105/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤης ενάγουσας-εκκαλούσας-καλούσας: Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πικραμένο και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated105/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προκλήθηκε πυρκαγιά στο διαμέρισμα με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο εξοπλισμός του οδοντιατρείου της και η οικοσκευή της .Β) Η με αρ κατάθ.70/8-6-2000 αγωγή, με την οποία-οι ενάγοντες Α. χήρα Π. Μ., Κ. Μ. και Γ. Μ. ισχυρίσθηκαν ότι από υπαιτιότητα της εναγόμενης Β. Κ. προκλήθηκε στις 26-1-1998 πυρκαγιά σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας τους, το οποίο εκμισθώνουν στην τελευταία με αποτέλεσμα αυτό να.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 105 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 105/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της ενάγουσας-εκκαλούσας-καλούσας: Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πικραμένο και κατέθεσε προτάσεις.
Των εναγόντων-εφεσιβλήτων-καθ’ ών η κλήση: 1) Α. χήρας Π. Μ., 2) Κ. Μ. του Π., 3) Γ. Μ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτιο Γρύλλη και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ι. Ν. Ζ. και 2. Ε. συζ. Ι. Ζ., κατοίκων ... και προσωρινά ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ποντίκα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/ 2001 αγωγή της ήδη ενάγουσας-καλούσας ως και τις από 7/6/2000 και 29/6/1999 των ήδη εναγόντων - καθ’ ων η κλήση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 238/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε η από 14/5/2005 αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 1966/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 238/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο εξέδωσε την 232/2009 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ενάγουσα-καλούσα με την από 11/3/2011 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1346/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 232/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς νέα συζήτηση με την από 24/7/2014 κλήση της ως άνω ενάγουσας-εκκαλούσας- καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, εισηγητής δε ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21-5-2007 (αριθμ.κατάθ.31/2007) κλήση των τέταρτης και πέμπτης εφεσιβλήτων κατά των πρώτης, δεύτερης και τρίτου εφεσιβλήτων και της εκκαλούσας, εισάγεται νόμιμα κατά τα άρθρα 580 παρ. 3 και 581 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, η από 8-4-2003 (αρ.κατάθ.2/2003) έφεση που άσκησε η εκκαλούσα καθ’ όλων των λοιπών και της υπ’ αριθμ. 1/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, μετά την έκδοση της με αριθμ. 1966/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει τη με αριθμ. 238/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση και μόνον στην έκταση που εξαφανίσθηκε αυτή, καθ’ όσον η συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο της παραπομπής περιορίζεται στα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης που έγινε δεκτή και δεν εκτείνεται στα κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε (άρθρ. 581 παρ.2 και για τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης (ΑΠ 153/1997, ΑΠ 1279/1983).
Περαιτέρω, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών ασκήθηκαν τρεις αγωγές: Α)Η με αριθμό καταθ. 33/11-6-200I αγωγή της Β. Κ. (εκκαλούσης),με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι Α. χήρα Π. Μ., Κ. Μ. και Γ. Μ. (εφεσίβλητοι) της οφείλουν εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 44.801.700 δραχμών (ήδη 131.479,68 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής λόγω της υπερημερίας τους, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη (διαφυγόντα κέρδη και περαιτέρω ζημίες), όπως αυτή αναλυτικά εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής της, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, για το λόγο ότι από πραγματικό ελάττωμα του μίσθιου διαμερίσματος ιδιοκτησίας των εναγόμενων που μίσθωνε η ενάγουσα ως επαγγελματική της στέγη και χρησιμοποιούσε ως κατοικία και ειδικότερα τη πλημμελή κατασκευή και συντήρηση της καπνοδόχου του μίσθιου ακινήτου, την οποία γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν οι εναγόμενοι, στις 26-1-1998 στη ...
προκλήθηκε πυρκαγιά στο διαμέρισμα με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο εξοπλισμός του οδοντιατρείου της και η οικοσκευή της .Β) Η με αρ κατάθ.70/8-6-2000 αγωγή, με την οποία-οι ενάγοντες Α. χήρα Π. Μ., Κ. Μ. και Γ. Μ. ισχυρίσθηκαν ότι από υπαιτιότητα της εναγόμενης Β. Κ. προκλήθηκε στις 26-1-1998 πυρκαγιά σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας τους, το οποίο εκμισθώνουν στην τελευταία με αποτέλεσμα αυτό να.
