105/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΆρθρα 16 παρ. 1, 4 παρ. 4, 20 παρ. 1, 3 ν.1569/1985 και 700 του ΑΚ: Καταγγελία σύμβασης μισθώσεως έργου του ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων από ασφαλιστική εταιρία για σπουδαίο λόγο για συμπεριφορά του επιζήμια για τα συμφέροντα της εταιρίας (διάδοση αναληθών περιστατικών για τις εργασίες της εταιρίας, προσπάθεια προσεταιρισμού εργαζομένων για ομαδική αποχώρηση από την εταιρία, επειδή τον παραγκώνησε στις κρίσεις προαγωγών κ.λπ.). Επαρκής αιτιολογία Εφετείου. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από 559 αρ.19 Κ.ΠΟλ.Δ.
Legislator headnote
AI generated105/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.4 του ν. 2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων η μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 105 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Άρθρα 16 παρ. 1, 4 παρ. 4, 20 παρ. 1, 3 ν.1569/1985 και 700 του ΑΚ: Καταγγελία σύμβασης μισθώσεως έργου του ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων από ασφαλιστική εταιρία για σπουδαίο λόγο για συμπεριφορά του επιζήμια για τα συμφέροντα της εταιρίας (διάδοση αναληθών περιστατικών για τις εργασίες της εταιρίας, προσπάθεια προσεταιρισμού εργαζομένων για ομαδική αποχώρηση από την εταιρία, επειδή τον παραγκώνησε στις κρίσεις προαγωγών κ.λπ.). Επαρκής αιτιολογία Εφετείου. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από 559 αρ.19 Κ.ΠΟλ.Δ.
Αριθμός 105/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημητρίου Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" (πρώην με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής", καθολικής διαδόχου του υποκαταστήματος στην Ελλάδα της ολλανδικής εταιρείας με την επωνυμία "Nationale Nederlanden Levensverzekerigh Maatschappij N.V". προήλθε από μετατροπή του εν λόγω υποκαταστήματος σε ελληνική ανώνυμη εταιρεία με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη, 2. της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Γενικών Ασφαλειών" (πρώην με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" καθολικής διαδόχου της ολλανδικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Nationale Nederlanden Levensverzekerigh Maatschappij N.V", προήλθε από μετατροπή του εν λόγω υποκαταστήματος σε ελληνική ανώνυμη εταιρεία με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη και 3. της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών", με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενη. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Πολυξένη Μπαλτά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16 Μαρτίου 2007 δύο τον αριθμό αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4370/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6015/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.4 του ν. 2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων η μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και επί ασφαλιστικών συμβούλων (Α.Π. 12/2009, 860/2008), "Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση.
Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα". Περαιτέρω κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου "Συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχείρησης ζωής ή και μιας μόνο ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλίσεων κατά ζημιών, έναντι προμήθειας διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει.
Η σχέση που συνδέει το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως. Σε περίπτωση ύπαρξης επιπλέον σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του συντονιστή ως διευθυντή γραφείου πωλήσεων ασφαλίσεων, η σύμβαση έργου παραμένει ανεξάρτητη και δεν απορροφάται από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (παρ. 1).
Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η σύμβαση του συντονιστή με την ασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στο συντονιστή για χρονικό διάστημα τριών ετών από την καταγγελία την προμήθεια που του αναλογεί στην παραγωγή ασφαλιστικών συμβούλων που συντονίζει, στο μέτρο που η παραγωγή αυτή εξακολουθεί να παραμένει για το διάστημα αυτό στην επιχείρηση.
Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης, που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του συντονιστή, το οποίο συνεπάγεται αστική ή ποινική ευθύνη ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του συντονιστή (παρ.3)". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 700 του Α.Κ.
συνάγεται ότι η έννομη σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου και του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μισθώσεως έργου, παρέχεται δε δικαίωμα στην εργοδότρια ασφαλιστική εταιρία να καταγγείλει τη σύμβαση, καταβάλλοντας την οφειλόμενη για το εκτελεσθέν έργο αμοιβή και την επί πλέον ειδικώς προβλεπόμενη προμήθεια τριών ετών, στο μέτρο που η παραγωγή του ασφαλιστικού συμβούλου ή συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων παραμένει στην επιχείρηση για το διάστημα αυτό, εκτός αν η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρία οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αντισυμβαλλομένου της, συνεπαγόμενο αστική ή ποινική ευθύνη του, δηλαδή έγινε για σπουδαίο λόγο, συνεπεία αθετήσεως τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκείνου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για την εργοδότρια, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως.
