει ότι ο ασφαλιστής δεν καλύπτει ασφαλιστικά και τον ιδιοκτήτη, που είχε προστήσει στην οδήγηση τον οδηγό, ο οποίος προκαλεί εκ προθέσεως ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο και τούτο διότι βούληση μεν του νομοθέτη είναι η ασφαλιστική κάλυψη ζημιών τρίτου, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, έστω και από βαρεία αμέλεια, όχι, όμως να καλύπτεται ασφαλιστικά ο ασφαλισμένος, ο οποίος χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του ως μέσον τέλεσης αδικήματος.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται έναντι του παθόντα τρίτου, για να του καλύψει την αστική ευθύνη του οδηγού και του προστήσαντα αυτόν στην οδήγηση ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εναγόμενος δε ο ασφαλιστής επιτρεπτώς προβάλλει την σχετική ένσταση απαλλαγής και κατά του τρίτου ζημιωθέντος (ΑΠ 1505/2012).
Επομένως, για τη ζημία που προκαλεί στον τρίτο ένας τέτοιος οδηγός την ευθύνη κατά νόμο (άρθρ. 19 παρ. 1 εδ. γ’ Ν. 489/1976) έχει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Είναι όμως δυνατό να είναι διαφορετικά τα πρόσωπα του οδηγού και του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Τούτο μπορεί να συμβεί, όταν ο κλέπτης - οδηγός του αυτοκινήτου προκαλεί εκ προθέσεως ζημία σε τρίτο εν αγνοία προδήλως του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου.
Στην περίπτωση αυτή, για την εκ προθέσεως ζημία, που προκαλεί στον τρίτο ο οδηγός, υπάρχει ευθύνη του ΕΚ, όμως για την ίδια ζημία υπάρχει ευθύνη του ασφαλιστή, όχι βέβαια για την πράξη του οδηγού, αλλά για τη συνήθως περιορισμένη ποσοτικά, κατ’ άρθρ. 4 του Ν. ΓΠΝ/1911, ευθύνη του κυρίου του αυτοκινήτου, εφόσον αυτός δεν θεωρείται κάτοχος.
Επομένως, εάν δεν υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του ιδιοκτήτη αυτού, τότε η ποσοτικά περιορισμένη ευθύνη του ιδιοκτήτη έναντι του ζημιωθέντα τρίτου καλύπτεται από τον ασφαλιστή (ΑΠ 1505/2012 όπου παρ.). Περιπτώσεις από την πράξη εκ προθέσεως προκλήσεως ζημίας σε τρίτο, ενδεικτικά, είναι και όταν ο κλέπτης ενός αυτοκινήτου προκειμένου να αποφύγει την σύλληψή του, όταν καταδιώκεται από αστυνομικά όργανα, αποφασίζει να προσκρούσει σε κανονικά σταθμευμένα αυτοκίνητα, προκειμένου να ανοίξει δίοδο κα διαφύγει ή όταν ο κλέπτης του αυτοκινήτου, προκειμένου να διαπράξει ληστεία, προσκρούει σε άλλο αυτοκίνητο, με το οποίο μεταφέρεται σημαντικό ποσό, για να το ακινητοποιήσει και ολοκληρώσει ακολούθως το έργο του.
Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις για την εκ προθέσεως ζημία σε βάρος του τρίτου, που προκαλεί ο οδηγός ευθύνεται το ΕΚ. Δεν αποκλείεται όμως η παράλληλη ευθύνη και άλλου προσώπου, όπως είναι ο υπαίτιος οδηγός ή ο ασφαλιστής του αγνοούντος το συμβάν ιδιοκτήτη.
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/2014).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) με την αιτίαση, ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την από 25-4-2012 αγωγή της κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου - εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, ως μη νόμιμη, με την οποία η αναιρεσείουσα αξίωνε σε βάρος του ΕΚ αποζημίωση καθ’ υποκατάσταση, στη θέση της ασφαλισμένης της εταιρείας, με την επωνυμία ...
ΑΕ, ως τρίτη ζημιωθείσα, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου σε δύο μηχανήματα αυτόματης ανάληψης, ιδιοκτησίας της Τράπεζας και, ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι, για τη ζημία που προκλήθηκε κατά τα ανωτέρω από άγνωστο δράστη ως οδηγό του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, που κλάπηκε από την ιδιοκτήτριά του και εν αγνοία αυτής, δεν ευθύνεται το ΕΚ έναντι της αναιρεσείουσας, ως τρίτη ζημιούμενη καθ’ υποκατάσταση, αλλά, ότι δήθεν ευθύνεται μόνον η ασφαλιστική εταιρεία, που καλύπτει την αστική ευθύνη του οχήματος έναντι των τρίτων ζημιούμενων, παράλληλα με τον οδηγό, που προκάλεσε τη ζημία από πρόθεση, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 εδ.
