Legislator Case Law & Legislation
105/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for abuse of process regarding delayed claim of lawyer fee adjustment due to currency devaluation.

Case Number 105/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting her claim for lawyer fee adjustment. The appellant had previously filed a similar claim in 2013 but omitted the specific request for currency devaluation adjustment, leading the court to find her current attempt abusive. Consequently, the appeal was rejected as an abuse of process under Article 281 of the Civil Code, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 288 of the Civil Code; The right to claim adjustment of legal fees for currency devaluation is subject to good faith and cannot be exercised abusively if the claimant previously omitted the request in a prior action where the devaluation was already established.

Keywords

AI generated
abuse of process currency devaluation lawyer fees adjustment good faith principle Civil Code Article 281 abuse of litigation rights legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 480 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Case 727/2018 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 105 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 105/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τ. Β.-Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Χ. του Γ. και 2) Γ. Χ. του Ε., με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατρός του Ε. Χ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Ζαρκαδούλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 11/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4323/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 26.10.2020 (Γ.Α.Κ. 8630/Ε.Α.Κ. 1021/4.11.2020 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή, προσβάλλεται η 4323/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 26.6.2020, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (i) - από 14.2.2019 της εκκαλούσης - ήδη αναιρεσείουσας Τ.

Β. - Π. και (ii). - από 15.2.2019 των εκκαλούντων - ήδη αναιρεσίβλητων Ι. Χ. του Γ. και Γ. Χ. του Ε.. Εκκαλούμενη ήταν η 11/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 7.1.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 17.12.2017 αγωγής της ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων - ήδη αναιρεσίβλητων.

Αφορά δε, η αγωγή, χρηματικές απαιτήσεις της ενάγουσας - δικηγόρου έναντι των εναγομένων - εντολέων της. Με την 11/2019 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με την 4323/2020 απόφαση του εφετείου, οι αντίθετες εφέσεις, αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές και, στη συνέχεια, η από 14.2.2019 έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία, ενώ η από 15.2.2019 έφεση έγινε δεκτή και κατ' ουσία, εξαφανίσθηκε, στο σύνολο, η 11/2019 πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και τελικώς η αγωγή απορρίφθηκε στην ουσία, αφού έγινε δεκτή στην ουσία ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ισχυόντων άρθρων 614 παρ.5 στοιχείο (α) και 622 Α παρ. 1 ΚΠολΔ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, την 4.11.2020, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 26.6.2020 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 4323/2020 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τεσσάρων (συνολικά) λόγων της [άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ]. (I).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση ως άνω δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για την διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει νέο ειδικό λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1385/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του 4 δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ].

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ ολ. 3/2020, ΑΠ 104/2022).

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ, 28/1998). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, στο αιτιολογικό της.

δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι παραδεκτός (ορισμένος) τέτοιος λόγος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 20/2005, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 803/2002). Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ] ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 255/2010).

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου αυτού [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ] πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να γίνεται και ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 194/1998). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Τέτοιος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΑΠ ολ. 1/2019, ΑΠ ολ. 12/2000, ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 197/2020, ΑΠ 558/2008). Το έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Τέτοια αντίφαση υπάρχει (και) όταν προβάλλεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη "πράγμα" (νόμιμο, λυσιτελή, αυτοτελή ισχυρισμό), που δεν προτάθηκε νομίμιος και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα, έλαβε υπ' όψη κάποιο ισχυρισμό, που δικαιολογούσε τη νομική επάρκεια ενστάσεως, μολονότι δεν προτάθηκε και, στη συνέχεια, οι λόγοι από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ.

δηλ, ότι το δικαστήριο της ουσίας νια τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς τη νομική επάρκεια ενστάσεως, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος προς τούτο απαιτεί ή υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, ειδικότερα,, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό αυτόν, που δικαιολογούσε τη νομική επάρκεια της ενστάσεως ή, κατά τούτο, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ή δεν έχει αιτιολογίες (δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά).

