105/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated105/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431, 349,και 321 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, λόγω υπερημερίας του δανειστή και να επιφέρει έτσι την απόσβεση της ενοχής, απαιτείται η προσφορά αυτής στο δανειστή να είναι όχι μόνο πραγματική, αλλά και προσήκουσα, δηλαδή να είναι κατά ποσότητα η οφειλόμενη και να προσφερθεί στον κατάλληλο χρόνο και τόπο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 105 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 105/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτρης Ζερδελής με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Γαλλική Λαϊκή Αποστολή", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα στη ...... από το Διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Ιωάννα Βοζίκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.07.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22754/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 968/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17.09.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 11.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 320-322 ΑΚ,ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής αποτελεί στοιχείο που προσδιορίζεται συνήθως από τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων. Σε περίπτωση ελλείψεως συμβατικής ρυθμίσεως ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 320-322 ΑΚ.
Έτσι, αν πρόκειται για χρηματική παροχή από σύμβαση, ο τόπος εκπληρώσεως της επίδικης υποχρέωσης του οφειλέτη, αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση ρητά ή σιωπηρά ή από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, είναι κατ' εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 321 ΑΚ, εκείνος που έχει την κατοικία του ο δανειστής κατά τον χρόνο καταβολής ή την επαγγελματική του εγκατάσταση, αν η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματος του δανειστή.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431, 349,και 321 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, λόγω υπερημερίας του δανειστή και να επιφέρει έτσι την απόσβεση της ενοχής, απαιτείται η προσφορά αυτής στο δανειστή να είναι όχι μόνο πραγματική, αλλά και προσήκουσα, δηλαδή να είναι κατά ποσότητα η οφειλόμενη και να προσφερθεί στον κατάλληλο χρόνο και τόπο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Eξ' άλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ, α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.
Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ α' του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955.Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή η οποία είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία δεν χωρεί εκ των υστέρων ίαση της άκυρης δικαιοπραξίας, που θεωρείται εξυπακουόμενη από το άρθρο 183 ΑΚ, ενισχύεται και από την επιβαλλόμενη, με το εδ. β' της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5 του ν. 3198/1955 κύρωση της (επιγενόμενης) ακυρότητας της καταγγελίας σε περίπτωση καθυστερήσεως μιας από τις οφειλόμενες τριμηνιαίες δόσεις αποζημιώσεως, που υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική, και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως αρνήσεως του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα.
Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων), και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών, όπως συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση, ή τυχόν απεργία των υπαλλήλων του ΤΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, παραπονείται ότι παραβιάσθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης είναι άκυρη, επειδή η καταβολή της αποζημίωσης δεν έγινε την ίδια ημέρα με την εγχείρηση του εγγράφου της καταγγελίας, αλλά έγινε μόνο απλή προσφορά αυτής, όπως επίσης και ότι η προσφορά της ως άνω αποζημίωσης απόλυσης δεν έγινε προσηκόντως από την άποψη του τόπου πραγματοποίησης αυτής, δηλαδή δεν έγινε στο τόπο της κατοικίας αυτής (αναιρεσείουσας),αλλά στο τόπο της επαγγελματικής εγκατάστασης του αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο σχετικά με τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Το εναγόμενο αποτελεί ΝΠΙΔ και φέρει την επωνυμία "Γαλλική Λαϊκή Αποστολή". Αποτελεί κοινωφελές σωματείο αναγνωρισμένο σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία από το έτος 1902,το οποίο εδρεύει στο ......, και σκοπό έχει τη διάδοση της γαλλικής γλώσσας και του γαλλικού πολιτισμού σε όλο τον κόσμο.
Για το σκοπό αυτό έχει ιδρύσει και λειτουργεί γαλλικά σχολεία και κέντρα πολιτισμού σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Ο νόμιμος αντιπρόσωπος του στη ...... το έτος 1975 προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργαστεί ως καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας στα τμήματα εκμαθήσεως της (και πιο συγκεκριμένα στο τμήμα με τον τίτλο Γαλλικό Σχολείο) που διατηρεί το εναγόμενο στη ......, στα πλαίσια της παραπάνω λειτουργίας του στο παράρτημα της το γνωστό με τον τίτλο Γαλλικό Ινστιτούτο.
Σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης η ενάγουσα εργάστηκε με την παραπάνω ιδιότητα μέχρι τις 21-4-2005 οπότε το εναγόμενο με την από 21-4-2005 εξώδικο δήλωση του, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 22-4-2005 (βλ. την ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ......), κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η καταγγελία αυτή είχε το ακόλουθο περιεχόμενο κατά λέξη "όπως γνωρίζεται απασχολείσθε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης ως καθηγήτρια με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 1.11.1975, αμειβόμενη με μηνιαίο μισθό, ο οποίος σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 1.718,91 ευρώ. Ήδη με την παρούσα και για τους λόγους που σας έχουν εξηγηθεί προφορικά καταγγέλλουμε από 22 Απριλίου 2005 την μεταξύ μας κατά τα ανωτέρω υφισταμένη σύμβαση εργασίας, ημερομηνία από την οποία παύουμε να αποδεχόμαστε τις υπηρεσίες σας.
Σας προσφέρουμε ταυτόχρονα τη νόμιμη αποζημίωση σας, η οποία συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 48.29,48 ευρώ, την οποία και σας καλούμαι να εισπράξετε άμεσα από το λογιστήριο του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης, αφού βεβαίως γίνουν οι νόμιμες κρατήσεις και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το νόμο για ποσό αποζημιώσεων που ξεπερνούν τους έξι μηνιαίους μισθούς.
Σας υποδηλώνουμε επίσης ότι σε περίπτωση αρνήσεως σας να εισπράξετε τη νόμιμη αποζημίωση σας και μετά την παρέλευση δύο εργασίμων ημερών δηλαδή τη Τετάρτη 27 Απριλίου αυτή θα παρακατατεθεί αρμοδίως στο ΤΠΔΘ το δε γραμμάτιο θα βρίσκεται στα χέρια μας και στη διάθεσή σας, στα γραφεία μας, από όπου θα μπορείτε να το παραλάβετε οποτεδήποτε κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.
Με τη ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μας, αρμόδιος δικαστικός επιμελητής εντέλλεται να επιδώσει νόμιμα την παρούσα προς την καθής απευθύνεται, προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες αντιγράφοντας την ολόκληρη στην έκθεση επιδόσεώς του. Η καταγγέλουσα εργοδότρια -υπογραφή- Α, διευθυντής του ΓΙΘ ως πληρεξούσιος και νόμιμος αντιπρόσωπος της Γ.Λ.Α.".Από αυτήν προκύπτει ότι η δήλωση καταγγελίας ήταν σαφής έγινε από το εναγόμενο, υπογράφηκε για λογαριασμό του τελευταίου από το διευθυντή του έχοντος προς τούτο τη σχετική εξουσιοδότηση του ΔΣ.
Από την ως άνω εξώδικο καταγγελία προκύπτει σαφώς ότι από το εναγόμενο προσφέρθηκε ταυτόχρονα και πραγματικά στην ενάγουσα αποζημίωση ποσού 48.129,48 ευρώ, το ύψος της οποίας δεν αμφισβητεί η τελευταία. Μάλιστα η καταβολή της έπρεπε να γίνει με την προσέλευση της ενάγουσας στα γραφεία του εναγομένου, που ήταν και ο προσήκον τόπος, ως τόπος κατοικίας του δανειστού και να παραλάβει την αποζημίωση, τάσσοντας της προς τούτο και εύλογο χρονικό διάστημα μέχρι τις 27 Απριλίου 2005.
Πλην όμως η ενάγουσα δεν προσήλθε να παραλάβει την αποζημίωση της, δηλώντας έτσι την άρνησή της, και ακολούθως το εναγόμενο, όπως όφειλε, κατέθεσε αυτήν στο ταμείο η με αριθμό ...... γραμμάτιο παρακατάθεσης). Το εναγόμενο το γραμμάτιο παρακατάθεσης δεν το επέδωσε στην ενάγουσα όπως άλλωστε δεν είχε υποχρέωση να πράξει.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη διότι δεν της κατεβλήθη νομίμως και πραγματικώς η αποζημίωση της, και ότι δεν προσήλθε να παραλάβει αυτήν από τη γραμματεία του εναγομένου διότι της είχε απαγορευθεί η είσοδος. Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε πράγματι ότι της είχε απαγορευθεί η είσοδος στα γραφεία του εναγομένου, και ότι αυτή πράγματι προσήλθε και δεν της επετράπη η είσοδος.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι είχε ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση εκεί, αφού, μετά την καταγγελία της σύμβασης, προσήλθε και παρέλαβε τα προσωπικά της είδη. Μάλιστα η λογίστρια του εναγομένου και μάρτυρας Β, που τη συνάντησε, της πρότεινε να παραλάβει και την αποζημίωση πλην όμως αυτή απάντησε, ότι θα συμβουλευτεί το δικηγόρο της.
