Legislator Case Law & Legislation
105/2011 AI generated

105/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 105/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

105/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 105 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 105/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Μαρίνο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Κ. του Φ., κατοίκου ... και 2. Μ. συζ. Ε. Γ., το γένος Φ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλη Τσίπρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2001 μη οριστική, 2/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτρης Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1718 και 1821 παρ. 1, 3 και 4 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη, απαιτείται πλην άλλων, να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και να υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.

Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.

Την ακυρότητα αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομιά του (AΠ 1063/2006). Ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σ' αυτή, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη.

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 1-6-2000 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί άκυρη η από 18-9-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα της, δέχτηκε: "Ο Σ. Κ. του Φ. κάτοικος εν ζωή …, αποβίωσε στην Αθήνα στις 18.12.1998.

Αυτός ήταν πατέρας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και αδελφός των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων). Με την από 18.9.1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νομίμως με το 15/1999 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, εγκατέστησε ως κληρονόμους του τους παραπάνω διαδίκους , ήτοι τη θυγατέρα του και τους αδελφούς του, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτή.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η διαθήκη αυτή δεν είναι γραμμένη από το χέρι του πατέρα της ούτε η υπογραφή είναι δική του και είναι εξ ολοκλήρου πλαστή. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα πλήρως αποδείχθηκε ότι η παραπάνω διαθήκη γράφηκε καθ' ολοκληρία και υπογράφηκε από τον συντάκτη της, πατέρα της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι από το νόμιμο γάμο του Σ. Κ. με την Ά. Κ., ο οποίος δεν ευδοκίμησε και λύθηκε αμετακλήτως με διαζύγιο λίγα έτη μετά την τέλεση του, γεννήθηκε η θυγατέρα του Β.. Λόγω του διαζυγίου και των κακών σχέσεων μεταξύ των πρώην συζύγων ο Σ. Κ. δεν είχε σχέσεις με την αναιρεσείουσα θυγατέρα του.

Το έτος 1995 ο Σ. Κ. προσβλήθηκε από καρκίνο της κύστης, ο οποίος στη συνέχεια έκανε μεταστάσεις και μετά από πολλές χειρουργικές επεμβάσεις και νοσηλείες σε διάφορα νοσοκομεία της Ζακύνθου και των Αθηνών αποβίωσε στις 18.12.1998 στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου και νοσηλευόταν. Στο διάστημα αυτό την εν γένει φροντίδα του είχαν αναλάβει οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι αδελφοί του.

Η ενάγουσα θυγατέρα του τον είχε επισκεφθεί αρκετές φορές κατά τη νοσηλεία του της τελευταίας περιόδου στο νοσοκομείο Ζακύνθου. Ο Σ. Κ. νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" της Αθήνας από 28.9.1998 μέχρι και τον επισυμβάντα θάνατό του στις 18.12.1998. Τον Οκτώβριο του 1998, λίγες ημέρες πριν την τελευταία χειρουργική επέμβαση αποφάσισε να κάνει διαθήκη.

Προς το σκοπό αυτό ζήτησε τις νομικές συμβουλές του φίλου του δικηγόρου Αθηνών Σ. Π., ο οποίος προσήλθε στο παραπάνω νοσοκομείο, παρέσχε συμβουλές σ' αυτόν και μάλιστα του έδωσε ένα λευκό χαρτί, στο οποίο ο προαναφερόμενος έγραψε τη διαθήκη του, παρουσία του Σ. Π. και της αποκλειστικής νοσοκόμου Ε. Λ. - Κ. .

Στη συνέχεια, τοποθέτησε αυτή σε φάκελο που του έδωσε ο Σ. Π.ς και, αφού ο ίδιος τον έκλεισε, τον παρέδωσε στον τελευταίο προς φύλαξη. Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από τις σαφείς και αξιόπιστες καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων Σ. Π. και Ε. Λ. - Κ., οι οποίες από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν αναιρούνται ή αμφισβητούνται.

Αντίθετα, επιβεβαιώνονται από την από 25.7.2002 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Χ. Τ., που διενεργήθηκε με απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα, η παραπάνω πραγματογνώμονας αιτιολογημένα αποφαίνεται, ότι η προαναφερόμενη από 18-9-1998 διαθήκη του Σ. Κ. "γράφηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο και είναι καθόλα γνήσια".