καταστραφεί και να υποστεί τις ζημίες που αναφέροντα, στην αγωγή. Για το λόγο αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει, ανάλογα με το ποσοστό της συγκυριότητας του καθενός στο ως άνω διαμέρισμα, ως αποκατάσταση των θετικών ζημιών καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπραξία, το ποσό των 7.703.750 δραχμών (ήδη 22,608,21 ευρώ) στην πρώτη από αυτούς και το ποσό των 2.211.125 δραχμών (ήδη 6.488,89 ευρώ) σε καθένα από τους λοιπούς, με το νόμιμο τόμο από την επίδοση της αγωγής και Γ) Η με αριθμ.
καταθ. 48/5-7-1999 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες Ι. Ζ. και Ε. Ζ. (εφεσίβλητοι) ισχυρίσθηκαν ότι από υπαιτιότητα των εναγόμενων Α. Μ. και Β. Κ., η οποία συνίσταται όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη στην παράδοση-στη δεύτερη εναγομένη μιας παλιάς και ελαττωματικής θερμάστρας και στην ανοχή της χρησιμοποίησης αυτής από την δεύτερη εναγομένη και όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη στην εν γνώσει της χρησιμοποίηση της ανωτέρω ελαττωματικής θερμάστρας και μάλιστα στην υψηλότερη θερμοκρασία, στη ...
στις 26-1-1998 από την κακή λειτουργία της παραπάνω θερμάστρας προκλήθηκε πυρκαγιά σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγόμενων το οποίο μίσθωνε η δεύτερη εξ αυτών, με αποτέλεσμα να επεκταθεί η φωτιά και στο παρακείμενο διαμέρισμα ιδιοκτησίας τους, προκαλώντας τις ζημιές που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή.
Για το λόγο αυτό ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες σε ολόκληρο η καθεμία, να τους καταβάλουν ως αποζημίωση (αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών) καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπραξία το ποσό των 6.552.636 δραχμών (ήδη 19.230 ευρώ) στον πρώτο από αυτούς και το ποσό των 6.457.486 δραχμών (ήδη 18.950,80 ευρώ) στη δεύτερη, όπως αναλυτικά το κάθε μερικότερο κονδύλιο αναφέρεται στην αγωγή, νομιμοτόκως.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η εκκαλουμένη, με την οποία απορρίφθηκαν η από 11-6-2001 αγωγή της Β. Κ. (εκκαλούσης) κατά της Α. Μ., Κ. Μ. και Γ. Μ. (εφεσιβλήτων) ως ουσία αβάσιμη και η από 5-7-1999 αγωγή των Ι. Ζ. και Ε. Ζ. (εφεσιβλήτων) ως προς την πρώτη εναγόμενη Α. Μ. (εφεσίβλητου) ως μη νόμιμη και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την δεύτερη εναγόμενη Β.
Κ. (εκκαλούσα),καθώς επίσης έγινε εν μέρει δεκτή και η από 8-6-2000 αγωγή των Α. Μ., Κ. Μ. και Γ. Μ. (εφεσιβλήτων) κατά της Β. Κ. (εκκαλούσας) ως ουσία βάσιμες. Κατά της εν λόγω αποφάσεως παραπονείται η εκκαλούσα με τους περιεχόμενους στην έφεσή της λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της προς το σκοπό να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή της και να απορριφθούν στο σύνολό τους οι εναντίον της αγωγές.
Να σημειωθεί ότι η πιο πάνω έφεση κρίθηκε από το Δικαστήριο αυτό, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 258/2005 απόφασή του την έκανε δεκτή κατ’ ουσίαν, καθ’ ο μέρος αφορούσε στις περί παραδοχής της με αριθμό κατάθ.70/8-6-2000 αγωγής των Α., Κ. και Γ. Μ. διατάξεις της εκκαλουμένης, η οποία εξαφανίσθηκε, ως προς αυτές και εν συνεχεία, η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη.
Καθ’ ο μέρος αφορούσε στις περί παραδοχής της με αριθμό κατάθ.33/11-6-2001 αγωγής της εκκαλούσας και με αριθ. καταθ. 48/5-7-1999 αγωγής των Ι. και Ε. Ζ. διατάξεις, η έφεση απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Κατά της πιο πάνω απόφασης η εκκαλούσα άσκησε .αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1966/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο επλήττετο η ως άνω υπ’ αριθμ. 258/2005 απόφαση για την απόρριψη ως αόριστης της με αρ.κατ.70/8-6-2000 αγωγής, ενώ έγινε δεκτός ο λόγος με τον οποίο αποδίδονταν η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη έγγραφα για την κρίση της επί των λοιπών αγωγών και μετά την εν μέρει αναίρεση αυτής, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας.