Αν υπάρχει τέτοια αντίφαση, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (βλ. ΑΠ 15/2021). Περαιτέρω, το έγγραφο (δικόγραφο) της εφέσεως πρέπει να περιέχει (και) τους λόγους εφέσεως [άρθρα 495 παρ.1, 520 παρ.1 ΚΠολΔ], δηλ. τις πλημμέλειες της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Οι πλημμέλειες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος. Οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου. Τούτο ενόψει του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια, όπως αυτά καθορίζονται από την έφεση και τους (τυχόν) πρόσθετους λόγους εφέσεως [άρθρο 520 παρ.2 ΚΠολΔ] ώστε να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους και ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας ή ανασκευάζοντάς τους.

Έτσι, όταν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της εφέσεως, στον οικείο λόγο εφέσεως, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά, που, κατά τον εκκαλούντα, οριοθετούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια.

ενώ, όταν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση, η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος εφέσεως προσδιορίζεται επαρκώς από την μνεία για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που οδήγησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως [άρθρο 522 ΚΠολΔ] είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα για την ουσία της υποθέσεως παράπονα του εκκαλούντος.

Οι αόριστοι λόγοι εφέσεως εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ως απαράδεκτοι [άρθρα 111 παρ.2 ΚΠολΔ], Στην περίπτωση που το εφετείο έκρινε παραδεκτό (ορισμένο) λόγο εφέσεως, ενώ ήταν απαράδεκτος ως αόριστος, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 202/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1537/2006, ΑΠ 803/2002).

Η ένσταση [άρθρο 262 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ], όπως και η αγωγή [άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται (και) αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 558/2008). ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 1383/2008).

Ως προς την επάρκεια η μη της θεμελιώσεως της ενστάσεως (όπως και της αγωγής) γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της ενστάσεως συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τη νομική επάρκεια αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της ενστάσεως υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ενστάσεως και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο της.

Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπ' όψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της ενστάσεως, αν και δεν προτάθηκε ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπ' όψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ 922/2019).

(II).- Το άρθρο 281 ΑΚ. που ορίζει ότι "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", έχει εφαρμογή, όταν πρόκειται περί ασκήσεως δικαιώματος από τον δικαιούχο του. ενώ, δεν έχει εφαρμογή, όταν ο διάδικος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 950/1989).

Το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε - χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος- καθιστούν μη ανεκτή (δεν δικαιολογούν επαρκώς) την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο ώστε να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Έτσι, απαιτείται για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και δη, ευλόγως (καλοπίστως), η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου καθώς και η κατάσταση, που δημιουργήθηκε από τον υπόχρεο και επάγεται για τον ίδιο (υπόχρεο) ιδιαιτέρως επαχθείς επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο - μικρότερο από το χρόνο της παραγραφής- και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκησή του.

Απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις πρέπει να προέρχονται, κυρίως, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου καθώς και του υποχρέου, που προηγήθηκε ώστε εν όψει αυτών και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολούθησε και τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως, όπως δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε, που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το υφιστάμενο δικαίωμά του, να εξέρχεται των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και να συνεπάγεται δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, ήτοι δεν είναι απαραίτητο η αδράνεια να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες νια τον υπόχρεο συνέπειες.

Η διακρίβωση των ενεργειών, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στην συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Εν τούτοις, η κρίση του ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και δη, προφανώς, τα όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος είναι νομική και, συνεπώς, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος δηλ. ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την ως άνω νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ ολ. 8/2018, ΑΠ ολ. 10/2012, ΑΠ ολ. 8/2001, ΑΠ 543/2019, ΑΠ 866/2019). Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως. Έτσι, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων, που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι (και) οι αξιώσεις του δικηγόρου προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής του, κατά τα άρθρα 92 παρ.1, 98 επ.

του ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α. 235) για την παροχή νομικών υπηρεσιών (ΑΠ ολ. 10/2012, ΑΠ 574/2018). Εάν η κατάχρηση δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, που, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο δικαίωμα, που ασκείται, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά αποτελούν χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1152/2017) Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις:

Ο πρώτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εφετείο στην 4323/2020 απόφαση, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο για αοριστία λόγου εφέσεως και για ποσοτική - ποιοτική αοριστία ενστάσεως. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι: (i).- Το εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστο και, συνεπώς, απαράδεκτο λόγο της από 15.2.2019 εφέσεως των αναιρεσίβλητων.

