1060/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1060/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 7-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
Full text
Απόφαση 1060 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1060/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Χ., που δεν παραστάθηκε, 2) Χ. Κ. του Π. και 3) Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι (2ος και 3η) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Χατζηάμαλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος στις από 18-10-2016 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε πως ο Π. Κ. του Χ. (1ος) απεβίωσε στις 25-10-2013 και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους Χ. Κ. του Π. και Μ. Κ. του Π. (2ο και 3η), που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2007 αγωγή των ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Π. Κ. του Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 596/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω).
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 7-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, ενώ η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή της δίκης.
Στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνονται κατ’ αυτού, είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται από μόνοι τους κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ Ολομ. 31/2009, ΑΠ Ολομ. 27/1987, ΑΠ 740/2016, ΑΠ 642/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση, από 21-12-2015, αίτησης αναιρέσεως, που κατατέθηκε - ασκήθηκε στις 21-12-2015, στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση (5-5-2017), οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων αναφέρουν, με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 3-5-2017, ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Π.
Χ. Κ. απεβίωσε στις 25-10-2013 και κατέλιπε, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τους ίδιους (τέκνα του) και ότι αυτοί παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη. Ο θάνατος του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα [βλ., ιδίως, την οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου (από 26-10-2013, σε απόσπασμα, του Ληξιάρχου της Δ.Ε ...
του ...) και το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης (από 20-11-2015 της Δημοτικής Κοινότητας ... του ίδιου Δήμου)], ενώ δεν αμφισβητούνται από την ήδη αναιρεσείουσα (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο κατά τις 25-10-2013 θάνατος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα δέκα ημέρες μετά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (16-10-2013) στο Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 62/21-5-2015 απόφαση και, φυσικά, πριν από την κατάθεση της αίτησης αναιρέσεως (στις 21-12-2015).
Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση αυτής, γνώριζε το θάνατο του αντιδίκου της. Επομένως, η αίτηση είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και μπορεί να προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση της αναίρεσης με τους πιο πάνω κληρονόμους του, οι οποίοι προσήλθαν αυτοβούλως και συνεχίζουν τη δίκη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της σκέψης αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω), με την πληττόμενη 62/2015 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο πεζός Η. Π. Κ., συγγενής των αναιρεσιβλήτων (γιος του πρώτου και αδελφός των λοιπών), παρασύρθηκε και τραυματίστηκε θανάσιμα από το οδηγούμενο από τον Μ. - Π.
Χ. αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-3-2005 και περί ώρα 01.20 π.μ., ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε επί της Ε.Ο. ..., με κατεύθυνση από Κω προς ....
Όταν το όχημα έφθασε στο 16ο χλμ. της ως άνω οδού, κοντά στη διασταύρωση της πιο πάνω οδού με την επαρχιακή οδό, που οδηγεί προς τον οικισμό ..., ο γιος του πρώτου ενάγοντος και αδελφός των λοιπών εναγόντων, Η. Κ., που έβαινε πεζός επί του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, με ομόρροπη με το αυτοκίνητο κατεύθυνση, αντιλαμβανόμενος το όχημα να πλησιάζει, σήκωσε το δεξιό του χέρι, κάνοντας νεύμα στον εναγόμενο οδηγό να σταματήσει, πλην όμως ό τελευταίος, ο οποίος δεν τον αντιλήφθηκε έγκαιρα, ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να αποφύγει, όμως, την παράσυρση του πεζού, ο οποίος επέπεσε αρχικά στο δεξιό εμπρόσθιο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και, στη συνέχεια, κτύπησε σε όλο το δεξιό τμήμα αυτού, ήτοι φανάρι, φτερό, πόρτα συνοδηγού και πίσω πόρτα, με αποτέλεσμα να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του...
Πρέπει να σημειωθεί ότι... στο ως άνω σημείο, η εν λόγω Ε.Ο. είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με διπλή διαχωριστική γραμμή, έχει πλάτος οδοστρώματος 10,10 μ., με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ, τη δεδομένη χρονική στιγμή, είχε ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό (νύχτα), η δε κατάσταση της οδού ήταν ξηρά. Περαιτέρω, στο συγκεκριμένο σημείο, δεν υφίσταται πινακίδα ρυθμιστική του ορίου ταχύτητας, ωστόσο, κατ’ άρθρο 20 του Κ.Ο.Κ., ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα επιβατηγά, σε οδικό δίκτυο Ε.Ο., καθορίζεται αυτό των 90 χλμ./ώρα.
Υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, υπαίτιοι για την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος είναι, τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και ο θανατωθείς πεζός, οι οποίοι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά. Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου οδηγού συνίσταται στο ότι, από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής που όφειλε και μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, για την αποφυγή σύγκρουσης, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19, 20 παρ. 2 Κ.Ο.Κ., οπότε δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό, ώστε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του τόσο όσο ήταν αναγκαίο ή και να το ακινητοποιήσει, αλλά αντέδρασε καθυστερημένα ενεργώντας αναποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά (όπως ο ίδιος κατέθεσε κατά τη διάρκεια της προανάκρισης που διενεργήθηκε για τις συνθήκες του ατυχήματος), χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η αποφυγή του ατυχήματος.
Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια πιο πάνω κατάθεση αυτού, αλλά και του συνεπιβαίνοντος φίλου του, Δ. Κ., κατά την προανακριτική διαδικασία, ο εναγόμενος οδηγός έβαινε με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα, η οποία για το συγκεκριμένο σημείο δεν κρίνεται υπερβολική, πλην όμως το όχημά του είχε ανεπαρκή φωτισμό (μέχρι δύο μέτρα, όπως ο ίδιος κατέθεσε), κατά παράβαση του άρθρου 64 § 1 του Κ.Ο.Κ. (σύμφωνα με το οποίο τα μεσαία φώτα - διασταύρωσης πρέπει να παρέχουν φωτισμό κατά τη νύχτα σε απόσταση τουλάχιστον σαράντα μέτρων), με αποτέλεσμα λόγω του ανεπαρκούς φωτισμού της οδού και της αυξημένης για τις εν λόγω περιστάσεις ταχύτητα, να μην καταφέρει να αντιληφθεί την ύπαρξη του πεζού επί του οδοστρώματος και να αποφύγει την παράσυρση αυτού.
Η αμέλεια δε του θανατωθέντος πεζού συνίσταται στο ότι, έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, (δεδομένου ότι... διαπιστώθηκε παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 2,55 γραμ. ανά 1000 κ.εκ. -λίτρο- αίματος), επιδίωξε να κάνει "ωτοστόπ" στο διερχόμενο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (πράγμα που συνήθιζε, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγόντων, Ι.
Ρ.), εισήλθε δε αιφνιδίως στο οδόστρωμα, χωρίς να σκεφτεί αν μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο και, μάλιστα, σε σημείο που προορίζεται για την κίνηση των οχημάτων, το οποίο, επιπρόσθετα, όπως προαναφέρθηκε, δεν διέθετε επαρκή φωτισμό και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να γίνει ευχερώς αντιληπτή η παρουσία του από μακριά.
Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω εκτεθέντων, το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού αποτελέσματος ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε 70% για τον πρώτο εναγόμενο οδηγό και 30% για το θανατωθέντα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος, με τη 1033/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω κηρύχθηκε ένοχος για την εν λόγω ανθρωποκτονία από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, κατόπιν δε έφεσης που άσκησε, εκδόθηκε η 26/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω), με την οποία έπαψε η ποινική δίωξη υφ’ όρον, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4043/2012...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 1-6-2010 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 596/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω που είχε κρίνει διαφορετικά (αφού είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του ήταν ο πεζός Η.
Κ.), την εξαφάνισε και, δικάζοντας επί της ένδικης, από 1-3-2007, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, την έκανε δεκτή, κατά ένα μέρος, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα (που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη) να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της (συν)υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ύπαρξης ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν και να στερείται η απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, α) δεν διευκρινίζεται σε ποίο μέρος του ρεύματος πορείας του έβαινε το ΙΧΕ, ήτοι στο δεξιό, στο μέσο ή στο αριστερό, ούτε το ακριβές σημείο του ρεύματος αυτού, στο οποίο, όπως έγινε δεκτό, έλαβε χώρα το ατύχημα και, συγκεκριμένα, σε πόση απόσταση από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος της κατεύθυνσης πορείας του, β) συνακόλουθα, δεν αναφέρεται πόσα μέτρα του οδοστρώματος κατέλαβε ο πεζός, καθώς επιχειρούσε την κίνηση του "οτοστόπ", εισερχόμενος αιφνίδια στο οδόστρωμα, γ) δεν προσδιορίζεται από πόση απόσταση ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου αντιλήφθηκε την εν λόγω κίνηση του πεζού και, ιδίως, αν μπορούσε να τον αντιληφθεί νωρίτερα, πριν ο τελευταίος εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας του προς ...
και δ) ενώ, αρχικά, το Εφετείο δέχεται ότι η ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, με την οποία κινούνταν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, "...για το συγκεκριμένο σημείο δεν κρίνεται υπερβολική", στη συνέχεια κρίνει, αντιφατικά, ότι η ταχύτητα αυτή είναι αυξημένη "...για τις εν λόγω περιστάσεις", θεωρώντας την ως μία από τις αιτίες του ατυχήματος.
Με τις παραδοχές αυτές ανακύπτει ασάφεια, κενό και αντίφαση, ως προς τη θέση του πεζού, τη στιγμή κατά την οποία τον αντιλήφθηκε ή όφειλε να τον αντιληφθεί ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ώστε να κριθεί αν ήταν δυνατή η αποτροπή του ατυχήματος με έγκαιρη και αποτελεσματική τροχοπέδηση ή με την ενέργεια αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά, έξω από το οδόστρωμα ή αν ο αποφευκτικός, προς τα αριστερά, ελιγμός ήταν η μόνη ενδεδειγμένη κίνηση, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και το χρονικό προς τούτο περιθώριο, και, κατά συνέπεια, αν ο πιο πάνω οδηγός τήρησε τις επιβαλλόμενες από τις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 και 20 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, καθώς και εκείνες του ΑΚ που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης ή αν τις παρέλειψε και, περαιτέρω, αν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεών του αυτών και του αποτελέσματος που επήλθε, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο νοηματικά σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες αυτές, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις για ελλείψεις της αιτιολογίας της απόφασης που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτες, γιατί ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, χωρίς να είναι αναγκαίες, ενώ ορισμένες απ’ αυτές, όπως το αν ο πεζός εισήλθε αιφνίδια ή όχι στο οδόστρωμα, αν το ζημιογόνο αυτοκίνητο είχε ή όχι επαρκή φωτισμό κ.λπ., είναι και αβάσιμες, διότι τα περιστατικά που τις στοιχειοθετούν περιέχονται και διευκρινίζονται στην απόφαση.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, καθώς και, αναπόφευκτα, του τρίτου λόγου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης που συνέχεται αναγκαστικά με το αναιρούμενο κεφάλαιο (ΑΠ Ολομ. 10/2015), ενώ παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα, λόγων (του πρώτου, κατά το πρώτο νοηματικά σκέλος του, και του δεύτερου), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, ως προς τα κεφάλαια που προεκτέθηκαν και ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης.
Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 62/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω), ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