Επομένως, η διάταξη της υπ’ αριθμ.258/2005 απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η υπ’ αρ.70/2000 αγωγή, κατέστη τελεσίδικη και το Δικαστήριο αυτό δικάζον ως Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας, δεν έχει πλέον εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ευ λόγω αγωγή. Επίσης, κατά της εκκαλουμένης απόφασης και κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η με αρ.
καταθ. 48/1999 αγωγή, ως προς την Α. Μ., ως μη νόμιμη, δεν ασκήθηκε έφεση, (βλ. προσκομιζόμενο πιστοποιητικό του γραμματέως του Πρωτοδικείου Γρεβενών) και επομένως ,ως προς τη διάταξη αυτή η εκκαλουμένη κατέστη επίσης τελεσίδικη. Όμως η εφετειακή αυτή απόφαση, 232/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αναιρέθηκε στο σύνολό της με την υπ’ αριθ. 1346/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 2 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή, στη σύνθεση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την πιο πάνω 232/2009 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετείχε ως μέλος και ο Εφέτης του Εφετείου αυτού Νεκτάριος Βαζαίος, ο οποίος, όμως, ήταν μέλος και της σύνθεσης του ίδιου Εφετείου που εξέδωσε την προηγούμενη 238/2005 απόφαση, η οποία αναιρέθηκε με την 1966/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η δε υπόθεση κρατήθηκε να δικασθεί στην ουσία από τον Άρειο Πάγο, σε νέα προς το σκοπό αυτό συζήτηση, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 580§3 (γ) ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο μετά από πρώτη αναίρεση είχε παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός πλέον την ουσία της υπόθεσης ως δευτεροβάθμιο ή ανάλογα ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στη δεύτερη αυτή αναιρετική απόφαση δεν ορίζεται ρητά, ότι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, από την εκτίμηση όμως του όλου περιεχομένου της σαφώς προκύπτει ότι η εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της λόγω της παραδοχής του λόγου αυτού αναίρεσης (κακή σύνθεση του δικαστηρίου) και της εντεύθεν αναιρετικής εμβέλειας αυτού.
Συνεπώς ολόκληρη η έφεση αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από το αναιρετικό αυτό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο ακολούθως παραδεκτά εισήχθη με την από 24-07-2014 κλήση της ως άνω ενάγουσας-εκκαλούσας-καλούσας, Β. Κ. (άρθρ. 581§1&2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914, 926, 927 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου, που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 919 του Α.Κ, για τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε με - μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε, όμως, ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, ήταν καθ’ εαυτή ικανή και είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτων ή ασυνήθιστων περιστατικών, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1426/2013, 366/2012).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, που προσκομίζονται με επίκληση, τις με επίκληση προσκομιζόμενες και νομίμως ληφθείσες, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, υπ’ αριθμ. .../5-4-2005 και .../2-4-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των συμβολαιογράφων ...
Ελευθερίας Τραϊανού και Δανάης Ταρτούλα, αντίστοιχα και υπ’ αριθ. .../6-4-2005 ενώπιον του συμβολαιογράφου Κοζάνης Λάζαρου Σιούλα, τις με επίκληση προσκομιζόμενες γνωμοδοτήσεις των Ν. Κ. (από 2-12 2005), Σ. Α. (από 2-4-2005), Κ. Π. (από 28-5-2005) και όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αντίγραφα της συναφούς ποινικής δικογραφίας αποδείχθηκαν τα εξής:
Η Α. χήρα Π. Μ., η Κ. Μ. και ο Γ. Μ. στις 27-5-1997 εκμίσθωσαν στη Β. Κ., ένα διαμέρισμα, του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 10/16 η πρώτη και 3/16 καθένας των υπολοίπων, το οποίο βρίσκεται στη ... και έχει εμβαδόν 80 τμ. περίπου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αυτή ως οδοντιατρείο. Ένα δωμάτιο του εν λόγω διαμερίσματος, το χρησιμοποιούσε η ανωτέρω μισθώτρια ως κατοικία, και για τη θέρμανση αυτού εγκατέστησε μια παλιά θερμάστρα πετρελαίου, η οποία είχε παραμείνει αχρησιμοποίητη για πολλά χρόνια στο υπόγειο της οικοδομής.