Το δικαίωμα της καταγγελίας υπόκειται επίσης και στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Α.Κ. και μπορεί να αποκρουσθεί, αν η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού κατά μερική παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμο το αγωγικό αίτημά του για αναγνώριση της ακυρότητας της από τις αναιρεσίβλητες καταγγελίας της σύμβασης ανάθεσης σ' αυτόν έργου ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, ελλείψει σπουδαίου λόγου καταγγελίας, απορρίφθηκαν οι συναφείς δύο αγωγές του στο σύνολό τους (όπως και πρωτοδίκως) κατ'ουσίαν και κατά το μέρος που εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος δραστηριοποιείται στο χώρο των ασφαλιστικών συμβάσεων, διατηρούσε πολύχρονη επαγγελματική συνεργασία ήδη από το έτος 1983 με τον "Όμιλο εταιρειών ΙΝG", μεταξύ των οποίων οι τρεις (3) εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες. Μέτοχος μάλιστα της πρώτης ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας τυγχάνει η δεύτερη, ενώ μοναδικός μέτοχος της δεύτερης και τρίτης τυγχάνει η εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG CONTINENTAL EUROPE HOLDINGS B.V.".
Συνεπώς η πρώτη εταιρεία είναι θυγατρική της δεύτερης, ενώ και οι τρεις (3) ως άνω εταιρείες είναι μεταξύ τους συνδεδεμένες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42Ε παρ. 5 περ. α' υποπερίπτωση α.α. και περ. δ' σε συνδυασμό με το άρθρο 96 παρ. 1 περ. β του Ν. 2190/1920. Ο ενάγων στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την εναγομένη της πρώτης ως άνω αγωγής, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών" συνήψε στις 26/07/2005 α) σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβεί έναντι αμοιβής (προμήθειας) μεταξύ της εταιρείας και του κοινού, με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με τις οποίες η εταιρεία συνδεόταν με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης και β) μίσθωση έργου συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων δυνάμει του οποίου ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί έναντι αμοιβής (προμήθειας) πράξεις διαμεσολαβήσεως στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, που όφειλε ο ίδιος να τους επιλέγει, εκπαιδεύει, συντονίζει και εποπτεύει.
Κατά τον υπό στοιχείο Γ3 κοινό όρο των ανωτέρω συμβάσεων, η εναγομένη εταιρεία δικαιούται να καταγγείλει αυτές αμέσως χωρίς προηγουμένη ειδοποίηση εκτός των άλλων περιπτώσεων και για: 1) όλες τις περιπτώσεις υπαίτιας εκ μέρους του ενάγοντος παραβιάσεως της νομοθεσίας, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, της δημόσιας τάξεως και γενικώς του Κώδικα Δεοντολογίας που αυτός υποχρεούτο να τηρεί (περ.β'), 2) παραβίαση εκ μέρους του ενάγοντος κατά την παροχή των υπηρεσιών του των ακολουθούμενων από την εταιρεία μεθόδων και κανονισμών πωλήσεων, του Κώδικα Δεοντολογίας του ΙΝG και των επιχειρηματικών αρχών του ΙΝG (περ.
γ' και 3) κάθε είδους ενέργεια του ενάγοντος, που αποσκοπούσε σε όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, εκτός των συνδεόμενων με σύμβαση πρακτορεύσεως ασφαλίσεων με την ίδια και γενικώς κάθε υπαίτια ενέργεια του ιδίου, που μπορούσε να βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο την εταιρεία, τις συνδεδεμένες μ' αυτήν επιχειρήσεις του "Ομίλου ΙΝG" ή και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις τις συνδεόμενες με την εταιρεία με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα οποιασδήποτε από αυτές (περ.
