Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds attacking final judgment on evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred in assessing the evidentiary weight of medical reports and other documents regarding moral damages. The court rejected this claim as inadmissible because the grounds were too vague and failed to specify which evidence was considered, its assigned weight, and the specific legal error committed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the evidence, its weight, and the specific error, thereby attacking the unreviewable fact-finding of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 105 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 105/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Σ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρισβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-4-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 681/2018 μη οριστική και 1284/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4217/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 7-9-2020 (αρ. κατ. 7787/929/2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4217/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 4217/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ένδικη, από 14-9-2016 και με αρ. κατ. 502676/3626/2016 αγωγή του, στρεφόμενη κατά των Σ. Μ., Ά. Μ. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, επικαλούμενος ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, το οδηγούμενο από αυτή με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, συγκρούστηκε με την οδηγούμενη από αυτόν (ενάγοντα) με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του και προκάλεσε την ολοσχερή καταστροφή αυτής, καθώς και τον τραυματισμό του ιδίου, ζήτησε να επιδικασθεί υπέρ αυτού αποζημίωση, λόγω της θετικής και αποθετικής του ζημίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης.
Επίσης, η εναγομένη στην ως άνω αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου από 25-4-2017 και με αρ. κατ. 530971/1629/2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της, κατά των εναγομένων στην κύρια αγωγή Σ. Μ. και Ά. Μ., αποδεχόμενη επικουρικά την ευθύνη της, ισχυρίστηκε ότι συντρέχει λόγος αποκλεισμού της ασφαλιστικής της ευθύνης, λόγω του ότι η πρώτη των παρεμπιπτόντως εναγομένων τελούσε, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συνεκδίκασε τις ως άνω (κύρια και παρεμπίπτουσα) αγωγές και, με την υπ' αριθμ. 681/2018 εν μέρει οριστική απόφαση, αφού έκρινε την οδηγό του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, όσον αφορά τα αγωγικά κονδύλια της πλασματικής δαπάνης οικιακής βοηθού, της λήψης βελτιωμένης διατροφής και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και, κατά τα λοιπά, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση, της μεν κυρίως εναγομένης να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα το ποσό των 4.869,67 ευρώ και των δε παρεμπιπτόντως εναγομένων να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, κάθε ποσό που αυτή θα καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα.
Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. 1284/2019 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της κυρίως εναγομένης να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα το ποσό των 22.560 ευρώ και των παρεμπιπτόντως εναγομένων να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό που αυτή θα καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα.
Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, α) η από 8-10-2019 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, β) η από 30-10-2019 έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και γ) η από 14-1-2020 έφεση των (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) Σ. Μ. και Ά. Μ., μετά από συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4217/2020 απόφαση, με την οποία έγιναν αυτές τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, έγιναν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες η έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και των Σ.
Μ. και Ά. Μ., μετ' εξαφάνιση δε των εκκληθεισών πρωτοδίκων αποφάσεων, κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος είναι ο ενάγων και η οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Σ. Μ., απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της κυρίως εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, το ποσό των 12.190,28 ευρώ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικώς, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.
στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 877/2021, ΑΠ 898/2020, ΑΠ 797/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 4 αυτού "Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση", κατά το άρθρο δε 4 παρ. 3, "οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται.
Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: Ρ-1 ... Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας. Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει".
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, 1250/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή, αντίθετα, η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 353/2022).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π. 8/2013, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 353/2022, Α.Π. 630/2020, Α.Π. 1142/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4217/2020 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς τα κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 9-1-2016 και περί ώρα 05.25", υπό συνθήκες δηλαδή νύκτας, ο ενάγων οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα του, χωρίς να έχει εκδοθεί στο όνομά του η κατάλληλη άδεια οδήγησης, στην οδό Πειραιώς, στον Ταύρο Αττικής, με κατεύθυνση από Πειραιά προς Αθήνα, και προσέγγιζε την .... Η οδός Πειραιώς στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα κυκλοφορίας, και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας έχει οριστεί στο σημείο εκείνο σε 50 χ.α.ω., διότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή (άρθρο 20 παρ. 1 ΚΟΚ).