Η Β. Κ. πριν τοποθετήσει την θερμάστρα στο διαμέρισμα και την θέσει σε λειτουργία, ανέθεσε σε ειδικό τεχνίτη να την ελέγξει, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι η θερμάστρα λειτουργούσε καλώς και δεν έχει κανένα πρόβλημα. Η θερμάστρα τοποθετήθηκε αρχικά στο χολ του διαμερίσματος και τέθηκε σε λειτουργία περί τα μέσα Οκτωβρίου 1997.
Στις 28-10-1997 η μισθώτρια μετέφερε την θερμάστρα στο υπνοδωμάτιό της, αφού πρώτα καθάρισε τους σωλήνες απαγωγής καπνού αυτής (μπουριά). Κατά τη λειτουργία της θερμάστρας η μισθώτρια παρατήρησε ότι ο χώρος του υπνοδωματίου της γέμιζε από καπνό και για το λόγο αυτό καθάρισε τους καπνοσωλήνες της θερμάστρας στα μέσα Δεκεμβρίου 1997 και στις 17-1-1998, επειδή όμως το πρόβλημα εξακολουθούσε, καθάρισε και πάλι τους καπνοσωλήνες καθώς και την καμινάδα στις 22-1-1998.
Στις 26-1-1998 στο εσωτερικό της στέγης του υπνοδωματίου του διαμερίσματος και ειδικότερα στο σημείο εξόδου της καμινάδας της θερμάστρας εκδηλώθηκε φωτιά, η οποία γρήγορα επεκτάθηκε και στους υπόλοιπους χώρους του διαμερίσματος, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς, ενώ προκλήθηκαν ζημίες και στο διπλανό διαμέρισμα ιδιοκτησίας Ι.
και Ε. Ζ. (βλ. την από 26-1-1998 έκθεση απλής αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας). Αιτία της πυρκαγιάς υπήρξε η ελαττωματικότητα της θερμάστρας, συνισταμένη στην ατελή καύση του πετρελαίου σ’ αυτήν, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που λειτουργούσε με τον θερμοστάτη ρυθμισμένο σε υψηλές ενδείξεις, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεγάλη ποσότητα αιθάλης, μαζί με ατμοποιημένη ποσότητα άκαυστων υδρογονανθράκων, η οποία συσσωρευόταν στους καπνοσωλήνες της θερμάστρας και στην καμινάδα και διαχεόταν στο χώρο του δωματίου.
Το μίγμα αυτό κατά την ανοδική του πορεία εντός των καπναγωγών και της καμινάδας υγροποιείται, επικάθεται στα τοιχώματα και όσο ψύχεται στερεοποιείται σε σκληρή κρούστα με χαρακτηριστικά εύφλεκτης επικάθισης, αποτελεί δε την πρωταρχική αιτία ανάφλεξης των καμινάδων. Το σημείο στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά στο εσωτερικό της ξύλινης στέγης και συγκεκριμένα, στο σημείο εξόδου της καμινάδας, δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα καυσαέρια, λόγω ελκυσμού, οδεύουν στα ανώτερα τμήματα των καμινάδων, όπου και λόγω χαμηλότερων θερμοκρασιών στερεοποιούνται ευκολότερα, εκεί δε διευκολύνεται ακόμη περισσότερο η ανάφλεξη τους, διότι στα τμήματα αυτά είναι ευκολότερη η είσοδος αέρα από τον εξωτερικό χώρο.
Ενδεικτικό της ελαττωματικότητας της θερμάστρας, πέραν της παλαιότητάς της και της επί μακρόν χρόνο αχρηστίας της είναι και το γεγονός των επανειλημμένων επισκευών της, στις οποίες προέβη η Β. Κ. κατά το μικρό χρονικό διάστημα που τη χρησιμοποίησε. Μάλιστα δε κατά τον τελευταίο καθαρισμό στις 22-1-1998 οι καπνοσωλήνες ήταν γεμάτοι αιθάλη, όπως καταθέτει και η μάρτυρας Β.
Κ., που ήταν παρούσα, αν και μόλις λίγες ημέρες πριν στις 17-1-1998 είχαν και πάλι καθαριστεί. Η ανάφλεξη των προαναφερόμενων εύφλεκτων επικαθίσεων στο σημείο εκείνο που προκλήθηκε από εκλυόμενα λόγω της ατελούς καύσης, θερμά καπναέρια και η υψηλή θερμοκρασία που αναπτύχθηκε εξ αιτίας αυτών υπερθέρμανε τα τοιχώματα της καμινάδας, η οποία είναι κτιστή από οπτόπλινθους (τούβλα) συνδεδεμένους μεταξύ τους με λάσπη και ασβέστη.
