Legislator Case Law & Legislation
1060/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's error in considering an unproposed fact as the basis of the lawsuit.

Case Number 1060/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding two plaintiffs who withdrew their request before the oral hearing began. The court allowed the appeal for the remaining plaintiffs because the lower court erred by considering an unproposed fact regarding the nature of employment needs as the basis for the lawsuit. Consequently, the lower court's decision was annulled for the remaining parties, and the case was remitted for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure: A lower court's decision is void if it relies on a fact not proposed in the initial complaint, which constitutes a fundamental error affecting the outcome of the trial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure unproposed fact fundamental error remittal for retrial withdrawal of appeal judicial panel composition legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295(1), 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 8(3) of Law 2112/1920
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1060 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1060/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Δ., κατοίκου ... 2) Γ. Ζ., κατοίκου ... 3) Δ. Α., κατοίκου ... 4) Μ. Ζ., κατοίκου ... 5) Ε. Κ., κατοίκου ... 6) Δ. Β., κατοίκου ... 7) Α. Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κατσαντωνοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε ότι οι υπό στοιχεία 2 και 4 αναιρεσείοντες, Γ. Ζ. και Μ. Ζ. αντίστοιχα, παραιτούνται από το δικόγραφο της από 20/4/2011 αίτησής τους, κατά της ανωτέρω αναιρεσιβλήτου για αναίρεση της 2478/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1891/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2478/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/4/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 25/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (κατ' άρθρ. 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα), προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως μπορεί να γίνει χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα, ότι η αίτηση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε κατά την έκταση της παραιτήσεως από το δικόγραφο αυτής και επιφέρει κατάργηση της δίκης κατά την εν λόγω έκταση.

Όταν η παραίτηση γίνεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραιτούμενου διαδίκου αρκεί η προς αυτόν χορήγηση γενικής πληρεξουσιότητας, μη απαιτουμένης ειδικής τοιαύτης, η οποία, κατά το άρθρ. 98 Κ.Πολ.Δ., απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ένδικου μέσου (Ολ.Α.Π. 20/1999, Α.Π. 710/2011, 677/2011).- Στην προκειμένη περίπτωση, οι 2ος και 4ος των αναιρεσειόντων (Γ.

Ζ. και Μ. Ζ., αντίστοιχα), με προφορική δήλωση της νομίμως διορισθείσας πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ελένης Κατσαντωνοπούλου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και έγινε πριν χωρήσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, παραιτήθηκαν νομότυπα από το δικόγραφο της υπό κρίση από 20-4-2011 αιτήσεως αυτών για αναίρεση της 2478/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, οπότε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται, ότι δεν ασκήθηκε από αυτούς κατά της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, η παρούσα δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. και 1 Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη, στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας και β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη, στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 Α.Κ., ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ.3 Ν. 2112/1920, ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η τελευταία αυτή διάταξη εφαρμόζεται και στην περίπτωση, κατά την οποία η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.2 του αναμορφωμένου Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 7 παρ.1 Ν. 1876/1990), κατά την οποία ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης, αυτή δε η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Να σημειωθεί, ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 Ν. 2257/1994 "περί οργανώσεως και λειτουργίας του Ο.Τ.Ε.", στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά ο σκοπός της εταιρίας, μεταξύ άλλων αναφερομένων δραστηριοτήτων είναι και η εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση και ανάπτυξη κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής υποδομής σε τοπικό εθνικό, διακρατικό και διεθνές επίπεδο και κατά το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του Ν. 3676/2008, "Η εταιρεία με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε.

Ο.Τ.Ε. είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία κατά το δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας με έδρα το Αμαρούσιο Αττικής" και, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.) δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, οπότε είναι δυνατή η εφαρμογή του προπαρατεθέντος άρθρου 8 παρ.3 Ν. 2112/1920 στο προσωπικό της (Α.Π. 1644/2012, 815-816/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997).- Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 14-6-2005 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οι εκ των εναγόντων ήδη αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση (διότι, εκτός των αναιρεσειόντων, είχαν ασκήσει την αγωγή και άλλα πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), εκθέτουν, ότι είχαν προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία (Ο.Τ.Ε.