Επίσης, κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής, παρόλο που ήταν νύκτα, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική (ορ. έκθεση αυτοψίας) και στο ισόπεδο οδικό κόμβο (συμβολή των οδών ...), όπου μάλιστα υφίστατο φωτεινός σηματοδότης κυκλικής μορφής και διαγραμμισμένη διάβαση πεζών (ορ.
σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας των επιληφθέντων αστυνομικών). Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, η πρώτη των παρεμπιπτόντως εναγομένων, Σ.- Μ., οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό που θα αναφερθεί παρακάτω, το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της 2ης των παρεμπιπτόντως εναγομένων, Ά.
Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, στην ..., κατευθυνόμενη προς την οδό Πειραιώς. Η οδός Αιγηιδών, η οποία συμβάλλεται κάθετα με την οδό Πειραιώς, από τα δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων που κατευθύνονται προς Αθήνα, δηλαδή την πορεία που ακολουθούσε η μοτοσικλέτα, είναι μονής κατεύθυνσης και σημαίνεται με πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας οχημάτων (Ρ-2 SΤΟΡ) και με πινακίδα υποχρεωτικής κατεύθυνσης πορείας με στροφή δεξιά (Ρ-50δ).
Όταν η οδηγός Σ. Μ. του ως άνω αυτοκινήτου έφτασε στη συμβολή των προαναφερόμενων οδών, δεν σταμάτησε, όπως όφειλε, την πορεία του οχήματός της, για να ελέγξει με προσοχή και επιμέλεια την κίνηση των οχημάτων στην οδό Πειραιώς και να παραχωρήσει προτεραιότητα σε αυτά, εφόσον υπήρχε στην πορεία της πινακίδα SΤΟΡ, αλλά άρχισε σταδιακά να εισέρχεται στην διασταύρωση με ελάχιστη ταχύτητα, προκειμένου να εισέλθει δεξιά στην οδό Πειραιώς, πλάτους 7,5 μέτρων και να κατευθυνθεί προς Αθήνα.
Η ορατότητά της ήταν περιορισμένη λόγω σταθμευμένων οχημάτων στην συμβολή των δύο οδών και δη επί της ... στα αριστερά της (ίδ.σχεδ/μα Τροχαίας, ποινικής δικογραφίας). Έτσι, εισερχόμενη σιγά- σιγά επί της οδού Πειραιώς για να ελέγξει καλύτερα, ακινητοποίησε το όχημά της, μόλις διέκρινε, στα 30 μέτρα απόσταση, τον ενάγοντα, οδηγώντας την με αρ.
κυκλ. ... δίκυκλη μοτ/τα, κινούμενο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω των 70 χλμ/ώρα, να κατευθύνεται κατά πάνω της. Ο ενάγων, παρόλο που αντιλήφθηκε από απόσταση 30 μέτρων τουλάχιστον την ως άνω κίνηση του αυτοκίνητου της εναγομένης, από απειρία περί την οδήγηση ουδέν έπραξε προς αποφυγήν του ατυχήματος και, κινούμενος με την ανεπίτρεπτη ταχύτητα, επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της δίκυκλης μοτ/ας του στο πλαϊνό αριστερό (εμπρόσθιο) μέρος του ασφ/νου αυτοκινήτου, σηκώθηκε στον αέρα και επέπεσε επί του οδοστρώματος.
Επίσης, σε έλεγχο που διενεργήθηκε με συσκευή αλκοολομέτρου από τα πιο πάνω αστυνομικά όργανα της Τροχαίας Καλλιθέας, διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό του οινοπνεύματος στον οργανισμό της ... ήταν 0,54 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα (mg/l) στην πρώτη μέτρηση και 0,52 mg/l στη δεύτερη μέτρηση. Η ποσότητα αυτή ήταν κατά ποσοστό μεγαλύτερο από το ελάχιστο όριο που προβλέπεται από τον νόμο και, συνεπώς, η οδηγός βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος (άρθρο 42 παρ 1 ΚΟΚ).