στ). Ο ενάγων επίσης είχε συνάψει Α) με την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη συνεκδικαζόμενη αγωγή εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής": 1) την από 06/04/1983 σύμβαση ασφαλιστή ζωής που μπορούσε να λυθεί και σε περίπτωση που η συμπεριφορά του ασφαλιστή ενάγοντος ήταν ανάρμοστη και έβλαπτε τα συμφέροντα της εταιρείας και των συναδέλφων του 2) το από 01/05/1987 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως έργου και μάλιστα περί αναλήψεως καθηκόντων διευθυντή υποκ/τος (agency manager), στο άρθρο 8 του οποίου οριζόταν ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμβάσεως να μην επιδιώξει ή αναλάβει την εκτέλεση έργου με παρεμφερές αντικείμενο σε άλλη εταιρεία ή άλλο εργοδότη, 3) το από 11/09/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως αμοιβαίου κεφαλαίου, κατά το άρθρο 4.2 του οποίου ο συνεργάτης -ενάγων αναλάμβανε την υποχρέωση να συνεργάζεται αποκλειστικώς με την εταιρεία για την επίτευξη του σκοπού της συμβάσεως και να μη αναλάβει καθόλη τη διάρκεια ισχύος αυτής παρόμοιες δραστηριότητες με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες ή εταιρείες διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, γραφεία αντιπροσωπεύσεως, πράκτορες ή μεσίτες ασφαλίσεων, ενώ παραλλήλως κατά το άρθρο 7γ' η εταιρεία δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση, σε περίπτωση, που ο ενάγων παραβιάζει τα εμπορικά συναλλακτικά ήθη, επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά και 4) το από 14/04/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως τραπεζικών προϊόντων, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου 5-2δ ηδύναντο να λυθεί, εάν ο συνεργάτης-ενάγων παραβίαζε τα εμπορικά συναλλακτικά ήθη και την πρακτική των τραπεζικών και γενικώς των εμπορικών συναλλαγών, επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά και Β) με την δεύτερη εναγόμενη στην ίδια (δεύτερη) αγωγή εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" την από 01/01/1996 σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων, κατά τον όρο Α5, της οποίας ο παραγωγός - ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση καθόλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως να παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικώς και μόνο στην εταιρεία και να μην αναλαμβάνει ή επιδιώκει με οποιονδήποτε τρόπο την ανάληψη συνεργασίας με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, ούτε να διαμεσολαβεί αμέσως ή εμμέσως για την κατάρτιση οποιασδήποτε ασφαλίσεως για λογαριασμό ή προς όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, η δε εταιρεία μπορούσε, κατά τη διάταξη του άρθρου Γ3 περ.
στ', να καταγγείλει την σύμβαση και ένεκα σπουδαίου λόγου, ως τοιούτου λογιζομένου και κάθε υπαίτιας ενέργειας του ενάγοντος, που αποσκοπούσε σε όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως και γενικώς κάθε υπαίτια, ενέργειά του, που μπορούσε να βλάψει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εταιρεία ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της.
Από όλα τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο Δημήτριος Αντωνίου κατά τη διάρκεια όλου του χρονικού διαστήματος της συνεργασίας του με τις ανωτέρω εταιρείες του "Ομίλου ΙΝG" έως και το επίδικο υπήρξε απολύτως συνεπής στις υποχρεώσεις του, που ανέλαβε απέναντί τους και εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο και αποδοτικότητα για να επιτευχθούν οι στόχοι τους (εταιρειών) οικονομικοί και επιχειρηματικοί.
Έτσι, λόγω των αξιόλογων εργασιακών ικανοτήτων και της αυξημένης παραγωγικότητάς του στον κλάδο ζωής βρέθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 01 έως 14/3/2006 στην έβδομη σειρά κατατάξεως στον κατάλογο με τους "agency managers" (διευθυντών υποκαταστημάτων άλλως συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων), που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο αυτό και στην τρίτη σειρά κατατάξεως που αφορά τους κλάδους και δείκτες επιδόσεων οικονομικού, ζημιών κλπ.
των "agency managers" αναφορικώς με τις επιδόσεις τους για τη χρονική περίοδο από 01/01/2005 έως 31/12/2005, σύμφωνα δε με τον πίνακα των βραβευμένων στελεχών, που εκδόθηκε στις 27/02/2006 κατετάγη δεύτερος στην απονομή κυπέλλων για "agency managers" στον Κλάδο πυρός και τρίτος στον Κλάδο αυτοκινήτων στα πλαίσια ετήσιας επιβραβεύσεως στελεχών.
Πολλοί δε από τους συνεργάτες του, που απασχολούνταν στο επί της οδού Αλίμου υποκατάστημα, του οποίου προΐστατο ο ίδιος είχαν διακριθεί στις εκάστοτε κατατάξεις των ασφαλιστών, το οποίο φανερώνει μία συλλογική πράγματι προσπάθεια από το υποκατάστημα που ήταν επικεφαλής. Μεταξύ των διακριθέντων κατατάσσονταν και ο γιος του ενάγοντος Κ.
Α., ο οποίος δεχόταν προς επιβράβευση της αναπτυγμένης παραγωγικής του δραστηριότητας στον τομέα της καταρτίσεως ασφαλιστηρίων συμβολαίων συγχαρητήριες επιστολές από τη Γενική Διευθύντρια Πωλήσεων Σ. Ρ. και τον "Area Manager" Π. Π. με τον οποίο μάλιστα από το έτος 2006 βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την ανάπτυξη υποκαταστήματος στον Νομό Αχαΐας και την ανάθεση της διευθύνσεως του στον ίδιο (ενάγοντα).