Έτσι, η ανάφλεξη της σκληρής επικάθισης στο εσωτερικό της καμινάδας, σε συνδυασμό με την έλλειψη θερμικής μόνωσης ώστε να προστατεύεται ο ξύλινος σκελετός της κεραμοσκεπής, μέσω της οποίας διέρχεται αυτή (καμινάδα), είχαν σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη υψηλής θερμοκρασίας στην περιοχή που εκδηλώθηκε η φωτιά και τη μετάδοσή της στην ξηρή ξυλεία του τμήματος της σκεπής που γειτνίαζε με την καμινάδα.
Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο άγεται, στην κρίση ότι η πρόκληση της πυρκαγιάς οφείλεται κατά κύριο λόγο σε υπαιτιότητα της μισθώτριας, η οποία ευθύνεται για το επελθόν αποτέλεσμα κατά ποσοστό, που ανέρχεται σε 70% καθόσον, επέδειξε βαριά αμέλεια, συνιστάμενη στο ότι μολονότι, λόγω των πολλαπλών προβλημάτων που εμφάνιζε και μάλιστα σε μικρό χρονικό διάστημα, γνώριζε την ελαττωματικότητά της συγκεκριμένης θερμάστρας κατά τη λειτουργία της και συγκεκριμένα παρά τη ατελή καύση που διαπίστωνε με συνέπεια τη δημιουργία υπερβολικής ποσότητας αιθάλης (καπνιάς), που διαχέονταν και μέσα στο υπνοδωμάτιο, συνέχιζε να χρησιμοποιεί αυτήν.
Στην πρόκληση όμως και μετάδοση της πυρκαγιάς συνετέλεσε κατά το υπόλοιπο ποσοστό 30% και η υπαίτια συμπεριφορά των εκμισθωτών, οι οποίοι, στα πλαίσια της συντήρησης της καμινάδας, από αμέλεια τους, δεν επιμελήθηκαν μέτρα για τη θερμική μόνωση αυτής και την παρεμπόδιση μετάδοσης της φωτιάς. Η παραπάνω αμελής συμπεριφορά τόσο της μισθώτριας όσο και των εκμισθωτών τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση και μετάδοση της πυρκαγιάς, κατά τα άνω και τις ζημιογόνες συνέπειες της, αφού εάν ενεργούσαν, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, θα αποφεύγονταν το επελθόν αποτέλεσμα.
Στην παραπάνω κρίση δεν ασκεί καμία επιρροή η έκδοση απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου (22/2004 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας), με την οποία κηρύχθηκε αθώα για τον εμπρησμό από αμέλεια η εκκαλούσα. Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας της εκκαλούσας, που προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους οι τρεις πρώτοι εφεσίβλητοι, ως εναγόμενοι στην αγωγή της εκκαλούσας, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε αποκλειστικά υπαίτια της προκληθείσας πυρκαγιάς την εκκαλούσα, έσφαλε και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, που αναφέρεται στη με αριθμό καταθ. 33/2001 αγωγή της εκκαλούσας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από την προκληθείσα πυρκαγιά, που επεκτάθηκε και στο παρακείμενο διαμέρισμα ιδιοκτησίας των Ι.
και Ε. Ζ., καταστράφηκαν η στέγη, οι ξύλινες οροφές, η ηλεκτρική εγκατάσταση, τα είδη υγιεινής, μία ξύλινη ντουλάπα, ένα στρώμα και προκλήθηκαν ζημιές στα εσωτερικά κουφώματα και το δάπεδο. Για την αποκατάσταση των εν λόγω ζημιών, οι παραπάνω ενάγοντες δαπάνησαν: α) για την αγορά οικοδομικών υλικών ξυλείας, ειδών υγιεινής και ενός στρώματος το ποσό των 4.393,65 ευρώ (1.497.132 δραχμές) (με αρ. .../4-2-1998, .../5-2-1998, ...11-2-1998 τιμολόγια και .../29-7-1998, ...13-2-1998, .../20-7-1998, από 4-2-1998, 12-2-1998, 13-2-1998, 14-2-1998 αποδείξεις λιανικής πώλησης), β) για την κατασκευή της ηλεκτρικής εγκατάστασης το ποσό των 76.700 δραχμών (225 ευρώ) (βλ.υπ’ αριθμ....8-7-1998 τιμολόγιο), γ)για την απομάκρυνση των απορριμμάτων που προξένησε η πυρκαγιά το ποσό των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ) (βλ.υπ’ αριθμ....29-1-1998 τιμολόγιο), δ)για την κατασκευή της επένδυσης οροφής και μίας ντουλάπας και την επισκευή των εσωτερικών κουφωμάτων και ντουλαπιών το ποσό των 3.056.200 δραχμών (8.969 ευρώ) (βλ.