γ’ του Ν. 489/1976, όπως τότε ίσχυε, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 1 εδ. β’ του ίδιου νόμου, που κωδικοποιήθηκε από το ΠΔ 237/1986, τις οποίες το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, που ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις δικαίου, με τις οποίες στοιχειοθετείται ευθύνη του αναιρεσιβλήτου ΕΚ έναντι της αναιρεσείουσας, ως καθ’ υποκατάσταση ενάγουσας, στη θέση της ζημιωθείσας τράπεζας, ως τρίτης ζημιούμενης.
Στην ένδικη υπόθεση και όσον αφορά το διαδικαστικό ιστορικό της δίκης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου ΕΚ την από 25-4-2012 (αρ.
κατ. 2904/2012) αγωγή, με την ιδιότητά της ως τρίτη ζημιούμενη καθ’ υποκατάσταση, κατ’ άρθρ. 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι με βάση τα με αρ... ασφαλιστήρια συμβόλαια περιουσίας, που είχε καταρτίσει με την τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία ... ΑΕ, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην τελευταία κάλυψη, μεταξύ άλλων και των κινδύνων ζημιών από πρόσκρουση οχήματος στις κτιριακές εγκαταστάσεις δύο μηχανημάτων αυτόματης ανάληψης - ATM μετά του εν γένει ηλεκτρονικού εξοπλισμού τους, ότι, στις 27-9-2010, επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος από το με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Π. Ν., που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες, όπως κατ’ εκτίμηση από όλο το περιεχόμενο της αγωγής συνάγεται, το οποίο οδηγούσε άγνωστος δράστης, που το είχε κλέψει, ενώ τούτο ήταν σταθμευμένο και εν αγνοία της ιδιοκτήτριάς του και με πρόθεση προκάλεσε υλικές ζημίες στα δύο ATM, στην προσπάθειά του να τα αποκολλήσει από το έδαφος, ότι κατόπιν τούτου και μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στην ασφαλισμένη της Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ το συνολικό ποσό των 74.678,76 ευρώ και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτής, ως τρίτης ζημιούμενης, έναντι του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, το οποίο υπέχει ευθύνη εκ του νόμου, κατ’ άρθρ. 19 παρ. 1 περ.
γ’ του Ν. 489/1976, επειδή το ατύχημα προκλήθηκε από πρόθεση και αξίωνε με την ως άνω ιδιότητά της (ως τρίτης ζημιούμενης) το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Ειδικότερα, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και την στοιχειοθέτηση της ευθύνης του ΕΚ η ενάγουσα, κατ’ ακριβή αντιγραφή, ανέφερε στο αγωγικό δικόγραφο τα εξής: "Την 27-09-2010 και περί ώρα 05:55 επήλθε ο ασφαλισμένος κίνδυνος.
Ειδικότερα κατά τον εν λόγω χρόνο άγνωστος σε εμάς οδηγός οδηγούσε το υπ’ αριθμ. ... Ι.Χ.Φ. αυτ/το, ιδιοκτησίας Π. Ν., στον προαναφερόμενο ελεύθερο χώρο στάθμευσης του εργοστασίου της εταιρίας "... Α.Ε." στην περιοχή των .... Όταν έφθασε στο σημείο, όπου βρίσκονται οι ασφαλισμένοι ειδικά διαμορφωμένοι οικίσκοι μετά των δύο μηχανημάτων αυτόματης ανάληψης (ATM), έχοντας πρόθεση με τους συνεργούς του να αφαιρέσουν (κλέψουν) τα εν λόγω μηχανήματα (ATM), αφού προηγουμένως τα αποκολλήσουν από το έδαφος, όπου ήταν σταθερά εμπηγμένα κατά τα προαναφερόμενα, ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα και πάντα με πρόθεση προσέκρουσε με το υπ’ αριθμ. ...