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει και ο τεχνικός σύμβουλος των αναιρεσιβλήτων Δ. Κ.. Αντίθετα, ο τεχνικός σύμβουλος της αναιρεσείουσας Γ. Χ., ο οποίος είχε διενεργήσει προηγουμένως γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, κατέληξε σε εντελώς αντίθετο συμπέρασμα, ήτοι ότι η επίδικη διαθήκη "δεν γράφηκε ούτε υπογράφηκε από αυτόν αλλά είναι εξ ολοκλήρου πλαστή με αποτυχημένη ζωγραφική απομίμηση άλλου προσώπου.....".

Οι αιτιάσεις του γραφολόγου αυτού στα συμπεράσματα της γραφολόγου Χ. Τ. εστιάζονται κυρίως στην "τρομώδη" γραφή του κειμένου της διαθήκης και σε μικροδιαφορά με τα μη αμφισβητούμενα (γνήσια) συγκριτικά στοιχεία. Όμως η "τρομώδης" γραφή ήταν αποτέλεσμα της κατάστασης της υγείας του διαθέτη, ενώ οι μικροδιαφορές στο σχηματισμό μερικών μόνο γραμμάτων είναι φαινομενικές , διότι στην πραγματικότητα τα γράμματα αυτά απαντώνται με την ίδια δομή και μορφή σε άλλα κείμενα του διαθέτη, ενώ όλα τα γενικά χαρακτηριστικά και οι ιδιομορφίες στη γραφή της διαθήκης ομοιάζουν με τα αντίστοιχα της γνήσιας γραφής του.

Ειδικότερα, όπως βεβαιώνει ο μάρτυρας Σ. Π.ς η σύνταξη της επίδικης διαθήκης έγινε προς το τέλος Οκτωβρίου 1998 και στην Αθήνα (στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός) και όχι στις 28.9.1998 και στη Ζάκυνθο, όπως αναγράφεται στη διαθήκη. Σε παρατήρηση του Σ. Π. για τις παραπάνω ανακρίβειες του απάντησε "δεν θέλω να φαίνεται, ότι την έκανα εδώ στην Αθήνα και στο νοσοκομείο" όπως μετά λόγου γνώσης καταθέτει ο Σ.

Π.ς. Τέλος Οκτωβρίου, όμως, η κατάσταση της υγείας του διαθέτη ήταν ήδη πολύ επιβαρυμένη. Και είναι αληθές ότι δεν έπασχε από την ασθένεια "πάρκινσον", πλην όμως λόγω της εξάντλησης του οργανισμού του δυσκολευόταν πολύ να χρησιμοποιήσει τις σωματικές του δυνάμεις. Όπως αναφέρει η Α. Δ., αναπληρώτρια Διευθύντρια του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου στο από 1.12.2000 ιατρικό σημείωμά της, αυτός παρουσίαζε "ελαφρά κινητική δυσπραγία άνω και κάτω άκρων, η οποία εξεδηλώνετο με ελαφρά δυσκολία στο βάδισμα και ελαφρύ τρόμο χειρών (τύπου παρκισωνικού) π.χ.

κατά τη λήψη τροφής έτρεμε ελαφρώς......". Επομένως, η "τρομώδης" γραφή της διαθήκης δικαιολογείται από την προπεριγραφόμενη κατάσταση της υγείας του διαθέτη. Άλλωστε, η δυσκολία στη γραφή της επιβεβαιώνεται και από τους προαναφερόμενους παρόντες μάρτυρες, οι οποίοι καταθέτουν ότι χρειάστηκε αρκετός χρόνος για την ολοκλήρωσή της, ενώ από ένα φυσιολογικό άνθρωπο θα συντασσόταν σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε, ότι η επίδικη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο το διαθέτη και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1721 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη Σ.

