Supreme Court dismisses divorce appeal, ruling strong marital breakdown is objective and fault irrelevant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's divorce judgment. The appellant argued that the lower court erred in finding a strong breakdown of the marital relationship based on the wife's conduct. The court held that under Article 1439 of the Civil Code, the objective breakdown of the marriage is sufficient grounds for divorce, rendering the investigation of fault legally irrelevant. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1439 §1 Civil Code; The right to divorce arises from the objective breakdown of the marital relationship, making the investigation of fault legally irrelevant as the continuation of the marriage is deemed intolerable regardless of who caused the breakdown.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1060 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1060/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Π. Ν., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Κοκοτό.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Αυγούστου 2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 69/2012 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1439 §1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγόμενου ή αμφοτέρων των διαδίκων συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής, χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού.
Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβιώσεως. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους δύο συζύγους.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.
Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (ΚΠολΔ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου.
Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσεως του γάμου. (ΑΠ 263/2012, ΑΠ 1084/2008, ΑΠ 559/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 179, 495/2013).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε-με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε άτι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013).
Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 1439 §1 ΑΚ, έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ' αυτής ασκηθείσα αγωγή διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό του ως άνω κανόνα δικαίου, ότι τα ανελέγκτως γενομένα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο αυτής (αναιρεσείουσας).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρ. 561 §2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα τα παρακάτω: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στη Ναύπακτο, την 11.10.2003, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, εγκαταστάθηκαν δε στην κατοικία της Β.
Ν. του Φ., εγγονής του ενάγοντος, στη .... Έξι (6) μήνες μετά το γάμο, η έγγαμη συμβίωσή τους έπαψε να είναι αρμονική γιατί η εναγομένη άρχισε να δημιουργεί επεισόδια σε βάρος του ενάγοντος συζύγου της και των συγγενών του, επειδή ο τελευταίος δεν της επέτρεπε να διαχειρίζεται τη σύνταξη, που λάμβανε από το Ι.Κ.Α.
Ειδικότερα, τον Μάιο του 2004 η εναγόμενη στον κήπο της παραπάνω συζυγικής οικίας έβρισε την Κ. Ν., σύζυγο του γιου του ενάγοντος Φ. Ν., χωρίς κανένα λόγο με τις φράσεις "είσαι πουτάνα". Τον Αύγουστο του 2005, ανάγκασε το γιο του Φώτη να φύγει από την παραπάνω οικία του πατέρα του, όπου τον είχε επισκεφθεί με την οικογένεια του.
βρίζοντάς τον και απαιτώντας να φύγει. Περαιτέρω, η εναγόμενη σε καφενείο της περιοχής, το καλοκαίρι του 2006, εκδήλωσε υβριστική συμπεριφορά τόσο έναντι του ενάγοντος χρησιμοποιώντας τη φράση "γνωρίζω πόσο μαλάκας είσαι" όσο και έναντι της αδελφής του Ε., στην οποία απηύθυνε τη φράση "είσαι πουτάνα". Από την παραπάνω αντισυζυγική συμπεριφορά της εκκαλούσας (εναγομένης) δημιουργήθηκε ψυχρότητα ανάμεσα στο ζευγάρι και με την υπ' αριθ. 1481/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου διατάχθηκε προσωρινά η μετοίκηση της εναγόμενης από τη συζυγική στέγη.
Αποκλειστικά από την προαναφερόμενη συμπεριφορά της εκκαλούσας, επήλθε ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης των διαδίκων συζύγων, που καθιστά αφόρητη για τον εφεσίβλητο (ενάγοντα) την εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την παραπάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου (1439 ΑΚ) διαλαβούσα στο σκεπτικό της πλήρης και σαφής αιτιολογία αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, της επέλευσης, δηλαδή, από λόγο που αφορά την αναιρεσείουσα, ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, που καθιστά βασίμως αφόρητη την εξακολούθηση αυτής για τον αναιρεσίβλητο, με τις υποστηρίζουσες αυτή σχετικές παραδοχές, οι οποίες υπαχθείσες ορθώς στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου του άρθρου 1439 ΑΚ, δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει τη μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2012 και με αριθμ. καταθ. 4/6-12-2012 αίτηση αναίρεσης της 69/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