Ι.Χ.Φ. αυτ/το κατ’ επανάληψη στους οικίσκους μετά των μηχανημάτων αυτόματης ανάληψης (ATM), με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοσχερώς τόσο οι οικίσκοι όσο και τα εντός αυτών ευρισκόμενα μηχανήματα (ATM), χωρίς ωστόσο να μπορέσει να υλοποιηθεί η αποπειραθείσα κλοπή. Όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε το προαναφερόμενο όχημα είχε κλαπεί λίγες ώρες νωρίτερα από το εν λόγω συμβάν από την περιοχή του Περιστερίου, όπου η ιδιοκτήτριά του το είχε σταθμεύσει.
Από την αναλυτικά προπεριγραφομένη πρόσκρουση στα ασφαλισμένα αντικείμενα, τα τελευταία υπέστησαν σοβαρότατες υλικές ζημίες...". Στη συνέχεια ακολουθεί η αναλυτική περιγραφή των ζημιών που προκλήθηκαν και ακολούθως η ενάγουσα αναφέρει επίσης, κατ’ ακριβή αντιγραφή της αγωγής τα εξής: "Όσον αφορά στις ζημίες των οικίσκων, όπως αυτές ανωτέρω αναλύονται, έχοντας υποχρέωση από την υπ’ αριθμ. ...
ασφαλιστική σύμβαση περιουσίας την 03-01-12 καταβάλαμε στην ασφαλισμένη μας το ποσό των [29.637,60 € - 1.000,00 € (απαλλαγή)] = 28.637,60 €, και ήδη έχουμε υποκατασταθεί στα δικαιώματά της (ασφαλισμένης) έναντι του εναγομένου και για ποσό ίσο προς το καταβληθέν από εμάς. Επιπρόσθετα, όσον αφορά στις ζημίες των μηχανημάτων αυτόματης ανάληψης (ATM) και του εν γένει ηλεκτρονικού εξοπλισμού τους, όπως αυτές ανωτέρω αναλύονται, έχοντας υποχρέωση από την υπ’ αριθμ. ...
ασφαλιστική σύμβαση κατά παντός κινδύνου ηλεκτρονικού εξοπλισμού την 03-01-12 καταβάλαμε στην ασφαλισμένη μας το ποσό των [43.758,41 € - 700,00 € (απαλλαγή)] = 43.058,41 €, και ήδη έχουμε υποκατασταθεί στα δικαιώματά της (ασφαλισμένης) έναντι του εναγομένου και για ποσό ίσο προς το καταβληθέν από εμάς. Επομένως, η εταιρία μας κατέβαλε συνολικά στην ασφαλισμένη μας για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των (28.637,60 + 43.058,41 €) = 71.696,01 €, και ήδη έχουμε υποκατασταθεί στα δικαιώματά της (ασφαλισμένης) έναντι του εναγομένου και για ποσό ίσο προς το συνολικά καταβληθέν από εμάς.
Περαιτέρω, για την εκτίμηση των αναλυτικά προπεριγραφομένων ζημιών στα ασφαλισμένα αντικείμενα (οικίσκους και μηχανήματα ATM) κατέστη αναγκαία η διενέργεια ειδικής πραγματογνωμοσύνης, για τη διενέργεια της οποίας καθώς και τη σύνταξη της αντίστοιχης εκθέσεως καταβάλλαμε στην εταιρία "... Α.Ε. ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΕΣ" το ποσό των (2.425,00 € + Φ.Π.Α. 23%) = 2.982,75 € (αρ.
τιμ. 35396/15-12-2011). Επομένως, η κατά τα ανωτέρω ζημία της εταιρίας μας ανήλθε στο συνολικό ποσό των (71.696,01 + 2.982,75) = 74.678,766 €. Για το ποσό αυτό το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ευθύνεται σε αποζημίωση της ασφαλισμένης μας σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 περ. γ’ ν. 489/1976, καθόσον το ένδικο τροχαίο ατύχημα και οι εντεύθεν ζημίες της ασφαλισμένης μας προκλήθηκαν από πρόθεση του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, όπως έχει ήδη ανωτέρω αναλυτικά αναφερθεί, και είναι υποχρεωμένο να το καταβάλλει σε εμάς καθ’ υποκατάσταση...".