Όμως, αυτή η μικρή υπέρβαση του ορίου κατανάλωσης αλκοόλ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα [...] αφού δεν προκύπτει ότι απομείωσε την αντιληπτική ικανότητα του οδηγού, ούτε υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος της μέθης με την αμελή οδηγική συμπεριφορά, που επέφερε το ατύχημα, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου της από 14/1/2020 έφεσης των εναγομένων ήτοι της ...
του ..., και της Ά. Μ. του .... Με δεδομένες τις πιο πάνω συνθήκες σύγκρουσης, το ατύχημα οφείλεται σε κυρία υπαιτιότητα κατά 60% της οδηγού του αυτοκινήτου, η οποία δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέση συνετή οδηγός κατά τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας, και δεν προέβλεψε και τελικά δεν απέφυγε το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, η κυρία υπαιτιότητα της οδηγού του αυτοκινήτου κατά ποσοστό 60% συνίσταται αφενός στο γεγονός ότι, όταν έφθασε στη συμβολή των ανωτέρω οδών, δεν σταμάτησε ώστε να ελέγξει την κίνηση των κινουμένων στην οδό …. οχημάτων και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως εξάλλου την υποχρέωνε η υπάρχουσα στην πορεία της πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ), υποχρέωση η οποία υφίσταται καθ' όλη τη διάρκεια διέλευσης της διασταύρωσης και όχι μόνο πριν από την πινακίδα SΤΟΡ, αλλά εισήλθε στην εν λόγω συμβολή ανέλεγκτα διανύοντας απόσταση 2 μέτρων, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1β, 12 παρ. 1, 26 παρ. 4 Κ.Ο.Κ) Ο δε ενάγων συνυπαίτιος κατά 40% του εν λόγω ατυχήματος ο οποίος δεν είχε ποτέ αποκτήσει την κατά νόμο άδεια οδήγησης δίκυκλης μοτοσυκλέτας και στερείτο εμπειρίας στην οδήγηση παρόμοιων δικύκλων οχημάτων, γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, αφού αφενός λόγω αδεξιότητας αλλά και της ηυξημένης ταχύτητάς του, παρότι υπήρχε αρκετός χώρος να πραγματοποιήσει αριστερό ελιγμό σε σχέση με την πορεία του, κινήθηκε, χωρίς ουδεμία διακοπή της πορείας του, εντός του ιδίου ρεύματος πορείας (ασχέτως που και στο άλλο ρεύμα πορείας δεν εκινούντο εκείνη τη στιγμή άλλα οχήματα).
Πιο συγκεκριμένα, παρόλο που ήταν νύκτα, εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, όπου η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική (ορ. έκθεση αυτοψίας) και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο (συμβολή των οδών ...), όπου μάλιστα υφίστατο φωτεινός σηματοδότης κυκλικής μορφής και διαγραμμισμένη διάβαση πεζών (ορ.
σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας των επιληφθέντων αστυνομικών), αντί ο ενάγων να μειώσει την ταχύτητά του και μάλιστα κάτω του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ./ώρα, όπως 40 χλμ./ώρα, όπως επέβαλαν οι ως άνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εν τούτοις αυτός ανέπτυξε ταχύτητα τουλάχιστον 70 χλμ/ώρα. Σημειώνεται εδώ ότι το ατύχημα έλαβε χώρα ημέρα Σάββατο και ώρα 05.25, σε ημέρα και ώρα δηλαδή, που η οδός Πειραιώς εμφανίζει κίνηση λόγω του ότι στο σημείο του ατυχήματος υπάρχουν κέντρα διασκέδασης, μουσικές σκηνές, υπαίθριες καντίνες εστίασης κ.λπ.