Η αοριστία, όπως η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε προτείνει παραδεκτώς στο εφετείο, με τις από 15.10.2019 έγγραφες προτάσεις της, συνίσταται ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εξειδικεύουν στο δικόγραφο της από 15.2.2019 εφέσεώς τους τα περιστατικά, που στοιχειοθετούν τη νομική πλημμέλεια για την απόρριψη, ως μη νόμιμης, πρωτοδίκως, της ενστάσεώς τους από το άρθρο 281.

ΑΚ ενώ, όσα πραγματικά περιστατικά επικαλούνται, "στην πραγματικότητα συνιστούν άρνηση της γεννήσεως του δικαιώματος της", (ii),- Το εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη και, συνεπώς, απαράδεκτη την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, την οποία (ένσταση) οι εφεσίβλητοι "είχαν προτείνει στα πρακτικά στο ακροατήριο και με τις από 6.2.2018 έγγραφες προτάσεις τους επί της από 17.12.2017 αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της (ενστάσεως).

Την αοριστία αυτή, η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε προτείνει, παραδεκτώς, πρωτοδίκως και κατ' έφεση. Ο δεύτερος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4323/2020 απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη "πράγματα", που δεν είχαν προταθεί νομίμως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν τη νομική επάρκεια της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, "ως προς τις επιπρόσθετες ιδιαίτερα επαχθείς ή δυσμενείς συνέπειες για τους αναιρεσίβλητους, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες σε βάρος της, αν και ουδόλως προτάθηκαν" έτσι, προσέδωσε καταχρηστικό χαρακτήρα στο ανωγικό δικαίωμα και απέρριψε την αγωγή της στην ουσία, αφού έκανε δεκτή κατ' ουσία την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ των αναιρεσίβλητων.

Ο τρίτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4323/2020 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως το άρθρο 281 ΑΚ και, έτσι, απέρριψε την αγωγή στην ουσία, δεχόμενο στην ουσία την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, εφ' όσον για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς τη νομική επάρκεια της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα προς τούτο το άρθρο 281 ΑΚ απαιτεί ειδικότερα, στις πραγματικές παραδοχές "ελλείπει κάθε αναφορά σε επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις καθώς και συναξιολόγηση των συμφερόντων δικαιούχου και υποχρέου".

Ο τέταρτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 4323/2020 απόφαση, κατά τις πραγματικές παραδοχές, που πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, "με ανεπαρκείς ή/και καθόλου αιτιολογίες", ως προς τα στοιχεία, που το άρθρο 281 ΑΚ απαιτεί.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι δεν υπάρχουν αιτιολογίες πλήρεις και σαφείς, (ϊ).- ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη συμπεριφορά της, προηγηθείσα της ασκήσεως της από 17.12.2017 ένδικης αγωγής της, (ii).- ως προς την "μακροχρόνια" αδράνειά της για την άσκηση του δικαιώματος της και νια την πραγματική κατάσταση, που μεσολάβησε, δηλ. "σε ποιο χρονικό διάστημα αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τον χαρακτηρισμό μακροχρόνια" και (iii).- ως προς την εύλογη πεποίθηση των αναιρεσιβλήτων για τη μη άσκηση του δικαιώματος της, επίσης, δεν υπάρχουν καθόλου αιτιολογίες (iv).- ως προς τις επιπρόσθετες ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τους αναιρεσίβλητους, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες σε βάρος της, δηλ.

