Legislator Case Law & Legislation
1060/2011 AI generated

1060/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1060/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1060/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όταν μια δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να διαβιβασθεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί. Δεν εφαρμόζεται σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή όταν πρόκειται για την ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας ("acta iure imperii").

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1060 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1060/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ιατρίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γερμανικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στο Βερολίνο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.09.1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5827/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 452/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ("επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων") και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου ορίζονται τα εξής: "Πεδίο εφαρμογής 1.

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όταν μια δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να διαβιβασθεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί. Δεν εφαρμόζεται σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή όταν πρόκειται για την ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας ("acta iure imperii").

Με τη διάταξη αυτή του νέου Κανονισμού που ισχύει από 13-11-2008 (άρθρο 26) ρητώς εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού τούτου οι υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την ευθύνη του Κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας ("acta iure imperii") όπως είναι και η προκειμένη. Στην έννοια "των υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου" της από 11-5-1938 μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας σύμβαση " περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως επί υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου" που αξιώνει βεβαίωση περί πραγματικής επιδόσεως σε αντιδιαστολή με την πλασματική επίδοση του άρθρου 134 Κ.Πολ.Δ.

δεν εμπίπτουν υποθέσεις που έχουν αντικείμενο την ευθύνη του Κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας (Α.Π. 853/2009). Συνακόλουθα η κλήτευση του απολιπομένου αναιρεσίβλητου στη προκειμένη περίπτωση θα ελεγχθεί με βάσει το εσωτερικό δίκαιο και το άρθρο 134 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, από την υπ.

αριθ. 7925Γ/20-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης από 21-11-2008 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 452/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και της συνημμένης πράξεως ορισμού δικασίμου για εκείνη της 15-3-2010 νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το αναιρεσίβλητο Γερμανικό Δημόσιο, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (15-3-2010), κατά την οποία ερήμην αυτού αναβλήθηκε για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (2-5-2011) της αναγραφής της υποθέσεως στην περίπτωση αυτή στο πινάκιο επεχούσης θέσης κλητεύσεως του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 575 εδ. 2, 226 παρ. 4 εδ.

β, γ). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της στη σειρά από το οικείο πινάκιο, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β', 309 εδ.1, 321, 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η προβλεπόμενη από το άρθρο 503 προθεσμία είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ. Τέλος, η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών από τον παριστάμενο διάδικο η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 502 παρ. 1 ΚΠολΔ αντίστοιχα, "ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας" και "δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση εφόσον δικάστηκαν ερήμην".

Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών". Στη διάταξη τέλος του άρθρου 321 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την (πραγματική ή πλασματική) απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε.

Στερείται επίσης σημασίας το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας. Ακόμη, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, και επομένως το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλ. με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του.

Τέλος η απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην, έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσίβλητου, το εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, απέρριψε την έφεση του εμφανισθέντος εκκαλούντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε προσβληθεί με αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της ερήμην απόφασης, το οποίο συναρτάται προς την επέλευση ή μη δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία, μπορεί να επιδράσει στην ύπαρξη έννομου συμφέροντος, το οποίο έγκειται στην ανάγκη αποτροπής ή περιορισμού της βλάβης που προκαλείται στο διάδικο από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Το έννομο συμφέρον αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ., δεν κρίνεται δε γενικά και αφηρημένα ούτε εκ των προτέρων αλλά ενόψει του συγκεκριμένου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης -στο μέτρο και στην έκταση που αυτή θα προσβληθεί- σε σύγκριση προς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ανακοπής, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών του ανακόπτοντα, έτσι ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη βλάβης του από την προσβαλλόμενη απόφαση και να αξιολογηθεί αν η ασκούμενη ανακοπή αποτελεί ικανό και αναγκαίο μέσο για την αποτροπή αυτής της βλάβης.

Από την, σύμφωνα με τα παραπάνω, έννοια και λειτουργία του έννομου συμφέροντος προκύπτει ότι μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή ερημοδικίας έχει την εξουσία, ερευνώντας το παραδεκτό της ανακοπής, να αποφανθεί για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του έννομου συμφέροντος του ανακόπτοντα. Παρόμοια εξουσία δεν έχει ο Άρειος Πάγος στο πλαίσιο της κρίσης του για το παραδεκτό η μη της αναίρεσης κατ' ερήμην απόφασης.

Διότι η κρίση για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, συναρτώμενο προς την εφαρμογή της νομικής έννοιας του έννομου συμφέροντος, δεν μπορεί να εξετάζεται παρεμπιπτόντως (Ολ.ΑΠ 15/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εφεσιβλήτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και απορρίφθηκε με αυτή ως ουσία αβάσιμη η έφεση του εκκαλούντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας.

Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπέκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας από το εφεσίβλητο που δικάσθηκε ερήμην. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ότι κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (26-11-2008) είχε κατά νόμιμο τρόπο παρέλθει η προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ούτε προκύπτει ότι είχε χωρήσει έγκυρη παραίτηση του αναιρεσίβλητου από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.

Το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ορίστηκε παράβολο ερημοδικίας με την αιτιολογία ότι το εφεσίβλητο δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας έχει εξουσία να κρίνει μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή.

Ενόψει των ανωτέρω εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον προαναφερθέντα χρόνο είχε καταστεί τελεσίδικη η κατ' αυτής ασκηθείσα υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) ως τέτοια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 452/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