και ανά πάσα στιγμή μπορεί να διασχίσει το δρόμο κάποιος πεζός ή να παρουσιαστεί άλλο φυσικό εμπόδιο. Αποτέλεσμα της υπερβολικής αυτής ταχύτητας αλλά και της αδεξιότητας του ενάγοντα της κύριας αγωγής στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας του, ήταν αφενός να μην αντιληφθεί εγκαίρως το πλέον ακινητοποιημένο με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο, παρότι είχε στην διάθεση του απρόσκοπτη ορατότητα ως προαναφέρθηκε προς τούτο, εφόσον η οδός Πειραιώς, στο επίμαχο σημείο, είναι ευθεία και οριζόντια τουλάχιστον σε απόσταση 30 μέτρων (ορ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος), αφετέρου να μην ακινητοποιήσει ή έστω να τροχοπεδήσει τη μηχανή του παρότι θα μπορούσε, εάν οδηγούσε ως ο μέσος επιμελής οδηγός [...], καθόσον δεν βρέθηκαν καθόλου ίχνη τροχοπέδησης στο σημείο του ατυχήματος.
Αλλά ούτε και ελιγμό προς τα αριστερά διενήργησε, ώστε να παρακάμψει το αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... που οδηγούσε η Σ. Μ., παρόλο που στην οδό Πειραιώς δεν κινούνταν άλλο όχημα τη στιγμή εκείνη (ορ. επ' ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρα και μητέρας του) και το ελεύθερο οδόστρωμα αυτής (δηλαδή, ολόκληρη η αριστερή λωρίδα και το μεγαλύτερο τμήμα της δεξιάς λωρίδας) του επέτρεπε ευχερώς έναν τέτοιον ελιγμό για να αποφύγει την επικαλούμενη πλαγιομετωπική σύγκρουση ήταν με βάση τις όλες συνθήκες ο πλέον ενδεδειγμένος.
Εάν όμως, ο ενάγων της κύριας αγωγής είχε προβεί σε οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ενέργειες, το ατύχημα δεν θα είχε λάβει χώρα. Ειδικότερα η υπερβολική ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και ακολούθως, η σφοδρότητα με την οποία εμβόλισε την αριστερή πλευρά του ΙΧΕ ένδικου αυτοκινήτου, αποδείχθηκαν και από την προανακριτική κατάθεση του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα που καταγράφεται στην σχηματισθείσα δικογραφία, ...
Ασλανίδη, ο οποίος, έχοντας ιδία αντίληψη των πραγμάτων, ως ευρισκόμενος στο ύψος της επίμαχης συμβολής στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού Πειραιώς, απερίφραστα κατέθεσε ότι "...Την ίδια στιγμή ανέβαινε την Πειραιώς μία (1) μηχανή με μεγάλη ταχύτητα. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή...". Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγων στην κατάθεσή του κατά το στάδιο της προανάκρισης προσδιόρισε την ταχύτητά του στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, επιβεβαιώνει αφενός ότι δεν κατέβαλε την παραμικρή προσπάθεια να μειώσει αυτήν, ενόψει της επικείμενης διέλευσής του από την συμβολή των οδών ...
και αφετέρου την απειρία του κατά την οδήγηση. Ο ενάγων της κύριας αγωγής, σε βάρος του οποίου βεβαιώθηκε διοικητικό πρόστιμο για έλλειψη της απαιτούμενης κατά Νόμο άδειας οδήγησης, διήνυε κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, μόλις το 23° έτος της ηλικίας του. Δηλαδή ο ενάγων όχι απλά οδηγούσε χωρίς την κατάλληλη άδεια αλλά ουδέποτε είχε αποκτήσει άδεια ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, όπως αυτή που οδηγούσε εν προκειμένω, η οποία σημειωτέον ήταν μία μεγάλη μηχανή 400 κ.εκ.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι η Σ. Μ. απολογούμενη, αμέσως μόλις κλήθηκε προς τούτο, χωρίς να ζητήσει προθεσμία για την σύνταξη υπομνήματος με την συνδρομή δικηγόρου, είχε δηλώσει "υπαίτια" για το συμβάν στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την απλή λογική ενός οδηγού που εν πάση περιπτώσει είχε πινακίδα SΤΟΡ στην πορεία του και που είχε εμπλακεί σε ένα ατύχημα, από το οποίο προκλήθηκε ο τραυματισμός ενός ανθρώπου.