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 3218/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, δέχθηκε αυτήν και ως ουσιαστικά βάσιμη. Το εναγόμενο ΕΚ άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 31-10-2014 (αρ. κατ. .../2014) έφεσή του, με τον 1ο λόγο της οποίας ισχυρίστηκε, ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη έναντι αυτού (ΕΚ) διότι, υπόχρεη για την κάλυψη της ζημίας της τράπεζας ήταν μόνον η ασφαλιστική εταιρεία, που καλύπτει την αστική ευθύνη του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου έναντι των τρίτων ζημιούμενων, καθόσον η εκ προθέσεως ζημία προκλήθηκε από τον κλέπτη-οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου και όχι από την ιδιοκτήτριά του, οπότε και μόνον απαλλάσσεται η ασφαλιστική εταιρεία και υπέχει ευθύνη το ΕΚ.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, μετά από σύντομη νομική ανάλυση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 και 19 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 489/1976, δέχθηκε (ορθά) τα ακόλουθα: "Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημιάς σε τρίτο πρόσωπο από αυτοκίνητο με πρόθεση του οδηγού του, δεν επέρχεται καθολική εξαίρεση της γενικής ευθύνης του ασφαλιστή που καθιερώνεται με το εδ.
α’ παρ. 1 του άρθρ. 6. Εκείνος που δεν έχει ασφαλιστική κάλυψη κατά το εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρ. 6 είναι μόνο ο εκ προθέσεως προκαλέσας ζημιά σε τρίτο οδηγός με αυτοκίνητο του οποίου δεν είναι ιδιοκτήτης. Όμως, ο αποκλεισμός της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας περιορίζεται μόνο στο δράστη οδηγό που ζημίωσε εκ προθέσεως, και δεν εκτείνεται στην ευθύνη του κυρίου, η οποία εξακολουθεί να καλύπτεται ασφαλιστικά, εν όψει και της αντικειμενικής ευθύνης του κυρίου από τις διατάξεις του Ν.
ΓΠΝ/1911...". Ακολούθως, το Εφετείο αναλύει τη διάταξη του άρθρου 25 περ. 1 της Κ4/585/1978 Υπουργικής Απόφασης, που όμως δεν ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (27-9-2010), διότι είχε ήδη καταργηθεί με τον Ν. 3557/2007 και στη συνέχεια, το Εφετείο δέχεται τα εξής: "...από όλα τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι στην περίπτωση που ο οδηγός που προκάλεσε εκ προθέσεως τη σύγκρουση αυτοκινήτου ήταν διαφορετικό πρόσωπο από τον κύριο του αυτοκινήτου, ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου η ασφαλίζουσα την ευθύνη του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου ασφαλιστική εταιρεία παράλληλα με τον μη καλυπτόμενο ασφαλιστικά οδηγό και τον κύριο ατομικά, και όχι το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο ευθύνεται μόνο εάν ο εκ προθέσεως ζημιώσας οδηγός είναι και ο κύριος ασφαλισμένος, και ανεξάρτητα από το εάν κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου και με τους κατά παραπομπή εφαρμοστέους όρους της πιο πάνω Υπουργικής αποφάσεως, παρέχεται δικαίωμα αναγωγής στον καταβαλόντα ασφαλιστή έναντι του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Αυτό δε γιατί η καθιέρωση της εγγυητικής ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας κατά κύριο λόγο και εν ελλείψει αυτής του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφορά την ασφαλή και βέβαιη ικανοποίηση του ζημιωθέντος τρίτου και όχι τις σχέσεις της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της, που κινούνται κατά κύριο λόγο στο συμβατικό πλαίσιο που συνομολογείται δεσμευτικά στο πλαίσιο του άρθρου 361 ΑΚ (ΑΠ 773/1990 ΝοΒ 1991,1098, όπου σαφώς εξαιρείται της ασφαλίσεως περίπτωση που ο ασφαλισμένος εκ προθέσεως προκαλεί βλάβη με το αυτοκίνητο).
Στην περίπτωση που με το δικόγραφο της αγωγής ενάγεται το Επικουρικό Κεφάλαιο και αναφέρεται σ’ αυτό ότι η ζημία οφείλεται σε πρόθεσή του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν διαφορετικό πρόσωπο από τον κύριο του αυτοκινήτου, τότε η αγωγή είναι μη νόμιμη έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, το ανεύθυνο του οποίου στηρίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Ο λόγος για τον παραπάνω χαρακτηρισμό της αγωγής υπάρχει γιατί σ’ αυτήν αναφέρεται γεγονός που αναιρεί τη νομιμότητά της έναντι του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου. Υπάρχει βέβαια στη θεωρία και αντίθετη άποψη σύμφωνα με την οποία για την θεμελίωση της ευθύνης σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου αρκεί η πρόκληση του ατυχήματος από πρόθεση του οδηγού.
