Legislator Case Law & Legislation
105/2020 AI generated

105/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 105/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

105/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο οικείο δικόγραφο, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 105 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 105/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ι. του Γ., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Οικονομοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/10/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 30.10.2018 [Β.A.M. 15/30.10.2018 - Εφετείο Λαμίας] αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 63/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η από 24.11.2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και επικυρώθηκε η εκκαλούμενη 172/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Με την πρωτόδικη απόφαση, είχε απορριφθεί, αντιμωλία των διαδίκων, η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

(I).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο οικείο δικόγραφο, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του' ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ., όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ., όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών [ενστάσεων] των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, όταν, δηλ.

το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ ολ. 1/2016, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 4/2005, ΑΠ 171/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(II).- Περαιτέρω, από τα άρθρα 1 και 3 ν. 2112/1920 [ΦΕΚ Α. 67], 1, 2 και 5 ν. 3198/1955 [ΦΕΚ Α. 98], 1, 3 και 5 β.δ. της 16.7.1920 / 18.7.1920], 2 παρ.4, 32 ν. 2556/1997 [ΦΕΚ Α. 270 / 24.12.1997], 74, 76 ν. 3863/2010 [ΦΕΚ Α. 115 / 15.7.2010], 17 παρ.5 .α, 19 ν. 3899/2010 [ΦΕΚ Α. 212 / 17.12.2010], "πρώτο" υποπαράγραφος (ΙΑ . 12) της παραγράφου (ΙΑ) του ν. 4093/2012 [ΦΕΚ Α. 222 / 12.11.2012] και 34 ν. 4111/2013 [ΦΕΚ Α. 18 / 25.1.2013 - διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α. 33 / 7.2.2013] προκύπτει ότι η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ), είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλ.

δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας" επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου), λύεται, για το μέλλον, η έννομη σχέση είτε αμέσως [απρόθεσμη καταγγελία] είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας.

Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ, 180, 174 ΑΚ), απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματος της. Η μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως από τον εργοδότη, που κατήγγειλε τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και η μη τήρηση του έγγραφου τύπου (και) με ιδιωτικό έγγραφο και εγχείρησή του στον εργαζόμενο, προς τον οποίο απευθύνεται ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου του (άρθρα 168, 169, 167 ΑΚ), συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας.

Η νόμιμη αποζημίωση πρέπει να καταβάλλεται, άσχετα από το λόγο, που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιπτώσεις, που αναγράφονται, περιοριστικά, στο νόμο, όπως υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη [άρθρα 5 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2112/1920, 6 παρ.1 εδ. (β) του β.δ. της 16.7.1920 / 18.7.1920, 7 ν. 3198/1955] ή ανώτερη βία [άρθρα 6 παρ.1 εδ. (α) του β.δ.

της 16.7.1920 / 18.7.1920, 6 παρ.2 εδ. (γ) ν. 2112/1920). Επίσης, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από τον εργοδότη επιφέρει ακυρότητα (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος). Τους συγκεκριμένους λόγους [ή το λόγο], εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική, ο εργαζόμενος οφείλει να επικαλεσθεί, σαφώς και ορισμένως, στο δικόγραφο της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και να αποδείξει (άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2, 106 ΚΠολΔ).

Καταχρηστική είναι η καταγγελία [και] όταν έγινε, αποκλειστικώς και μόνο, από εκδίκηση στο πρόσωπο του εργαζομένου, συνεπεία προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς του τελευταίου [εργαζομένου], μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 1512/2018, ΑΠ 671/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 1387/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του [εργοδότη] καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου.

Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του - μισθούς υπερημερίας (άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 ΑΚ)0 δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου [άρθρο 69 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ] μέχρι την άρση της υπερημερίας.

Ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και, ειδικότερα: (1).- Αν ο εργαζόμενος εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Δημιουργείται, ακόμη, υποχρέωση του εργοδότη, με αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, με δικαστική, έστω και οριστική, απόφαση, να απασχολεί, πραγματικά, τον εργαζόμενο [άρθρο 23 παρ.2 ν. 1246/1982 (ΦΕΚ Α. 79)]. Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν ανακύπτει, ως αυτόματη συνέπεια της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας.