Όπως ήταν επόμενο η προαναφερόμενη τόσο επιτυχημένη πορεία του καλλιεργούσε τη βούληση για πιο ανοδική εξέλιξη στους κόλπους των εναγομένων εταιρειών, γι' αυτό όταν το έτος 2004 θεσπίστηκε ο θεσμός των "area Manager" και όχι τον Φεβρουάριο του 2006, όπως καταθέτει ο μάρτυρας των εναγομένων Β. Π., ο οποίος ταυτιζόταν με την ανώτατη θέση στην ιεραρχία των ιθυνόντων στελεχών και συνεπαγόταν όχι μόνο επιπλέον οικονομικές απολαβές αλλά και εκτεταμένες διοικητικές, διευθυντικές και ελεγκτικές εξουσίες, πέραν και ανεξαρτήτως από οποιαδήποτε άλλη θέση, που κατείχε έως τότε ο επιλεχθείς, ο ενάγων προσδοκούσε την ανάδειξή του στη θέση αυτή.
Όμως, δεν συμπεριελήφθηκε τελικώς μεταξύ των τριών στελεχών που επιλέχθηκαν παρά το ότι απασχολούνταν από προγενέστερο χρονικό διάστημα στις εταιρείες σε σχέση με τους επιλεγέντες, όπως κατέθεσε και ο ανωτέρω μάρτυρας και το γεγονός αυτό, το οποίο εξέλαβε ως μη αναγνώριση της προσφοράς και των υπηρεσιών του και ως άδικη μεταχείριση, σε βάρος του και του προξένησε απογοήτευση ("ήταν θέμα γοήτρου γι' αυτόν", όπως κατέθεσε ο ως άνω ασφαλιστικός σύμβουλος των εναγομένων).
Για το λόγο αυτό άρχισε ήδη από το έτος 2005 να αναζητεί επαγγελματική διέξοδο σε άλλη εταιρεία εκτός του "Ομίλου ING" και προκειμένου να καταστεί έναντι των υποψηφίων προς συνεργασία εταιρειών διαπραγματευτικά πιο ισχυρός, ο ενάγων επεδίωξε συστηματικά να πείσει πολλούς συνεργάτες του να αποχωρήσουν από τον "Όμιλο ΙΝG" και να προσχωρήσουν στη συνέχεια μαζί του σε όποια άλλη ασφαλιστική εταιρεία επέλεγε ο ίδιος.
Με αυτόν τον τρόπο ο ενάγων θα μπορούσε να μεταφέρει σε καινούργια εταιρεία με ανάλογα βεβαίως οικονομικά οφέλη το 30% του δικού του χαρτοφυλακίου και των συνεργατών του σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, διευθυντή του Ομίλου από το 1981, εκτός του ότι θα προσεταιριζόταν κατά την αποχώρησή του μία ήδη εκπαιδευμένη, οργανωμένη και έμπειρη ομάδα συνεργατών με προσβάσεις σε γνωστό πελατολόγιο.
Σταδιακά αφενός μεν άρχισε να διαδίδει φήμες σε βάρος του Ομίλου και μάλιστα ότι: α) αυτός ανέμενε να διακόψει τις εργασίες του στην Ελλάδα έχοντας ήδη συμφωνήσει να μεταβιβάσει το χαρτοφυλάκιο των γενικών ασφαλειών στην εταιρεία "Victoria", διαπραγματευόμενος και την πώληση του χαρτοφυλακίου των ασφαλίσεων ζωής, β) ότι έχει ήδη πουλήσει το κτίριο των κεντρικών του γραφείων επί της Λ.
Συγγρού 198 και γ) ότι έχει δημιουργηθεί ανταγωνιστικό δίκτυο πωλήσεων από ιθύνοντα στελέχη, αφετέρου δε καθησύχαζε τους συνεργάτες του με τη διαβεβαίωση ότι έχει ήδη μεριμνήσει για την εξεύρεση εναλλακτικής επαγγελματικής λύσεως για τον ίδιο και τα παιδιά του με την ασφαλιστική εταιρεία "ΑLICO" στην οποία θα μπορούσε να τον ακολουθήσει και μάλιστα με εφάπαξ καταβαλλόμενη χρηματική παροχή ("bonus") οποιοσδήποτε το επιθυμούσε.
Προκαλούσε επίσης και εσωτερικά προβλήματα δυσλειτουργίας κατά την παραγωγική δραστηριότητα των συνεργατών του στο υποκατάστημα, που διηύθυνε με το να δυσχεράνει την επικοινωνία τους με την κεντρική διοίκηση, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα κινητά τηλέφωνα, ελεύθερα διότι τους έλεγε, ότι ο Όμιλος παρακολουθούσε τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, τους υποχρέωνε με δαπάνη τους να παρακολουθήσουν εκπαιδευτικά σεμινάρια και τέλος απαίτησε να του παραδώσουν τα πρωτότυπα των επαγγελματικών τους αδειών και να συμπληρώσουν λεπτομερή βιογραφικά.