Δεν ενδιαφέρει ποια σχέση με ένα τέτοιο οδηγό έχει ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου, εφόσον είναι διαφορετικά πρόσωπα έστω και αν ο κύριος ή ο κάτοχος δεν μετέχουν στην πρόθεση του οδηγού θεμελιώνεται ευθύνη του Ε.Κ...". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού αναπτύσσει την ιστορική βάση της αγωγής απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη με τις εξής παραδοχές: "Κατά της απόφασης αυτής με την κρινόμενη έφεσή του παραπονείται το εναγόμενο ΝΠΙΔ...
Σύμφωνα με όσα στην μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν η αγωγή είναι μη νόμιμη, αφού η καταβαλούσα το ασφάλισμα στην παθούσα, ασφαλιστική εταιρεία, δεν αναφέρει νόμιμο λόγο ευθύνης του εναγομένου ΝΠΙΔ, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίστηκε στην αγωγή, ο δράστης δεν ήταν κύριος του αυτοκινήτου, αλλά κλέπτης, ούτε ισχυρίστηκε κάποιο άλλο λόγο ευθύνης του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" όπως πχ.
ότι το αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο. Η εκκαλουμένη που έκρινε διαφορετικά έσφαλε...". Με τις ως άνω όμως παραδοχές του το Εφετείο εσφαλμένα αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής, την οποία θα έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη και όχι ως μη νόμιμη, καθόσον η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, καίτοι συνομολογεί στην αγωγή της ότι άλλη ήταν η ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος και άλλος ο οδηγός αυτού, δεν προσδιορίζει την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, μέχρι την οποία ευθύνεται αντικειμενικά η ιδιοκτήτρια αυτού, την αστική ευθύνη της οποίας έναντι των τρίτων ζημιούμενων καλύπτει η ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, όπως κατ’ εκτίμηση συνάγεται από το αγωγικό δικόγραφο και επισημαίνεται άλλωστε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ούτε το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο ΕΚ επικαλείται κάτι αντίθετο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη, στην ένδικη υπόθεση, που είναι διαφορετικά τα πρόσωπα του κλέπτη οδηγού και του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παράλληλα με την ευθύνη του ΕΚ, που καλύπτει τη ζημία, που προκάλεσε ο κλέπτης οδηγός, εν αγνοία της ιδιοκτήτριάς του, ευθύνεται και η ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που καλύπτει την αντικειμενική ευθύνη της ασφαλισμένης ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου, η οποία είναι ποσοτικά περιορισμένη, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 4 του Ν.
ΓΠΝ/1911, δηλαδή μέχρι την αξία του ασφαλισμένου οχήματος, ενώ, για την επί πλέον ζημία ευθύνεται εκ του νόμου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΕΚ (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. γ’ Ν. 489/1976) έναντι του τρίτου ζημιωθέντος, δηλαδή στην ένδικη υπόθεση, έναντι της αναιρεσείουσας, ως τρίτης ζημιούμενης εξ υποκαταστάσεως. Τα ανωτέρω στοιχεία, που παραλείπει να αναφέρει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην αγωγή της, είναι κρίσιμα για την θεμελίωση της έκτασης της ευθύνης του εναγομένου ΕΚ και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Όμως η απόρριψη της αγωγής με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμης δημιουργεί για την αναιρεσείουσα - ενάγουσα δυσμενές δεδικασμένο, αφού το δεδικασμένο αυτό, που καταλαμβάνει την ουσία της διαφοράς (άρθρ. 322, 324 ΚΠολΔ), αποκλείει πλέον την επανεξέτασή της, ενώ αντίθετα το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης περιορίζεται στο δικονομικό αυτό ζήτημα και η διαφορά μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση.
Κατά μερική λοιπόν παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή κατά την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της, δηλαδή να αντικατασταθεί, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, η αιτιολογία της απόρριψης ως μη νόμιμης της ένδικης αγωγικής αξίωσης της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία της απόρριψής της ως αόριστης και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 495/2017, ΑΠ 817/2013).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, το οποίο έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1274/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), μόνον, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της αιτιολογικό, ώστε η απόρριψη ως μη νόμιμης της ένδικης από 25-4-2012 (αρ. κατ. .../2012) αγωγής της αναιρεσείουσας να αποτελεί πλέον απόρριψη αυτής λόγω αοριστίας της.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 1-7-2016 (αρ. κατ. 637/2016) αίτηση για την αναίρεση της ως άνω υπ’ αριθμ. 1274/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