Κατά τα λοιπά, τα γεγονότα αυτά καθεαυτά που ανέφερε δεν καταδεικνύουν αποκλειστική υπαιτιότητα της ιδίας και έλλειψη υπαιτιότητας του ενάγοντα της κύριας αγωγής, ενώ απ' όλο το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης, σε καμία περίπτωση δεν προέκυψε κάτι τέτοιο [...]. Επομένως και στο σημείο τούτο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, έσφαλε τόσο στην υπαγωγή στους κανόνες των διδαγμάτων της κοινής πείρας όσο και στην εκτίμηση των αποδείξεων...".
Κατόπιν τούτων το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έκρινε ότι υπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και τον επελθόντα κατ' αυτό τραυματισμό του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, είναι αμφότεροι οι εμπλακέντες σ' αυτό οδηγοί, η μεν εναγομένη Σ. Μ., οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 60%, ο δε τραυματισθείς οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Ε. Α., κατά ποσοστό 40%, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του τελευταίου και, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εναγομένων ... και Ά. Μ. και της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε τις εκκληθείσες, υπ' αριθμ., 681/2018 εν μέρει οριστική και 1284/2019 οριστική, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχαν κρίνει ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης οδηγού ...
και, αφού δίκασε επί της ουσίας την από 14-9-2016 αγωγή και την από 25-4-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή και δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση, σε σχέση με τη συντρέχουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά την υπαγωγή των ανελέγκτως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 26 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.
και 300, 330 εδαφ. β' και 914 του ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο, έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών), οι οποίοι επαρκούσαν για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, κατέληξε δε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως, ενώ διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με πλήρη και σαφή αιτιολογία και χωρίς λογικά κενά, ως προς την υπαιτιότητα καθενός των εμπλακέντων οδηγών, δέχτηκε τα ακόλουθα: 1) ως προς την οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, ότι αυτή, κινούμενη στην ..., με κατεύθυνση προς την οδό ..., όπως όφειλε, την πορεία του οχήματός της, για να ελέγξει, με προσοχή και επιμέλεια, την κίνηση των οχημάτων στην οδό Πειραιώς και να παραχωρήσει προτεραιότητα σε αυτά, παρότι υπήρχε στην πορεία της πινακίδα SΤΟΡ, αλλά άρχισε, σταδιακά, να εισέρχεται στην διασταύρωση, κινούμενη με ελάχιστη ταχύτητα, αφού δε είχε διανύσει δύο μέτρα επί της (πλάτους 7,5 μέτρων) οδού Πειραιώς, μόλις διέκρινε, σε απόσταση 30 μέτρων, την κίνηση της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος, ακινητοποίησε το όχημά της, αναμένοντας τη διέλευσή του και 2) ως προς τον αναιρεσείοντα οδηγό της μοτοσυκλέτας, ότι αυτός, κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον 70 χλμ/ώρα, αντί της ανώτατης επιτρεπόμενης των 50 χλμ/ώρα, η οποία ήταν αυξημένη για την περιοχή (κατοικημένη, με κίνηση πεζών, λόγω της ύπαρξης, στο σημείο εκείνο, κέντρων διασκέδασης, μουσικών σκηνών και υπαίθριων καντινών εστίασης, καθόσον ήταν ημέρα Σάββατο και ώρα 05.25) και τις συνθήκες της οδού (πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο και δη στη συμβολή της οδού Πειραιώς με την ..., στον οποίο μάλιστα υπήρχε σηματοδότης κυκλικής μορφής και διαγραμμισμένη διάβαση πεζών), δεν επέδειξε, κατ' αντικειμενική κρίση, τη σύνεση και προσοχή του μέσου επιμελούς οδηγού (άρθρ. 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), αλλά, από αμέλεια, κακή εκτίμηση των ανωτέρω κυκλοφοριακών συνθηκών και απειρία, στερούμενος αδείας ικανότητας οδήγησης, αν και, από απόσταση τουλάχιστον 30 μέτρων, ήταν ορατό από αυτόν το ακινητοποιημένο στο οδόστρωμα όχημα της ..., δεν τροχοπέδησε, ούτε μείωσε την ταχύτητά του, ώστε να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα σταδιακά, ούτε ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ο οποίος ήταν ευχερώς δυνατός, αφού το οδόστρωμα, στο μεγαλύτερο τμήμα της δεξιάς λωρίδας και σε ολόκληρη την αριστερή λωρίδα, ήταν ελεύθερο, αλλά συνέχισε να κινείται με την ίδια, αυξημένη, ταχύτητα, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα επί του αυτοκινήτου.