Υπό την πίεση των ως άνω συνθηκών εργασίας και μη γνωρίζοντας το "αύριο" του Ομίλου και συνεπακόλουθα και τη δική τους επαγγελματική κατάσταση, τέλος Ιανουαρίου του 2006, αρκετοί συνεργάτες του ενάγοντος, ο Μ. Η., συνεργάτης της εταιρείας από το 1998, ο πεθερός του Δ. Δ., ο Κ. Κ., Η. Τ., Σ. Α., Ε. Ε., Ν. Τ., Χ. Τ., Α. Β., απηυθύνθηκαν προφορικώς κατ' αρχάς στον "Area Manager" (είδος Επιθεωρητού Πωλήσεων) ονόματι Π.
Π. και τον ενημέρωσαν για τη δράση του ενάγοντος ο δε "Area Manager" στην κοπή της πίτας του Υποκ/τος στις αρχές του έτους του 2006 στο Καβούρι Αττικής, τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και όποιος διαδίδει ότι η εταιρεία θα κλείσει είναι ψεύτης. Επειδή όμως ο ενάγων συνέχιζε να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά δέκα τέσσερις (14) από τους συνεργάτες του συνέταξαν την από 14/03/2006 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" όπου εξέθεταν όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και ζητούσαν τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων.
Κατόπιν τούτου η τελευταία κατήγγειλε αυθημερόν τις προαναφερόμενες συμβάσεις μαζί με την εναγομένη εταιρεία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" που είχε συνάψει κάθε μία από αυτές με τον ενάγοντα επικαλούμενη τη συγκοινοποιηθείσα εξώδικη δήλωση των δέκα τεσσάρων (14) συνεργατών του και τα εκτιθέμενα σε αυτή βαρύτατα παραπτώματα του.
Ακολούθως, η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών" υπό την ιδιότητα της ως συνδεδεμένης επιχειρήσεως των ως άνω δύο εταιρειών του "Ομίλου ΙΝG" προέβη και αυτή αυθημερόν στην εξώδικη καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων, που είχε συνάψει με τον ενάγοντα.
Μετά την πάροδο λίγων ημερών από την καταγγελία των συμβάσεων του και μάλιστα στις 03/05/2006 ο ενάγων συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία "ALICO" σύμβαση έργου για τον συντονισμό ασφαλιστικών συμβούλων. Ο ενάγων απαντώντας στις προαναφερόμενες καταγγελίες των εναγομένων αρνήθηκε εξωδίκως τη βασιμότητά τους, τις οποίες χαρακτήρισε ψευδείς και καταχρηστικές και κατέθεσε αγωγή κατά των δέκα τεσσάρων (14) συνεργατών του, που συνυπέγραψαν το ως άνω εξώδικο, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω του ψευδούς περιεχομένου του εξωδίκου τους.
Όπως, εκτέθηκε, όμως, το περιεχόμενο του εξωδίκου δεν ήταν αναληθές, αντιθέτως περιέγραφε τη συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος σε αντίθεση με τις επιταγές των χρηστών ηθών και της επαγγελματικής ευσυνειδησίας, που επέβαλαν την εκ μέρους του προώθηση των συμφερόντων των εταιρειών με τις οποίες συνδεόταν συμβατικώς και όχι την υπονόμευσή τους προς ίδιον όφελος, διέδιδε αναληθείς φήμες για την πορεία του Ομίλου ΙΝG και διατάρασσε το αρμονικό κλίμα εργασίας των συνεργατών του εκδηλώνοντας έτσι αντισυμβατική τουλάχιστον συμπεριφορά, που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του και έχει ως συνεπακόλουθο την αστική του ευθύνη για μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων όπου και θεμελιώθηκε και η καταγγελία των συμβάσεων που έλαβε χώρα από τις εναγόμενες εταιρείες.
Ειδικότερα, η αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος θεμελιωνόταν στην παραβίαση: 1) αναφορικώς με την εταιρεία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής": α) της περιπτώσεως 5 της από 06/04/1983 συμβάσεως ασφαλιστή ζωής περί υποχρεώσεως του ασφαλιστή να μην επιδεικνύει ανάρμοστη και βλαπτική συμπεριφορά για τα συμφέροντα της εταιρείας και των συναδέλφων του 2) του άρθρου 8 του από 01/05/1987 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως έργου-διευθυντή υποκ/τος ("agency manager"), περί υποχρεώσεως του ενάγοντος κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, να μην επιδιώξει ή αναλάβει την εκτέλεση παρεμφερούς έργου σε άλλη εταιρεία ή σε άλλον εργοδότη 3) του άρθρου 7γ του από 11/09/1998 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως αμοιβαίων κεφαλαίων περί υποχρεώσεως του ενάγοντος να μην παραβιάζει τα εμπορικά συναλλακτικά ήθη και να μη επιδεικνύει απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά και 4) του άρθρου 5.2δ του από 14/04/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας για την προώθηση διαθέσεως τραπεζικών προϊόντων περί υποχρεώσεως του ενάγοντος, να μη παραβιάζει τα εμπορικά συν/κά ήθη και την πρακτική των τραπεζικών και γενικώς των εμπορικών συναλλαγών, επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά 2)αναφορικώς με την εναγομένη εταιρεία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" του όρου Γ3 περ.στ' της από 01/01/1986 συμβάσεως παραγωγού ασφαλίσεων, περί υποχρεώσεως του ενάγοντος να μη προβαίνει σε υπαίτια ενέργεια που αποσκοπεί σε όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως και γενικώς σε κάθε υπαίτια ενέργεια, που μπορεί να βλάψει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εταιρεία ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της.