Προς τούτο, πρέπει η απόκρουση της εργασίας του εργαζομένου να είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις, που υπερβαίνουν προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ ή όταν ο εργαζόμενος, συνεπεία της μη πραγματικής απασχολήσεώς του, υφίσταται προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω μειώσεώς του στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον (άρθρα 57 ΑΚ, 5 παρ.1, 22 Συντάγματος) ή όταν ο εργαζόμενος με πρόθεση ζημιώνεται, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ).

Τα προηγούμενα είναι συνυφασμένα με το είδος της απασχολήσεως και το ιδιαίτερα έντονο συμφέρον του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση (ΑΠ 1515/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), περιστατικά, που κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. (2).- Αν ο εργαζόμενος θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία, δικαιούται να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Κατά ταύτα, η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζόμενου, είναι, συνεπώς, σχετική. Ο εργαζόμενος μπορεί να παραιτηθεί, ρητώς ή σιωπηρώς (άρθρο 156 ΑΚ), από το δικαίωμά του προσβολής της καταγγελίας, ως άκυρης και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση. Η σιωπηρή παραίτηση μπορεί να συναχθεί (και) από εκδηλώσεις ή πράξεις του δικαιούχου, οι οποίες έγιναν, κυρίως, για άλλο σκοπό και, συμπερασματικώς, ενέχουν και άλλη δικαιοπρακτική του βούληση, δηλ.

της παραιτήσεώς του από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας, ως άκυρης. Η σιωπηρή παραίτηση πρέπει να προκύπτει, σαφώς και ανενδοιάστως, από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1462/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, κάθε αξίωση του εργαζομένου, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν ασκηθεί εντός ανατρεπτικής (αποσβεστικής) προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη λύση της σχέσεως εργασίας.

Η προθεσμία αυτή λαμβάνεται υπ' όψη (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και αφετηρία της αποτελεί ο πιο πάνω χρόνος λύσεως της σχέσεως εργασίας (άρθρα 6 παρ.1 ν. 3198/1955, 279, 280, 240, 241, 242, 243, 251 ΑΚ). Η μη επίδοση της αγωγής στον εργοδότη, εμπρόθεσμα (άρθρα 215, 221 ΚΠολΔ), καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, που πλήττει, κυρίως, το δικαίωμα της επικλήσεως και της προσβολής της καταγγελίας, ως άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο και κατ' ανάγκη τις ουσιαστικές αξιώσεις, οι οποίες συνέχονται, με αυτό το απαράδεκτο.

Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη και ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει, μόνο, την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως ενώ οι σχετικές αξιώσεις, οι οποίες προϋποθέτουν την ακυρότητα, αποσβέννυνται και η αγωγή απορρίπτεται, ως ουσιαστικά απαράδεκτη. Ομοίως, η αξίωση για την πληρωμή (καταβολή) ή συμπλήρωση της νόμιμης αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εάν η αγωγή δεν ασκηθεί εντός προθεσμίας έξι [6] μηνών, η προθεσμία είναι ανατρεπτική [αποσβεστική], έχει, ως αφετηρία, ως άνω, τον χρόνο λύσεως της σχέσεως εργασίας και λαμβάνεται υπ' όψη (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 6 παρ.2 εδ. (α) ν. 3198/1955, 279, 280, 241, 240, 242, 243, 251 ΑΚ].

Η μη επίδοση της αγωγής στον εργοδότη, εμπρόθεσμα (άρθρα 215, 221 ΚΠολΔ), καθιερώνει, επίσης, ουσιαστικό απαράδεκτο και η αγωγή απορρίπτεται, ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 1387/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(III).- Τέλος, για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά [θετική πράξη ή παράλειψη], προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντος του, προστατευομένου από τη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάζεται (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 5/2001, ΑΠ 87/2000 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση ατόμου και είναι με αυτό [άτομο] αναπόσπαστα συνδεδεμένα (άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλ., όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος).

Αγαθά, που προστατεύονται από την προσωπικότητα είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου, ειδικότερα, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου.

Για την αξίωση αποζημιώσεως προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ.2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ). Οι όροι δηλ. αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημιώσεως [προσβολή, παράνομη συμπεριφορά, που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου, που προσβάλλει].