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα, περί συνυπαιτιότητας αμφοτέρων των οδηγών, χωρίς να απαιτείται άλλη διευκρίνιση. Επομένως, οι αιτιάσεις περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών, διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα στο σημείο του ατυχήματος, ποια η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο αναιρεσείων, ποια η απόσταση της μοτοσυκλέτας από το αυτοκίνητο, τη στιγμή που η οδηγός αυτού επιχείρησε να το ακινητοποιήσει και ποια η κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, που επέβαλλαν τη μείωση της ταχύτητάς του, είναι αβάσιμες.
Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις, περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών, διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο δεν αιτιολογεί από ποια στοιχεία κατέληξε στην παραδοχή ότι ο ίδιος είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χλμ/ώρα, ενώ δε εστιάζει στην υπερβολική ταχύτητα της οδηγούμενης από αυτόν μοτοσυκλέτας, δεν αιτιολογεί αν ο χρόνος αντίδρασής του, μετά την είσοδο στην πορεία του, του ζημιογόνου αυτοκινήτου, υπολειπόταν του αντίστοιχου χρόνου αντίδρασης του μέσου συνετού οδηγού, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, εκτίθεται με σαφήνεια.
Επίσης, η περιλαμβανόμενη στην ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, περί παραβίασης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την υπαγωγή στους ως άνω εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, του διδάγματος της κοινής πείρας, σύμφωνα το οποίο, με την ταχύτητα πολλαπλασιάζεται η δύναμη που αποκτά το σώμα (δηλαδή το δίκυκλο και ο επιβάτης του), με συνέπεια, ακόμη και αν το δίκυκλο κινείται με ελάχιστη ταχύτητα, μπορεί, σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς, να προκαλέσει μεγάλη ορμή, είναι αόριστη και, συνεπώς, απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενόψει του ότι, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι πρόκειται για δίδαγμα κοινής πείρας, δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε εσφαλμένη χρήση του διδάγματος, ποια η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και ποια η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας, που το Εφετείο χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αιτίαση, δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά, ευθέως, στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η οποία όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, η επικαλούμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο εστιάζει στο γεγονός ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων εστερείτο αδείας ικανότητας οδήγησης, παρότι τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε προβλήθηκε από τις εναγόμενες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, ο ισχυρισμός αυτόε δεν συνιστά ένσταση, που οδηγεί σε κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος και, συνεπώς, δεν είναι πράγμα, κατά την έννοια του νόμου, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου, προς ενίσχυση της κρίσης του περί ανεπιτηδειότητας του ενάγοντος περί την οδήγηση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8α και 19 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν παραπάνω και της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 145/2023, Α.Π. 1858/2022, Α.Π. 1467/2021), το οποίο θα ήταν διαφορετικό, χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που λήφθηκαν υπόψη.
Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Για την ίδρυση, πάντως, του παραπάνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1578/2022, Α.Π. 1062/2022, Α.Π. 175/2022).