ως προς την στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων". Έτσι, μετά την παραδοχή στην ουσία της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ των αναιρεσίβλητων, απέρριψε την αγωγή στην ουσία.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και, συγκεκριμένα, από: (Α).- την 4323/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (Β).- τα 11/6.2.2018 πρακτικά συνεδριάσεως (την 6.2.2018) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ταυτάριθμα της 11/2019 πρωτόδικης αποφάσεως, (Γ).- τις από 6.2.2018 έγγραφες προτάσεις των εναγομένων - ήδη αναιρεσίβλητων στο πρωτόδικο δικαστήριο, (Δ).- τις από 15.10.2019 έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας - εφεσίβλητης - ήδη αναιρεσείουσας στο εφετείο (επί της από 15.2.2019 εφέσεως των ήδη αναιρεσίβλητων), (Ε).- την από 15.2.2019 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων - ήδη αναιρεσίβλητων και (ΣΤ).- τις από 9.2.2018 έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας στο πρωτόδικο δικαστήριο, τα οποία ο Αρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί χάριν της εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:

(Α).- Το εφετείο με την 4323/2020 απόφαση, αφού στο σκεπτικό διέλαβε μείζονα σκέψη για το άρθρο 281 ΑΚ, στη συνέχεια, δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα: "Κατά του πρώτου εναγομένου (Ι. Χ. του Γ.) και κατά του πατρός (Ε. Χ. του Γ.) του δευτέρου εναγομένου (Γ.

Χ. του Ε.), η ενάγουσα δικηγόρος (Τ. Β. - Π.) άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 8.1.2013 αγωγή της, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως αμοιβή, οφειλόμενη για ενέργειες, στις οποίες προέβη εν σχέσει με την από 2.5.1964 αγωγή περί κλήρου του (Γ.

Χ.), πατρός του πρώτου εναγομένου και παππού του δευτέρου εναγομένου, το ποσό των 44.479,18 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23%, επί της οποίας εκδόθηκε η 208/2015 απόφαση, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, κατόπιν δε, ασκήσεως εφέσεως της ενάγουσας, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 1869/2016 απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 1652,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλέον ΦΠΑ ποσού 380,16 ευρώ, η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού εκδόθηκε η 727/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αναίρεση της ενάγουσας, τερματίζοντας έτσι, τον Απρίλιο του 2018 -μετά την παρέλευση διαστήματος μεγαλύτερου των πέντε (5) ετών - την ως ανωτέρω δικαστική διαμάχη.

Συνακόλουθα, διαπιστώνεται πως η μεταξύ των διαδίκων οικονομική εκκρεμότητα, σχετικά με τη δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας, χρονολογείται από το έτος 1997, όταν της ανατέθηκε η αφορώσα στην από 2.5.1964 αγωγή κληρονομικού δικαίου του πατρός του πρώτου εναγομένου και παππού του δεύτερου εναγομένου υπόθεση, ήρθη δε, αμετάκλητα, με την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση, μετά από μία περίπου εικοσαετία, ενώ η επικαλούμενη από την ενάγουσα έκπτωση της δραχμής, ως νομίσματος, είχε ήδη επέλθει (από τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της από 2.5.1964 αγωγής περί κλήρου, στις 16.2.1970) μέχρι το έτος 2013, οπότε ασκήθηκε η από 8.1.2013 αγωγή της, κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν.

Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι το γεγονός της πλήρους έκπτωσης της δραχμής, που επικαλείται η ενάγουσα ώστε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ καθώς διώκει, με την υπό κρίση αγωγή, την καταβολή αναπροσαρμοσμένων νομισμάτων, ... είχε ήδη συντρέξει και ήταν δυνατόν να προταθεί με την από 8.1.2013 -αμετακλήτως κριθείσα- αγωγή και ναι μεν δεν υφίσταται περίπτωση δεδικασμένου, όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διότι δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, πλην όμως, ασκείται καταχρηστικά το υπ' όψη δικαίωμα της ενάγουσας, ως εκ της προηγηθείσης συμπεριφοράς αυτής και της καταστάσεως, που διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε επί μακρόν, με επακόλουθο η προκειμένη άσκησή του να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τους υπόχρεους εναγομένους κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Πράγματι, επειδή η επικαλούμενη νομισματική υποτίμηση συνέτρεχε ήδη κατά την άσκηση της από 8.1.2013 αγωγής και μπορούσε σαφώς να είχε ζητηθεί από τότε κιόλας η αναπροσαρμογή της εν λόγω δικηγορικής αμοιβής κατ' άρθρο 288 ΑΚ ευλόγως δημιουργήθηκε στους εναγομένους η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, καθισταμένης πλέον καταχρηστικής της ασκήσεώς του, η πεποίθηση δε, αυτή, των εναγομένων δεν οφείλεται μόνον στην μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας, αλλά, κυρίως, στην προηγηθείσα συμπεριφορά της, συνισταμένη στην επιλογή της να μην συμπεριλάβει στην παραπάνω αγωγή την επίδικη αξίωση της, με αποτέλεσμα, μετά τον ως ανωτέρω μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα - ο οποίος περατώθηκε με την 727/19.4.2018 απόφαση του Αρείου Πάγου- να υποχρεώνει τους εναγομένους σε νέα δικαστική διαμάχη, για την αμοιβή της, με τις εντεύθεν δυσμενείς γι' αυτούς συνέπειες.