Προκειμένου δε, να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό, λαμβάνονται υπ' όψη και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, όπως και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, η κοινωνική θέση του διαδίκου, που προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, το είδος και η έκταση της βλάβης (ΑΠ ολ. 13/1999 ΕλλΔ 40. 753, ΑΠ 849/2015, ΑΠ 1114/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, μειωτική προς την προσωπικότητα του εργαζομένου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη, κατά τρόπο που εκθέτει [μειώνει] τον απολυθέντα στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, εν όψει και του είδους της απασχολήσεως και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου (εργαζομένου) για αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής του βλάβης.

Η αξίωση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 914, 57 παρ.2, 59, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 669, 672, 361 ΑΚ και δεν έχει σχέση με τις αξιώσεις από το ως άνω άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 εδ. (α) ν. 3198/1955 συνεπώς, δεν υπόκειται στις αποσβεστικές προθεσμίες του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 2 εδ. (α) ν. 3198/1955. Στο δικόγραφο της αγωγής, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, πρέπει να εκτίθενται ότι ο εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη για συγκεκριμένους λόγους [ή λόγο], από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, που πρέπει ο εργαζόμενος και να αποδεικνύει (ΑΠ 1186/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Με τους λόγους αναιρέσεως [δύο, συνολικά], από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, ο Α.Ι (ενάγων, εκκαλών και ήδη αναιρεσείων) προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: [i].- Κακώς εφήρμοσε τα άρθρα 2 ν. 3198/1955, 1 και 3 ν. 2112/1920 και απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή, κατά το αίτημα της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, επικαλούμενος σιωπηρή παραίτησή του, με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής του. [ϊΐ] Κακώς εφήρμοσε το άρθρο 6 παρ.1 ν. 3198/1955 και απέρριψε την αγωγή, κατά το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ως ουσιαστικά απαράδεκτη, επικαλούμενος ότι η αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, όπως προκύπτει από την αγωγή του, δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως εργασίας ώστε να μην υπόκειται στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 ν. 3198/1955, αλλά στηρίζεται στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οργάνου - αντιπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας ΠΑΝΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε. (εναγομένης, εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείβλητης), μειωτική προς την προσωπικότητά του, κατά τις εκφάνσεις της τιμής του και της επαγγελματικής του αξίας και, από αυτή τη συμπεριφορά υπέστη σημαντική ηθική βλάβη.

Από την 63/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας και την από 12.11.2014 ένδικη αγωγή, τις οποίες παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας αμφοτέρων των παραδεκτών λόγων αναιρέσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

-Στην από 12.11.2014 [Ε.Κ.Δ. 1666 / ΕΓ / 346 / 12.11.2014] ένδικη αγωγή, ο αναιρεσείων [ενάγων, εκκαλών] ισχυρίσθηκε ότι εργάσθηκε, ως υπάλληλος, συνεχώς, από την 1.11.2003 " ότι την 30.6.2014, η αναιρεσίβλητη [εναγομένη, εφεσίβλητη], εργοδότρια, δια του νομίμου εκπροσώπου της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας • και ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική, επί πλέον, έγινε προφορικώς και χωρίς την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως. Ζήτησε, ακολούθως, την επιδίκαση του συνολικού ποσού των (28.000) ευρώ -και δη, καταψηφιστικώς, το ποσό των (20.000) ευρώ και αναγνωριστικώς, το ποσό των (8.000) ευρώ- για νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας. Επίσης, ο αναιρεσείων ζήτησε την επιδίκαση -αναγνωριστικώς- του ποσού των (10.000) ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής του βλάβης, συνεπεία της απολύσεώς του, η οποία έγινε από εκδίκηση, κατά τρόπο, που τον μείωσε στους συναδέλφους του και το κοινωνικό του περιβάλλον, εν όψει του είδους της απασχολήσεώς του, των προσόντων του, τυπικών και ουσιαστικών και του έντονου ενδιαφέροντος του για πραγματική απασχόληση.

-Το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, το οποίο δίκασε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο παρ.4 ν. 4335/2015], στην 63/2018 απόφασή του, διέλαβε τα παρακάτω: "Ο ενάγων [ήδη εκκαλών], με την ...