Περαιτέρω, έγγραφα, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι, δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 541/2021, Α.Π. 592/2020, Α.Π. 301/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη ισχυρισμών του, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη 1) το σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας, που συνέταξε η Τροχαία Καλλιθέας, από τα οποία θα διαμόρφωνε θετική περί της οδηγικής του συμπεριφοράς πεποίθηση και 2) την ένορκη κατάθεση του φερόμενου ως αυτόπτη μάρτυρα ......., την οποία, αν είχε αξιολογήσει δεόντως, θα κατέληγε δε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως -πέραν του απαραδέκτου αυτού, ως προς την ανωτέρω, υπό τον αριθμό 2, προανακριτική κατάθεση, η οποία δεν αποτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, έγγραφο, με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ του Κ.Πολ.Δ.- είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τη συντρέχουσα υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, έλαβε υπόψη "τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα που περιέχονται στη σχετική ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα προαναφερόμενα, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και αβάσιμος, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' και β' του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των τιθέμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1634/2018), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 9/2015, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 1210/2020, ΑΠ 1003/2020, ΑΠ 869/2020).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).
Εξ άλλου, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998).
Πρέπει, δηλαδή, στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ευθέως και εκ πλαγίου, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, να παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία το δικαστήριο κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 (τρίτος λόγος) και από τον αριθμό 19 (έκτος λόγος) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδίκασε υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, ποσό που υπολείπεται κατά πολύ των επιδικαζόμενων σε ανάλογες περιπτώσεις.
Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο ανωτέρω, από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος. Και τούτο διότι (πέραν του ότι δεν αναφέρεται ποιο το επιδικασθέν, από αυτή την αιτία, ποσό), δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν αναφέρονται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, για να ελεγχθεί, αν, με την επιδίκασή του, παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, στο αναιρετήριο αναφέρονται μόνο οι παραδοχές της προσβαλλομένης σε σχέση με τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, όχι, όμως, οι παραδοχές αυτής σε σχέση με τον τραυματισμό του ενάγοντος, τις σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη, τον τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίστηκαν (συντηρητικά ή με χειρουργική επέμβαση), το εάν και για πόσο χρονικό διάστημα νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο και ποια ήταν η περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αποδιδόμενων πλημμελειών.
Επομένως, οι τρίτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται, όμως, η απόφαση, να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (Α.Π. 33/2021, Α.Π. 451/2014). Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, ούτε, βέβαια, ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά.
Επίσης, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία -η οποία, κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., εκτιμάται ελευθέρως- από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 33/2021).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της χωρίς απόδειξη παραδοχής, ότι η εξώδικη ομολογία της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, που περιέχεται στην προανακριτική της απολογία, ήταν συνέπεια της φορτίσεώς της από το ατύχημα.
Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μετά από ελεύθερη εκτίμηση της περιεχόμενης στην προανακριτική απολογία της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δηλώσεως, ότι δεν συνάγεται από αυτή εξώδικη ομολογία περί αποκλειστικής της υπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα, μη υποκείμενη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση, δεσμευτικά γι' αυτό, ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός, σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά το νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 462/2019, 126/2019), και ε) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 510/2022, Α.Π. 1038/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ., ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον, κατ' ακριβή αναφορά στο αναιρετήριο, "τα κονδύλια περί ηθικής βλάβης και απώλειας εισοδημάτων έπρεπε η προσβαλλόμενη απόφαση να τα δεχθεί ως πλήρως αποδεδειγμένα και βεβαιούμενα από ιατρικές γνωματεύσεις, έγγραφα νόμιμα συντεταγμένα, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί, ούτε προσφέρθηκε ανταπόδειξη, καθώς επίσης μαρτυρίες και ομολογίες".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύονται ποια τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά και ποια εκείνη που έχει κατά το νόμο, σε κάθε δε περίπτωση, διότι με τις ως άνω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2020 (αρ. κατ. 7787/929/2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4217/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