Συμπερασματικά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της εκκαλούσας, έσφαλε, όσον αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου, ως βάσιμου, κατά τα ανωτέρω, του λόγου της από 15.2.2019 έφεσης των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας.

Επομένως, πρέπει η ως άνω έφεση να γίνει δεκτή και κατ' ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθεί δε, ως ουσία αβάσιμη, η από 14.2.2019 έφεση της ενάγουσας, η εξέταση των λόγων της οποίας, που κατατείνουν στην επιδίκαση μεγαλύτερης αμοιβής, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, παρέλκει, αφού έγινε δεκτό ότι ασκείται καταχρηστικά η εκ του άνω άρθρου αξίωσή της.

Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο προς κατ' ουσία εκδίκαση και, τέλος, η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, δεκτής γενομένης της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης των εναγομένων, κατά τα προεκτεθέντα".

(Β).- Στα 11/6.2.2018 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ταυτάριθμα της 11/2019 (πρωτόδικης) αποφάσεως, καταχωρήθηκε η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) πρότειναν προφορικώς στο ακροατήριο [άρθρα 614 παρ.5 στοιχείο (α), 256 παρ.1 εδ. (δ), 591 παρ.1 ΚΠολΔ].

(Γ).- Οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) στις από 6.2.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταφάσκουν το επίδικο δικαίωμα της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και, στη συνέχεια, αναπτύσσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ [άρθρα 614 παρ.5 στοιχείο (α), 591 παρ.1 στοιχείο (γ) ΚΠολΔ]. Συγκεκριμένα, περιγράφουν την προηγηθείσα της ασκήσεως του (επιδίκου) δικαιώματος συμπεριφορά της δικαιούχου ενάγουσας, την μακροχρόνια αδράνειά της, που δημιούργησε στους ίδιους (εναγόμενους), ως υπόχρεους, την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το υφιστάμενο δικαίωμα, επίσης, περιγράφουν τις ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, που συνεπάγεται για τους ίδιους η άσκηση του δικαιώματος, σε συνάρτηση με τις συνέπειες, που θα επέλθουν σε βάρος της ενάγουσας και, εν τέλει, αιτούνται την απόρριψη της αγωγής, "που ασκείται καταχρηστικά".

(Δ).- Η ενάγουσα (εφεσίβλητη - ήδη αναιρεσείουσα) στις από 15.10.2019 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της στο εφετείο (επί της από 15.2.2019 εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων - ήδη αναιρεσίβλητων) επικαλείται, ως αόριστο και, συνεπώς, απαράδεκτο, τον λόγο της από 15.2.2019 εφέσεως, αφού στον λόγο αυτόν δεν εξειδικεύουν τα περιστατικά, που στοιχειοθετούν τη νομική πλημμέλεια για την απόρριψη, ως μη νόμιμης, πρωτοδίκως, της ενστάσεώς τους από το άρθρο 281 ΑΚ ακόμη, επικαλείται ότι δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, κατά το άρθρο 281 ΑΚ για τη θεμελίωση του αιτήματος της οικείας ενστάσεως.