Κ. γράφηκε εξ ολοκλήρου, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο και ότι η τρομώδης γραφή ήταν αποτέλεσμα της κατάστασης της υγείας του διαθέτη, ενώ οι μικροδιαφορές στο σχηματισμό μερικών μόνο γραμμάτων είναι φαινομενικές. Επίσης, δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο αποβιώσας διαθέτης δεν είχε σχέσεις με την αναιρεσείουσα κόρη του και ότι η τελευταία τον είχε επισκεφθεί αρκετές φορές κατά τη νοσηλεία του της τελευταίας περιόδου στο νοσοκομείο.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί ελαφράς κινητικής δυσπραγίας των χειρών τύπου παρκισωνικού του διαθέτη πατέρα της, τον οποίο ισχυρισμό όμως δεν είχαν επαναφέρει και προτείνει με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ενώ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει την από τον αριθμό 8 περ.

β' του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι "η φερόμενη διαθήκη του πατέρα της είναι άκυρη". Από τις προτάσεις, όμως, των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου με ημερομηνία 30-11-2006 προκύπτει, ότι οι τελευταίοι νόμιμα επανέφεραν στις σελίδες 8, 10 και 13 των προτάσεών τους τον ισχυρισμό τους ότι οι μικροδιαφορές στο σχηματισμό μερικών μόνο γραμμάτων είναι φαινομενικές και "είναι αποτέλεσμα διαφοράς γραφικής καταστάσεως συνεπεία της κινητικής δυσπραγίας, η οποία εμφανίστηκε στον διαθέτη το Μάϊο του 1998, οπότε εξήλθε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας".

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της διαθήκης και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους τέταρτο και πέμπτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.

Από την προσβαλλόμενη απόφασή του, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέδωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εκτίμησε έγγραφα και μάρτυρες, μετά την έκδοση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μη οριστικής απόφασης, με την οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και τη διεξαγωγή εμμάρτυρων αποδείξεων, υποχρεώνοντας τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους να αποδείξουν, ότι η από 18-9-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη έχει γραφεί εξ ολοκλήρου και έχει υπογραφεί διά χειρός αυτού και ότι αυτός κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης έπασχε από ελαφρά κινητική δυσπραγία των χειρών.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, οι τασσόμενες για την απόδειξη της επικαλούμενης ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αποδείξεις (άρθρ. 335 επ.

ΚΠολΔ) με μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π., δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο (ΑΠ 1368/1989). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος "α') ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από τον διαθέτη στην Αθήνα στο Νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ στο τέλος Οκτωβρίου του έτους 1998 αντί της Ζακύνθου που αναφέρεται σ' αυτήν ως τόπος σύνταξής της και της 18-9-1998, που αναφέρεται σ' αυτήν ως ημερομηνία σύνταξης και υπογραφής της, έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων Σ.

Π. και Ε. Λ.-Κ. και β') ότι ο διαθέτης παρουσίαζε ελαφρά κινητική δυσπραγία άνω και κάτω άκρων", έλαβε υπόψη το από 1-12-2000 ιατρικό σημείωμα της αναπληρώτριας Διευθύντριας του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Α. Δ. και το 03/04/5429/7-9-2000 πιστοποιητικό νοσηλείας του ουρολογικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", τα οποία συντάχθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και έτσι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ήταν ανεπίτρεπτα.

Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν ήταν ανεπίτρεπτα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "η ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη Σ. Κ. γράφηκε εξ ολοκλήρου, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο και ότι η τρομώδης γραφή ήταν αποτέλεσμα της κατάστασης της υγείας του διαθέτη, ενώ οι μικροδιαφορές στο σχηματισμό μερικών μόνο γραμμάτων είναι φαινομενικές", δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι η ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν είχε γραφεί και υπογραφεί διά χειρός του διαθέτη, ήτοι: 1) την από 3-4-2000 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του εργαστηρίου γραφολογικών και γραφοτεχνικών ερευνών του δικηγόρου-δικαστικού γραφολόγου Ν.