υπ’ αριθ....20-6-1998 απόδειξη λιανικής πώλησης), ε) για την επισκευή `δραχμών (1.174 ευρώ) (βλ. υπ’ αριθμ. …25-6-1998 τιμολόγιο), στ’ ) για τον ελαιοχρωματισμό του διαμερίσματος το ποσό των 280.000 δραχμών (821,70 ευρώ), ζ) για την κατασκευή της στέγης το ποσό των 385.000 δραχμών (1.129,86 ευρώ), η) για διάφορες τεχνικές εργασίες το ποσό των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ).
Επιπλέον, ο Ι. και η Ε. Ζ., οι οποίοι ζουν και εργάζονται μόνιμα στη ..., μετέβησαν την επομένη της πυρκαγιάς από τη ... στη ... για να διαπιστώσουν τις ζημιές που υπέστη το διαμέρισμά τους και δαπάνησαν για τα αεροπορικά εισιτήρια, με επιστροφή και την μετακίνησή τους με ταξί από το αεροδρόμιο ... στη ... και αντίστροφα, το ποσό των 292.875 δραχμών (859.151 ευρώ).
Λόγω της μετάβασής τους στη ... αναγκάστηκαν να απουσιάσουν από την εργασία τους στη ..., ο μεν Ι. Ζ. για δέκα ημέρες από 2-2-1998 έως 15-2-1998, η δε Ε. Ζ. για δεκατέσσερις ημέρες, από 27-1-1998 έως 15-2-1998, με συνέπεια να απωλέσουν εισοδήματα που με βεβαιότητα θα αποκέρδαιναν από την εργασία τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και ειδικότερα ο Ι.
Ζ. απώλεσε εισοδήματα ύψους 130.220 δραχμών (382,15 ευρώ) (1.532 γερμανικά μάρκα καθαρό μηνιαίο εισόδημα : 20 ημερομίσθια - 76,6 γερμανικά μάρκα X 170 δραχμές (ισοτιμία γερμανικού μάρκου-δραχμής)=13.022 δραχμές καθαρό ημερομίσθιο X 10 ημερομίσθια) και η Ε. Ζ. εισοδήματα ύψους 109.718 δραχμών (322 ευρώ) (7.837 δραχμές ημερομίσθιο X 14 ημερομίσθια).
Επομένως, η ζημία των ανωτέρω εναγόντων ανέρχεται ενόψει του γεγονότος ότι το διαμέρισμα είχε ανακαινισθεί πλήρως από αυτούς μόλις λίγους μήνες πριν το ζημιογόνο γεγονός, στο ποσό των 9.608,70 ευρώ για τον Ι. Ζ. (17. 595 ευρώ (ζημίες διαμερίσματος): 429,75 ευρώ (859,50 : 2) (έξοδα μετάβασης από την ... στην Ελλάδα) 382,15 ευρώ (απολεσθέντα εισοδήματα) και στο ποσό των 9.548,55 για την Ε.
Ζ. (17.593,59 Ευρώ (ζημίες διαμερίσματος) : 429,75 ευρώ (859,50 : 2) (έξοδα μετάβασης από τη ... στην Ελλάδα) 322 ευρώ (απολεσθέντα εισοδήματα). Περαιτέρω οι ενάγοντες Ι. και Ε. Ζ. από την σε βάρος τους αδικοπραξία και την επέλευση της ανωτέρω ζημίας στην περιουσία τους υπέστησαν ηθική βλάβη και στεναχώρια για την απάμβλυνση των οποίων πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας, εν όψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία του βαθμού υπαιτιότητας της εναγόμενης (εκκαλούσας),της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να ορισθεί στο ποσόν των 1500 ευρώ για τον καθένα.
Η συνολική επομένως περιουσιακή και μη ζημία των εναγόντων Ι. και Ε. Ζ. από την ανωτέρω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 11.108,70 ευρώ για τον πρώτο και 11.048,55 ευρώ για τη δεύτερη. Τα ποσά αυτά πρέπει να καταβάλει σ’ αυτούς η εναγομένη Β. Κ. (εκκαλούσα) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση τη αγωγής, μετά την απόρριψη τελεσιδίκως της αγωγής κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της Α.