(Ε).- Με λόγο της από 15.2.2019 εφέσεως, οι εναγόμενοι (εκκαλούντες - ήδη αναιρεσίβληιοι) επαναφέρουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, όπως την είχαν αναπτύξει, με τις ως άνω από 6.2.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακόμη, στον ίδιο λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην 4323/2020 απόφαση η (νομική) πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, αναφέρονται αφ' ενός το άρθρο 281 ΑΚ, αφ' ετέρου τα πραγματικά περιστατικά, που (κατά τους εκκαλούντες) στοιχειοθετούν τη νομική πλημμέλεια για την απόρριψη, πρωτοδίκως, ως μη νόμιμης της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ.

(ΣΤ).- Στις από 9.2.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε ότι δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά το άρθρο 281 ΑΚ για τη θεμελίωση του αιτήματος της οικείας ενστάσεως.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις επί των λόγων αναιρέσεως (για το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών) λεκτέα τα εξής:

Το εφετείο ορθώς έκρινε παραδεκτό (ορισμένο) τον λόγο της από 15.2.2019 εφέσεως, αφού αναφέρονται σε αυτόν (λόγο) το άρθρο 281 ΑΚ καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, που κατά τους εκκαλούντες (αναιρεσίβλητους) στοιχειοθετούν τη νομική πλημμέλεια για την απόρριψη, πρωτοδίκως, ως μη νόμιμης της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Επίσης, αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά το άρθρο 281 ΑΚ για τη θεμελίωση του αιτήματος της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ. Εξ άλλου, εφ' όσον οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) καταφάσκουν το επίδικο δικαίωμα της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), είχε εφαρμογή στην ένδικη διαφορά το άρθρο 281 ΑΚ, Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ως προς αμφότερες τις υπό στοιχεία (i) και (ii) μερικότερες αιτιάσεις του, είναι παραδεκτός (ορισμένος), όμως, είναι αβάσιμος.

Οι εναγόμενοι στις από 6.2.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναπτύσσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι περιγράφουν (και) τις ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, που συνεπάγεται για τους ίδιους η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, σε συνάρτηση με τις συνέπειες, που θα επέλθουν σε βάρος της ενάγουσας.

Επίσης, με λόγο της από 15.2.2019 εφέσεως, οι εναγόμενοι (εκκαλούντες) επαναφέρουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, όπως την είχαν αναπτύξει, με τις ως άνω από 6.2.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι παραδεκτός (ορισμένος), όμως, είναι αβάσιμος.

Μετά την εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ κατά την ως άνω αιτίασή του καθώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, κατά την ως άνω υπό στοιχείο (iv) αιτίαση ότι υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ για έλλειψη αιτιολογίας ως τις επιπρόσθετες ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τους αναιρεσίβλητους, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες σε βάρος της αναιρεσείουσας, είναι προεχόντως απαράδεκτοι διότι είναι αντιφατικοί με τον δεύτερο λόγο.

Τούτο διότι κατά τα παραπάνω, με τον τρίτο λόγο και με τον τέταρτο λόγο, κατά την υπό στοιχείο (iv) αιτίαση, προβάλλεται όχι στις πραγματικές παραδοχές της 4323/2020 αποφάσεως του εφετείου "ελλείπει κάθε αναφορά" και "δεν υπάρχουν καθόλου αιτιολογίες" σε επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και επαχθείς συνέπειες καθώς και συναξιολόγηση των συμφερόντων δικαιούχου και υποχρέου" και στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, ήτοι των ίδιων αυτοτελών ισχυρισμών, που με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (α) ΚΠολΔ περί λήψεως υπ' όψη αυτών των ισχυρισμών από το εφετείο, έστω και αν δεν προτάθηκαν.

Κατά τα λοιπά, το εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ως προς τις υπό στοιχεία (i), (ii) και (iii) αιτιάσεις του τετάρτου λόγου, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται, αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Εκτίθενται δηλ., πλήρως και σαφώς, (i).- τα πραγματικά περιστατικά για τη συμπεριφορά της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) πριν από την άσκηση της από 17.12.2017 ένδικης αγωγής της, (ii).- η αδράνεια της ενάγουσας επί αρκετό χρονικό διάστημα, αφ' ότου υπήρξε και κατέστη εναγώγιμη η ένδικη αξίωσή της, (iii).- η εύλογη πεποίθηση, που διαμορφώθηκε στους εναγόμενους (αναιρεσίβλητους) από τη συμπεριφορά της ενάγουσας, σε συνάρτηση και με εκείνη των ιδίων (εναγομένων) ότι η ενάγουσα δεν πρόκειται να ασκήσει το υφιστάμενο δικαίωμά της.