Περαιτέρω, η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝG Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλειών" δικαιούται με τον Γ3 όρο περ. στ' της από 26/01/2005 συμβάσεως ασφαλιστικού συμβούλου και του με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως έργου συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων (agency manager), να τις καταγγείλει λόγω υπαίτιας ενέργειας του ενάγοντος, που μπορούσε να βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο την εταιρεία τις συνδεδεμένες με αυτή επιχειρήσεις του "Ομίλου ΙΝG" ή και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που συνδεόταν με την εταιρεία με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα οποιασδήποτε από αυτές.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων επέδειξε εν γένει αθέμιτη επαγγελματική συμπεριφορά υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία καθεμίας από τις ανωτέρω εταιρίες, καθόσον προκειμένου να πετύχει όσο το δυνατόν καλύτερους όρους συνεργασίας με την εταιρεία "ALICO" υπονόμευσε στους συνεργάτες του την εικόνα του "Ομίλου ΙΝG" και επιχείρησε να οργανώσει, μέχρι την αποχώρηση του από αυτόν, την απόσπαση εξειδικευμένου ικανού και έμπειρου ανθρώπινου εργατικού δυναμικού.
Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, που προτάθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρονται και στην παρούσα συζήτηση με τον πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγο της εφέσεως τους ότι: α) του κατήγγειλαν τις συμβάσεις του χωρίς να τον καλέσουν (οι εναγόμενες) να εκθέσει τους δικούς του ισχυρισμούς, β) ήταν ένας από τους πλέον επιτυχημένους και βραβευμένους Διευθυντές υποκ/τος και επομένως δεν θα είχε λόγο να διαπραγματεύεται με την ΑLΙCΟ, αλλά ότι ο Όμιλος ΙΝG είχε, ήδη προβεί στο κλείσιμο μεγάλου αριθμού υπ/των του σε όλη την Ελλάδα τη διετία πριν την αποπομπή του και είχε ήδη μειώσει τον αριθμό των υποκαταστημάτων του από 62 σε 24 στα πλαίσια της υλοποιήσεως των επιχειρηματικών του επιλογών και το κατάστημα, που διεύθυνε, δεν ήταν παρά ένα από τα ήδη επιλεγμένα προς διάλυση καταστήματα γ) οι 14 συνεργάτες προχώρησαν στις καταγγελίες σε βάρος του, προκειμένου να καρπωθούν τις προμήθειες από το δικό του χαρτοφυλάκιο, επικαλούμενος το από 03/02/2006 έγγραφο προς όλους τους Συντονιστές ασφαλ/κών εταιρειών, δηλαδή τους Διευθυντές υποκ/των, όπως και ο ενάγων, με το οποίο η εταιρεία αναγγέλλει τη χορήγηση ποσοστού ως προμήθεια για τους ασφαλιστές που εξυπηρετούν συμβόλαια άλλων ασφαλιστών και δ) ότι η πρακτική του "Ομίλου ΙΝG" ήταν να μεθοδεύει σπουδαίους λόγους καταγγελιών των συμβάσεων διευθυντών, προκειμένου να αποφεύγει την καταβολή αποζημιώσεων, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Ι.
Π. και Χ. Τ., πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι: Ειδικότερα: Α) ο με στοιχείο (α') λόγος, διότι δεν απαιτείτο να τον καλέσουν οι εναγόμενες νια να εκθέσει τις απόψεις του πριν καταγγείλουν τις συμβάσεις του, καθ' όσον όπως αποδεικνύεται από το τέλος του 2005 είχε τις πληροφορίες του ο "Area Manager" Π. Π., ως υπεύθυνος του υποκατ/τος του ενάγοντος και από συνεργάτες σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, ότι ο ενάγων διαπραγματευόταν με την ΑLICO και είχε διερευνήσει ο ίδιος τις καταγγελίες και τις είχε διασταυρώσει καλώντας και άλλους συνεργάτες του καταστήματος και είχε ενημερώσει τη Διοίκηση της εταιρείας, η οποία πλέον δεν είχε καμία αμφιβολία για την επικείμενη συνεργασία του με την ως άνω εταιρεία.