Μ. (δεν πλήττεται με λόγο έφεσης ως προς αυτήν η εκκαλουμένη) με την οποία η ευθύνη της είναι σε ολόκληρο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη επιδίκασε σε βάρος της εκκαλούσας τα αυτά ποσά ορθά εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και κατ’ ακολουθία η έφεση κατά το μέρος που αναφέρεται στην πιο πάνω (48/1999) αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Τα δικαστικά έξοδα των εν προκειμένω εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο μίσθιο διαμέρισμα των εναγόμενων, στην με αρ. καταθ. 33/11-6-2001 αγωγής, Α., Κ. και Γ. Μ., καταστράφηκαν ολοσχερώς τα κινητά πράγματα της ενάγουσας, που αποτελούσαν τον εξοπλισμό του οδοντιατρείου και του χώρου κατοικίας αυτής.
Συγκεκριμένα, καταστράφηκε ο εξοπλισμός του οδοντιατρείου σε μηχανήματα, εργαλεία και επίπλωση, τον οποίο είχε μεταβιβάσει, λόγω πωλήσεως στη μισθώτρια, ως σύνολο, ο προηγούμενος μισθωτής του διαμερίσματος οδοντίατρος Α. Γ., ο οποίος το χρησιμοποιούσε επίσης ως οδοντιατρείο, η αξία δε αυτού κατά το χρόνο της καταστροφής του, που αποτελεί και την αποζημίωση, ανερχόταν, λόγω της παλαιότητάς του σε 3.000.000 δραχμές.
Το ποσόν αυτό είχε καταβάλει ως τίμημα η ενάγουσα για την αγορά του εξοπλισμού μεταχειρισμένου από τον προηγούμενο κύριο. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι αγοράσθηκαν, ως ανωτέρω, προσδιορίζοντας το καταβληθέν τίμημα σε 3.000.000 - 3.500.000 δραχμές. Δεν αποδείχθηκε η καταβολή άλλου πέραν του ανωτέρω ποσού για την αγορά επί πλέον εξοπλισμού ή για αντικατάσταση μέρους αυτού.
Η προσκομιζόμενη έγγραφη προσφορά του τεχνικού οδοντιατρικών ειδών Α. Γ., γενομένη μετά την πυρκαγιά, αφορά καινούργια μηχανήματα για τη νέα εγκατάσταση της ενάγουσας και όχι στα επίδικα για τα οποία δικαιούται αποζημίωσης. Μόνη η ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω τεχνικού δεν κρίνεται πειστική χωρίς την προσκόμιση κάποιας, έγγραφης απόδειξης αγοράς νέου εξοπλισμού επί πλέον ή σε αντικατάσταση του αγορασθέντος κατά τα ως άνω, η αγορά του οποίου δεν θα δικαιολογείτο άλλωστε, εάν ήταν ακατάλληλος για τη λειτουργία του οδοντιατρείου.
Επίσης, στο χώρο του οδοντιατρείου υπήρχαν οδοντιατρικά βιβλία, καθώς και βιβλία της οδοντιατρικής σχολής που ανήκαν στην ενάγουσα και ιατρικός ρουχισμός της ιδίας, η αξία των οποίων κατά την κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αν ερχόταν στο ποσόν των 500.000 δραχμών.
Όσον αφορά στις αναφερόμενες στην αγωγή τρέχουσες οδοντιατρικές εργασίες, ως προς τις οποίες να σημειωθεί δεν γίνεται μνεία των πελατών για τους οποίους προοριζόταν, δεν αποδείχθηκε τόσον η πραγματοποίηση αυτών, όσο και η ύπαρξή τους στο χώρο του οδοντιατρείου κατά το χρόνο της πυρκαγιάς, καθόσον εξ ουδενός μέσου προκύπτει αυτό.
Εξ άλλου, στους χώρους του μίσθιου, που η ενάγουσα χρησιμοποιούσε ως κατοικία (κουζίνα-υπνοδωμάτιο), υπήρχε εξοπλισμός αποτελούμενος από πλυντήριο, φουρνάκι DAV0, τηλεόραση SONY 25’ ‘ , βίντεο, βιντεοκάμερα, φωτογραφική μηχανή CANON, τηλέφωνο, κρεβάτι ξύλινο, χύτρες, κουβέρτες κλπ., καθώς και είδη ενδύσεως. Τα ανωτέρω ήταν μεταχειρισμένα είδη τα οποία μετέφερε η ενάγουσα από την κατοικία της στη … κατά την εγκατάστασή της στο μίσθιο διαμέρισμα, η δε αξία αυτών, με βάση τα αυτά αποδεικτικά μέσα κρίνεται ότι ανέρχεται στο ποσόν των 2.000.000 δραχμών.