Συγκεκριμένα, το εφετείο δέχθηκε ότι: Με την από 8.1.2013 αγωγή, προηγούμενη της από 17.12.2017 ένδικης αγωγής, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν το ποσό των 44.479,18 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. 23%, ως δικηγορική αμοιβή, για τις ενέργειές της σε σχέση με την από 2.5 1964 αγωγή περί κλήρου.

Η μεταξύ των διαδίκων οικονομική εκκρεμότητα σχετικά με τη δικηγορική αμοιβή της αναιρεσείουσας, χρονολογείται από το έτος 1997, όταν της ανατέθηκε η αφορώσα στην από 2.5.1964 αγωγή κληρονομικού δικαίου υπόθεση και ήρθη, αμετάκλητα, με την 727/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ήτοι μετά μία εικοσαετία περίπου. Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα έκπτωση του νομίσματος της δραχμής, ήδη είχε επέλθει (από τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της από 2.5.1964 αγωγής περί κλήρου, την 16.2.1970) μέχρι το έτος 2013, οπότε ασκήθηκε η από 8.1.2013 αγωγή της.

Το γεγονός της πλήρους εκπτώσεως της δραχμής, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται ώστε να εφαρμοσθεί το άρθρο 288 ΑΚ, ήταν δυνατόν να προταθεί με την από 8.1.2013 αμετακλήτως κριθείσα αγωγή της. Επειδή, η επικαλούμενη νομισματική υποτίμηση συνέτρεχε ήδη τον χρόνο ασκήσεως της από 8.1.2013 αγωγής και μπορούσε να είχε ζητηθεί από τότε η αναπροσαρμογή της δικηγορικής αμοιβής της, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, ευλόγως δημιουργήθηκε στους αναιρεσίβλητους η πεποίθηση πως δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα.

Η πεποίθηση αυτή οφείλεται, όχι μόνο στην μακροχρόνια αδράνεια της αναίρεσε ίο υ σας, αλλά κυρίως στην ως άνω προηγηθείσα συμπεριφορά της, στην επιλογή της να μην συμπεριλάβει στην από 8.1.2013 αγωγή της την επίδικη (με την από 17.12.2017 ένδικη αγωγή) αξίωση. Το δικαίωμα της αναιρεσείουσας υπό τα προηγούμενα πραγματικά περιστατικά ασκείται καταχρηστικώς.

Το αποδεικτικό πόρισμα, εν όψει αυτών των παραδοχών, εκτίθεται πλήρως και σαφώς, με αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν πλήρως τα αναγκαία στοιχεία (όπως αφορούν οι υπό στοιχεία (i), (ii), (iii) αιτιάσεις), βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, κατά τις υπό στοιχεία (i), (ii) και (iii) αιτιάσεις, είναι παραδεκτός (ορισμένος), όμως είναι αβάσιμος.

Όσα, στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα επικαλείται στον ίδιο λόγο ότι "ουδέποτε παραιτήθηκε, ρητώς ή σιωπηρώς, του δικαιώματος της για διεκδίκηση αναπροσαρμοσμένης δικηγορικής αμοιβής κατά το άρθρο 288 ΑΚ", "τουναντίον το δήλωσε ρητώς στο δικόγραφο της από 23.3.3017 αιτήσεώς της για αναίρεση της 1869/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, οπότε εκδόθηκε η 727/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου" και "δεν συμπεριφέρθηκε καταχρηστικά" πλήττουν την εκτίμηση από το εφετείο πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 26.10.2020 αίτηση για αναίρεση της 4323/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολο της.

Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ], Η δικαστική δαπάνη ορίζεται στο συνολικό ποσό των (1800) ευρώ, που οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται κατ' ίσο μέρος [άρθρο 480 ΑΚ], δηλ. κάθε αναιρεσίβλητος δικαιούται (1800: 2 = ) 900 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.10.2020 αίτηση για αναίρεση της 4321/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολο της.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, η οποία ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