Α.Ε.), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προς κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών της. Ότι η πρώτη από αυτούς απασχολήθηκε στην εναγομένη από το έτος 1997 μέχρι το έτος 2002, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες συνήψε με τις αναφερόμενες στην αγωγή τρίτες εργολάβους εταιρίες αλλά ήταν εικονικές, καθόσον πραγματική εργοδότρια αυτής υπήρξε η εναγομένη.

Ότι, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες του έτους 2002, όλοι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν απευθείας από την εναγομένη, ως δήθεν έκτακτο προσωπικό και για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών της εταιρίας, καθένας με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας οκτώ (8) μηνών, η οποία στη συνέχεια παρατάθηκε για οκτώ (8) μήνες και ακολούθως για άλλους έξι (6) μήνες χωρίς να μεσολαβήσει καμιά ημέρα διακοπής και έτσι απασχολήθηκαν στην εναγομένη, από την αμέσως παραπάνω αρχική πρόσληψή τους μέχρι την απόλυσή τους, για είκοσι δύο (22) συνολικά μήνες.

Ότι ο χαρακτηρισμός των ανωτέρω συμβάσεών τους, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου προσωπικού για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών της εταιρίας, υπήρξε προσχηματικός, αφού η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων ήταν να λειτουργήσει μεταξύ τους εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας, καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν, αφενός μεν να αναγνωριστεί, ότι από την ημερομηνία ενάρξεως της απασχολήσεώς τους συνδέονται με την εναγομένη με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως, επικουρικά, ότι οι αρχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έχουν μετατραπεί, μετά την παράταση του αρχικού χρόνου διάρκειάς τους, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και ότι η απόλυσή τους είναι άκυρη, αφετέρου δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία τους.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την άνω αγωγή, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι, όπως κατά λέξη εκτίθεται σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), "οι ένδικες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, εφόσον συνήφθησαν, κατά τα εκτιθέμενα και στην αγωγή, για την κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών της εναγομένης, καταρτίστηκαν υποχρεωτικά ως ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή του νόμου και ειδικότερα των διατάξεων του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.", δεχθέν, ότι, ενόψει τούτων, το επικαλούμενο από τους ενάγοντες άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, "με αποτέλεσμα να μη μπορούν οι συμβάσεις αυτές να χαρακτηριστούν ή να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου".

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη μη προταθέντα για τη θεμελίωση της αγωγής ουσιώδη και αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, ότι δηλαδή, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν ως έκτακτο προσωπικό για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών της εναγομένης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος, διότι ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., που λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσεως της αγωγής των αναιρεσειόντων χωρίς να έχει προταθεί με το αγωγικό δικόγραφο, καθόσον, από την επισκόπηση αυτού προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι τελευταίοι εκθέτουν, ότι προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν στην αναιρεσίβλητη εταιρία (Ο.Τ.Ε.

Α.Ε.) προς κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών της και όχι ότι αυτοί προσλήφθηκαν για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών αυτής, όπως δέχθηκε το Εφετείο κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Ενόψει τούτων, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του για τη νομική βασιμότητα ή μη της ένδικης αγωγής, παρά το νόμο έλαβε υπόψη για τη θεμελίωση αυτής τον προμνημονευόμενο, μη προταθέντα σ' αυτήν, αυτοτελή ισχυρισμό, που συνιστά "πράγμα" με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αποκλείει στη συγκεκριμένη περίπτωση την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 Ν. 2112/1920, την οποία, αντίθετα, επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της αγωγής τους, ισχυρισθέντες ότι προσλήφθηκαν για την κάλυψη πάγιων, διαρκών και μόνιμων αναγκών της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, μετά την κατάργηση της δίκης ως προς τους 2ο και 4ο των αναιρεσειόντων, κατά τα εκτεθέντα στην πρώτη παράγραφο της παρούσας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, στη συνέχεια δε, αφού (κατόπιν της παραδοχής του πιο πάνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει το σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως) παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην εν λόγω απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, μετά την κατά τα άνω παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των νικώντων αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, ως προς τους 2ο και 4ο των αναιρεσειόντων (Γρηγόριο Ζιούτο και Μ. Ζ., αντίστοιχα).

Αναιρεί την 2478/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων αυτών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