Β) Το πρώτο σκέλος του με στοιχείο (β) λόγου, διότι το ότι δεν έγινε Area Manager, όπως προσδοκούσε, το εξέλαβε ως άδικη σε βάρος του μεταχείριση, που του προξένησε δυσφορία και απογοήτευση και για το λόγο αυτό από το 2005 άρχισε να αναζητεί διέξοδο σε άλλη εταιρεία, όσο δε πιο παραγωγικός και αποδοτικός διατηρείτο στον τομέα του ως και την τελευταία στιγμή, τόσο πιο ισχυρός ετίθετο διαπραγματευτικώς έναντι των άλλων εταιρειών, κατά τα προαναφερόμενα, ενώ το δεύτερο σκέλος, ότι η εκκαλουμένη αγνόησε ότι ο "Ομιλος ΙΝG" είχε ήδη προβεί στο κλείσιμο μεγάλου αριθμού υπ/των (πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο) καθόσον το πρώτον με την έφεση γίνεται λόγος, αφού ούτε καν ως υπαινιγμός υπάρχει σε κάποια από τις δύο (2) συνεκδικαζόμενες αγωγές του ενάγοντος Γ) Ο με στοιχείο (γ) λόγος, διότι κατά τον κανονισμό πωλήσεων των εταιρειών του Ομίλου ΙΝG οι ασφαλιστές που εξυπηρετούν τα συμβόλαια άλλων ασφαλιστών που έχουν αποχωρήσει παίρνουν προμήθειες γι' αυτή την εξυπηρέτηση και στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται μετά τις καταγγελίες των συμβάσεων του ενάγοντος έκλεισε το υπ/μα, όπου ο ενάγων ήταν Διευθυντής και οι συνεργάτες του τοποθετήθηκαν σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα, όσα δε συμβόλαια παραγωγής του ενάγοντος και των δύο τέκνων του Κ.
και Γ. και των συνεργατών τους ακολούθησαν, παρέμειναν στην εταιρεία (διότι πολλά από αυτά ακυρώθηκαν) παραδόθηκαν από την τελευταία, για εξυπηρέτηση σε νεώτερους συνεργάτες, γεγονός που σημαίνει ότι οι 14 συνεργάτες που κατήγγειλαν την αντισυμβατική ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντος και οι οποίοι ήταν παλαιοί συνεργάτες, δεν είχαν και δεν προσδοκούσαν κανένα απολύτως προσωπικό συμφέρον από τις προαναφερόμενες καταγγελίες των συμβάσεων.
Ο μάρτυρας μάλιστα αποδείξεως Ι. Μ. για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι οι καταγγείλαντες προέβησαν στην καταγγελία από ταπεινά ιδιοτελή κίνητρα, κατέθεσε ότι όλοι πήραν συμβόλαια από τα συμβόλαια του υποκ/τος του ενάγοντος, ενώ δεν ανέφερε ούτε ένα όνομα από τους "όλους", όταν ρωτήθηκε από την πλευρά των εταιρειών, ενώ αντιθέτως ο μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι το ποσοστό χαρτοφυλακίου που αντιπροσώπευαν μαζί με την ομάδα τους ανερχόταν σε 65% -70% το λιγότερο, ήταν οι πιο παλαιοί και πετυχημένοι, δεν ήθελαν ούτε να κλείσει το υπ/μα ούτε να πάνε σε άλλο και δεν μεταφέρθηκε ούτε ένα συμβόλαιο από αυτά του υπ/τος του ενάγοντος σε κανένα από τους (14).
Δ). Ο με στοιχείο (δ) λόγος, καθόσον ο μεν Ι. Π. έχει διατηρηθεί ως Διευθυντής Υπ/τος με μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με το από 14/01/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική από το συνημμένο στην Αγγλική κείμενο, ο δε Χ. Τ., παρά την καταγγελία της συμβάσεώς του κατοχύρωσε δικαίωμα λήψεως προμηθειών και υπερπρομηθειών για μια τετραετία μετά την καταγγελία, σύμφωνα και με το από 19/07/2007 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Τέλος, όσον αφορά την πτώση των εισοδημάτων του ενάγοντα από την ημέρα της καταγγελίας των συμβάσεών του, ήτοι για το οικονομικό έτος 2007 όπως εκθέτει τόσο πρωτοδίκως όσο και στο παρόν Δικ/ριο, πρέπει να σημειωθεί ότι από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2006 και 2007 που προσκομίστηκαν από τον ίδιο τον ενάγοντα και όχι από τη φορολογική του δήλωση του 2007, όπως ισχυρίζεται με τις παρούσες προτάσεις του, προκύπτει διαφορά εισοδήματος του ενάγοντος, όμως αυτή η μείωση το 2007 προήλθε συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς του προς τον "Όμιλο ΙNG" που οδήγησε στη συνεργασία του με την ΑLICO, την οποία ο ίδιος επεδίωξε και πέτυχε και δεν ευθύνονται οι εναγόμενες για τη μείωση αυτή".