αγωγή του, ... ισχυρίσθηκε ότι ... εργάσθηκε στην εναγομένη [ήδη εφεσίβλητη], από το έτος 2003, ... με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, στη συνέχεια, κατονομάζονταν, ως συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, έναντι μηνιαίου μισθού. Ότι εργαζόταν υπό τις οδηγίες της εναγομένης και τηρώντας το ωράριο, που και οι λοιποί εργαζόμενοι αυτής οφείλουν να ακολουθούν, καλύπτοντες πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.

Ότι την 13.6.2014, η εναγομένη έπαυσε να δέχεται τις προσφερόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες. Ότι ... η εναγομένη κατήγγειλε, την 30.6.2014, τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, ενώ ο ίδιος της κοινοποίησε εξώδικη δήλωση ότι δεν την αποδέχεται και θεωρεί αυτήν παράνομη, άκυρη και καταχρηστική. Ότι επιπλέον η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, ως καταχρηστική διότι δεν τηρήθηκαν οι τυπικές της προϋποθέσεις και ότι παράλληλα, συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του διότι υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό εν μέρει περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ... ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, ένεκα της καταγγελίας, το ποσό των (8.000) ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει για την ίδια αιτία, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των (20.000) ευρώ από το συνολικά αιτούμενο των (28.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επόμενη ημέρα της καταγγελίας, ήτοι από την 1.7.2014, άλλως, από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των (10.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αγωγή αυτή, όμως, απαραδέκτως εισάγεται να συζητηθεί, ως προς το αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (10.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την άκυρη, ως καταχρηστική, απόλυσή του, υπαγορευόμενη από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο του διότι δεν ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ.1 ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας ...

Όσον αφορά την αξίωση, που αναφέρεται στο κονδύλιο της αποζημίωσης απόλυσης, έχει ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ.2 ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας ... πλην όμως, τυγχάνει απορριπτέα, ως μη νόμιμη διότι ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ρητή ή σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας, θεωρώντας ότι έληξε η σύμβαση εργασίας του, με έγκυρη καταγγελία ώστε να αξιώσει κατόπιν αυτού την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του.

Αντιθέτως, μάλιστα, ο ενάγων επικαλείται ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας, υπερημερία της εναγομένης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του και ρητή άρνηση του ιδίου να αποδεχθεί την εγκυρότητα της καταγγελίας, αποκρούοντας, συγχρόνως, αυτήν, ως παράνομη, άκυρη και καταχρηστική, επικαλείται δηλ. ο ενάγων περιστατικά, με βάση τα οποία δικαιούται να ζητήσει μισθούς υπερημερίας και να αξιώσει την πραγματική του απασχόληση και όχι την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, όπως αιτείται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα στο σύνολο της".

Το Εφετείο, κατά το μέρος, που ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητά, με την αγωγή του, αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την εργοδότριά του [εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη], εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 2 ν. 3198/1955, 1 και 3 ν. 2112/1920, απορρίπτοντας αυτή, ως μη νόμιμη, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

Ειδικότερα, με την άσκηση από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα της υπό κρίση αγωγής, με αίτημα την αποζημίωσή του, λόγω απολύσεως και με την μη προσβολή από αυτόν, με άσκηση σχετικής αγωγής, ως άκυρης, της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του εντός τριμήνου από την καταγγελία, όπως είχε δικαίωμα, δεδομένου ότι πρόκειται για σχετική ακυρότητα υπέρ του εργαζομένου, σιωπηρά παραιτήθηκε από το δικαίωμά του αυτό, επιλέγοντας την είσπραξη αποζημιώσεως από τη διεκδίκηση μισθών υπερημερίας.

Το αναφερόμενο δε, στην αγωγή ότι καταγγελία ήταν άκυρη, ως καταχρηστική και ότι προσέβαλε την προσωπικότητά του, αναφέρεται, διηγηματικά και προς υποστήριξη της βάσεως και του αιτήματος της αγωγής του περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, το Εφετείο, κατά το μέρος που ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητά, με την αγωγή, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης, απορρίπτοντας αυτήν, ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη, εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 ν. 3198/1955, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση στηρίζεται στα άρθρα 914, 57 παρ.2, 59, 299, 71 ΑΚ και δεν υπόκειται στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 ν. 3198/1955, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η 63/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναίρεσείοντος, η οποία ορίζεται στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 63/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, στο σύνολό της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, την 10 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 4 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