Χ., 2) το από 30-8-2000 επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 23-11-1990 έντυπης δήλωσης αμπελοκαλλιέργειας του Υπουργείου Γεωργίας υπογραμμένης από τον διαθέτη, 3) την 42/26-4-1996 απόδειξη είσπραξης ενοικίου υπογραμμένη από τον διαθέτη, 4) το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της από 31-3-1997 και με αριθ. πρωτ. 7334/31-3-1997 υποβληθείσας ιδιόγραφης και ενυπόγραφης αίτησης από τον διαθέτη προς το ΤΕΒΕ, 5) το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της από 25-8-1997 και με αριθ.

πρωτ. 2907/27-8-1997 υποβληθείσας ενώπιον της τοπικής διοικητικής επιτροπής του ΤΕΒΕ ένστασης του διαθέτη με την υπογραφή του, 6) τις 16/26-1-1998 και 17/26-2-1998 αποδείξεις είσπραξης ενοικίου υπογραφείσες από τον διαθέτη, 7) το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο των 54/21-9-2000 Πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με τα οποία δημοσιεύθηκε η από 8-9-1996 προγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη 8) το φωτοαντίγραφο της από 3-7-1998 αίτησης του διαθέτη με την υπογραφή του προς το ΤΕΒΕ Πύργου Ηλείας, 9) το 2963/17-6-2002 πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Ζακύνθου "ο Άγιος Διονύσιος", 10) την από 23-7-2002 ιατρική βεβαίωση του ιδίου ως άνω Νοσοκομείου, 11) το 03/04/7609/18-7-2002 πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", 12) την 34/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου με την οποία κηρύχθηκε κυρία η ένδικη από 18-9-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη, 13) τις με ημερομηνία 23-9-2004 παρατηρήσεις του τεχνικού της συμβούλου Γ.

Χ. επί της από 25-7-2002 έκθεσης της διορισθείσας πραγματογνώμονας Χ. Τ., 14) τα φύλλα Σύγχρονης Εγκυκλοπαίδιας "Ελευθερουδάκη", 15) το φύλλο του Λεξικού της Πρωίας περί της "παρκισωνείου νόσου", 16) τη φωτοτυπία του από 11-11-1998 πιστοποιητικού νοσηλείας του "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ" και το 03/04/7062/13-9-2000 πιστοποιητικό νοσηλείας του ιδίου Νοσοκομείου και 17) τον ταχυδρομικό φάκελο που παραδόθηκε στο δικαστήριο μαζί με την ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ.-Σ. και τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων Γ. Χ. και Δ. Κ. και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, ενώ έκανε ειδική μνεία, ότι έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας γραφολόγου και τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ σε σχέση με τη δικαστική ομολογία ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχτηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτήν.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστικές ομολογίες των αναιρεσιβλήτων, που περιέχονται στις από 30-1-2006 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες αυτοί ομολογούν, ότι οι υπάρχουσες διαφορές στη γραφή του διαθέτη είναι αποτέλεσμα διαφοράς γραφικής καταστάσεως συνεπεία της κινητικής δυσπραγίας, η οποία εμφανίστηκε στον διαθέτη το Μάιο του 1998, οπότε εξήλθε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας και, έτσι, ομολογούν, ότι "η δήθεν γνησιότητα της φερόμενης διαθήκης συνάπτεται μόνο με τη συνδρομή της παθολογικής καταστάσεως της κινητικής δυσπραγίας του διαθέτη".

Από το περιεχόμενο, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δεν δέχτηκε διαφορετικό πόρισμα από τα αναφερόμενο στις επικαλούμενες δικαστικές ομολογίες, αφού δέχτηκε ότι "η τρομώδης γραφή ήταν αποτέλεσμα της κατάστασης του διαθέτη, ενώ οι μικροδιαφορές στο σχηματισμό μερικών μόνο γραμμάτων είναι φαινομενικές, ότι τέλος Οκτωβρίου 1998 η κατάσταση της υγείας του διαθέτη ήταν ήδη πολύ επιβαρυμένη και λόγω της εξάντλησης του οργανισμού του δυσκολευόταν πολύ να χρησιμοποιήσει τις σωματικές του δυνάμεις και επομένως η τρομώδης γραφή της διαθήκης δικαιολογείται από την κατάσταση της υγείας του διαθέτη".

Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-1-2009 αίτηση της Β. Κ. του Σ. για αναίρεση της 129/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ?? ?? ?? 105/2011 - σελ.2