Με την ως άνω κρίση του, για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας από τις αναιρεσίβλητες των με αυτές καταρτισθεισών συμβάσεων μισθώσεως έργου του αναιρεσείοντος ως ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ'οσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 16 παρ.1, 4 παρ.4, 20 παρ.1, 3 του ν.1569/1985 και 700 του ΑΚ.
Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Το εξυπακουόμενο από το νομικό χαρακτήρα των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, ως μισθώσεων έργου, αλλά και ρητώς αναφερόμενο σ'αυτές δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιρειών, να καταγγείλουν τις συμβάσεις με μονομερή απευθυντέα δήλωσή τους προς τον αναιρεσείοντα, χωρίς προειδοποίηση και υποχρέωση καταβολής αποζημιωτικώς ανάλογης προμήθειάς του για την επόμενη από την καταγγελία τριετία, εάν αθετούσε ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις του, όπως η μη επίδειξη συμπεριφοράς αντίθετης προς τα συμφέροντα της εργοδότριάς του, που θα δημιουργούσε αστική ευθύνη του προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων. 2) Η από τον αναιρεσείοντα, αρχικώς ασφαλιστικό σύμβουλο και ακολούθως συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, επιτυχής διεκπεραίωση των προς τις αναιρεσίβλητες εργοδότριες του συμβατικών υποχρεώσεών του ανεπιλήπτως μέχρι και το έτος 2004, οπότε όμως θεωρώντας προσωπική μείωσή του τη μη ανάδειξή του στο ανώτατο επίπεδο της διοικητικής ιεραρχίας των αναιρεσιβλήτων, άρχισε (από το επόμενο έτος 2005) να αναζητεί διέξοδο σε άλλη εταιρεία, εκτός του Ομίλου των αναιρεσιβλήτων και για να αποκτήσει ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση στο εγχείρημά του, επιδίωξε συστηματικά να πείσει πολλούς συνεργάτες του να τον ακολουθήσουν, χωρίς να μειώνει μεν την παραγωγικότητά του, από την οποία απέβλεπε να επωφεληθεί (με μεταφορά σημαντικού ποσοστού της πελατείας του) στη νέα επαγγελματική σχέση του, αλλά με διάδοση ατεκμηρίωτων φημών (μεταξύ των συνεργατών του) για τις εργασίες και τη βιωσιμότητα των αναιρεσιβλήτων, όπως ότι ανέμενε τη διακοπή των εργασιών των τελευταίων στην Ελλάδα και είχε πωληθεί το ιδιόκτητο κτίριο στέγασης των γραφείων τους, ενώ για να ενισχύσει την ανασφάλεια των συνεργατών του και να τους προσεταιρισθεί, άλλοτε τους διαβεβαίωνε ότι έχει δημιουργηθεί ανταγωνιστικό δίκτυο πωλήσεων από ιθύνοντα στελέχη και άλλοτε προκαλούσε δυσλειτουργικότητα στην παραγωγική διαδικασία είτε δυσχεραίνοντας την επικοινωνία τους με την κεντρική διοίκηση είτε υποχρεώνοντας αυτούς να παρακολουθούν εκπαιδευτικά σεμινάρια, με δαπάνες τους και να καταθέτουν προς αυτόν τις επαγγελματικές τους άδειες με βιογραφικά σημειώματα. 3) Η αντίθετη με τα χρηστά ήθη και το καθήκον επαγγελματικής ευσυνειδησίας συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος, που ήταν πρόσφορη να μειώσει την αποδοτικότητα των συνεργατών του για υποκειμενικούς λόγους και να βλάψει τις εργασίες και τα συμφέροντα γενικώς των αναιρεσιβλήτων, αποτελούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας από αυτές αζημίως των συμβάσεών τους με τον αναιρεσείοντα και εγκύρως προέβησαν συνεπώς σ' αυτή την καταγγελία, μετά τα προφορικά αρχικώς παράπονα και ακολούθως την από 14-3-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση 14 υπαλλήλων τους-συνεργατών του αναιρεσείοντος, οι οποίοι ανέφεραν εγγράφως την ανωτέρω αντιδεοντολογική και επιζήμια για τις αναιρεσίβλητες συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του.
Επομένως ο αντίθετος μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2010 αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της 6015/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