Όσον αφορά στα επικαλούμενα με την αγωγή κοσμήματα και ειδικότερα είδη ενδύσεως, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου αποδείχθηκε η ύπαρξη και καταστροφή τους. Η ενάγουσα, επίσης, λόγω της καταστροφής του μίσθιου και μέχρι την εγκατάστασή της σε νέο μίσθιο απείχε αναγκαστικά από την εργασία της επί ένα δίμηνο, με συνέπεια την απώλεια εισοδημάτων που θα αποκόμιζε μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε η πυρκαγιά.
Ειδικότερα, λόγω του μικρού διαστήματος που μεσολάβησε από την εγκατάστασή της στη ... και την έναρξη της επαγγελματικής της δραστηριότητος το εισόδημά της κρίνεται ότι δεν υπερέβαινε το ποσόν των 300.000 δραχμών μηνιαίως και συνεπώς για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών απώλεσε εισόδημα 600.000 δραχμών κατά το οποίο και ζημιώθηκε.
Με βάση τα παραπάνω, το σύνολο της περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας από την προκληθείσα πυρκαγιά ανέρχεται σε 6.100.000 (3.000.000 + 500.000 + 2.500.000 600.000) δραχμές, ήτοι 17.902 ευρώ. Η εν λόγω περιουσιακή ζημία όμως αυτής πρέπει να περιορισθεί κατά ποσοστό 70%, κατά το οποίο κρίθηκε η ίδια ότι συνετέλεσε με την αμελή συμπεριφορά της στην πρόκληση της πυρκαγιάς και την επέλευση των αποτελεσμάτων αυτής και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσόν των 5.370 ευρώ (17.902 - 70%), δοθέντος ότι η ζημιά αυτού του ύψους τελεί σε άμεσο αιτιώδη αντικειμενικό σύνδεσμο με το πταίσμα αυτών.
Τέλος, η ενάγουσα από την επέλευση της ανωτέρω ζημίας στην περιουσία της υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της θλίψης και ταλαιπωρίας που δοκίμασε, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να της επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 500 ευρώ, το οποίο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, των συνεπειών αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των εναγόμενων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων ,κρίνεται εύλογο.
Επομένως το ύψος της περιουσιακής και μη ζημίας της ενάγουσας που βαρύνει τους εναγόμενους ανέρχεται στο ποσόν των 5.870 ευρώ (5.370 + 500). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε την ως άνω αγωγή της ενάγουσας Β. Κ., δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής στην πρόκληση της πυρκαγιάς έσφαλε και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης να γίνει δεκτός.
Μετά την παραδοχή των λόγων που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και δη κατά το μέρος που παραπονείται η εκκαλούσα για την απόρριψη της με αριθ. καταθ. 33/2001 αγωγής της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την ως άνω αγωγή.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί κατά το άρθρο 535§1 ΚΠολΔ και εκδικασθεί εκ νέου από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση στην ουσία της κατά το ως άνω κεφάλαιό της, να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν στην ενάγουσα, σε ολόκληρο έκαστος, το ως άνω ποσόν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απορριπτομένου του περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος των εναγόμενων αιτήματος, ως μη νομίμου, λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα της απόφασης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγόμενων εφεσιβλήτων, κατανεμημένα όμως ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση, ως προς την με αριθμό κατάθ.48/1999 αγωγή των Ι. και Ε. Ζ..
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των ως άνω εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά το μέρος που αφορά τη με αριθμό καταθ. 33/2001 αγωγή της εκκαλούσας κατά των Α. Μ., Κ. Μ. και Γ. Μ.. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, ως προς τις περί απορρίψεως της άνω αγωγής διατάξεις αυτής.
Κρατεί την αγωγή και δικάζει κατ’ ουσίαν.
Δέχεται κατά ένα μέρος αυτήν.
Αναγνωρίζει ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των πέντε χιλιάδων οκτακόσιων εβδομήντα (5.870) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος των εφεσιβλήτων - εναγόμενων ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