Η ανωτέρω συμπεριφορά της δείχνει άρνηση να παραλάβει την αποζημίωση και έτσι ορθώς το εναγόμενο παρακατέθεσε αυτήν στο ΤΠΔ, χωρίς να έχει υποχρέωση να επιδώσει στην ενάγουσα και το γραμμάτιο παρακατάθεσης. Η αποζημίωση της ενάγουσας, δεδομένου ότι αυτή εργαζόταν στο εναγόμενο πάνω από 20 έτη ανήρχετο σε 24 μισθούς πλέον την προσαύξηση του 1/6 ήτοι συνολικά ανήρχετο 1.718,91 χ 24 μήνες = ) 41253,84 + (1/6) 6875,64) = 48129,48 ευρώ. 'Ηταν λοιπόν μεγαλυτέρα των αποδοχών 6 μηνών, έτσι το εναγόμενο υποχρεούτο να καταβάλλει στην απολυόμενη ενάγουσα το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημίωσης ήτοι μέχρι 8.959,51 ευρώ, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ.β της άνω παρ.1 του άρθρου 2 του ν.3198/1955.
Το εναγόμενο με την ως άνω καταγγελία υπολόγισε την αποζημίωση της ενάγουσας στο συνολικό ποσό των 48.129,48 ευρώ και πρόσφερε σε αυτήν μέρος της αποζημίωσης για πρώτη δόση το ποσό των 12.032,40 ευρώ, για το οποίο ποσό στη συνέχεια κατέθεσε στο ΤΠΔ. Τις υπόλοιπες δόσεις κατέβαλε κανονικά στον 5228-003059471 αριθμό λογαριασμού της τραπέζης Πειραιώς, που η ενάγουσα είχε δώσει στο εναγόμενο, για να της καταβάλει το μισθό της.
Μέχρι σήμερα έχει καταβληθεί κανονικά, στον ως άνω λογαριασμό το συνολικό ποσό των 24.376,96 ευρώ, το οποίο λαμβάνει η ενάγουσα αδιαμαρτύρητα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας για τον ανωτέρω λόγο είναι νόμιμη αφού τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και προσφέρθηκε προσηκόντως η νόμιμη αποζημίωση".
Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ'αριθμ. 22754/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και, διακρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική της βάση της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, λόγω μη προσήκουσας καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενόψει, αφενός των ιδιαιτέρων συνθηκών κατά το χρόνο της καταγγελίας μεταξύ των διαδίκων μερών (πραγματική και προσήκουσα προσφορά της απόλυσης, άρνηση της αναιρεσείουσας να την εισπράξει και παρακατάθεση αυτής στο ΤΠΔ, μετά παρέλευση δύο εργασίμων ημερών από την επίδοση της καταγγελίας σ' αυτή), και αφετέρου ότι σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας που συνέδεε αυτούς (διαδίκους), ο μισθός της αναιρεσείουσας και γενικά όλες οι αξιώσεις της που θεμελιώνονταν σ' αυτή, καταβάλονταν στο τόπο της εργασίας της, στο παράρτημα της αναιρεσίβλητης στη ...... (Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης), με συνέπεια η αποζημίωση που δικαιούνταν από την απόλυσή της, νόμιμα προσφέρθηκε σ' αυτήν στο τόπο της εργασίας της (εκ παραδρομής διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως κατοικία της αναιρεσείουσας, τα γραφεία του αναιρεσιβλήτου) και εφόσον αυτή αρνήθηκε να την εισπράξει περιήλθε σε υπερημερία.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και ως προς τα δύο σκέλη του, ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αλλά και με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τόπου καταβολής σ' αυτή της αποζημίωσης απόλυσης, που συνίστανται στο ότι, αφενός ταύτισε την επαγγελματική εγκατάσταση του αναιρεσίβλητου, ως εργοδότη με την κατοικία της, ως εργαζόμενης, και αφετέρου παρέλειψε να παραθέσει στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση τα γραφεία του αναιρεσίβλητου συνιστούσαν πράγματι κατά το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης, την κατοικία της κατά την έννοια των άρθρων 51 και 321 ΑΚ., αλλά και, ενόψει του ότι το άρθρο 321 ΑΚ περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, και περιστατικά που να δικαιολογούν τον, κατά παρέκκλιση του ως άνω κανόνα ενδοτικού δικαίου, καθορισμό για χρηματικές παροχές τόπου εκπλήρωσης αυτών, διαφορετικό από τον τόπο της κατοικίας του δανειστή.
Πλην, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή διέλαβε, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα του τόπου προσφοράς της αποζημίωσης απόλυσης στην αναιρεσείουσα, πλήρεις και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης (δεύτερος), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
ως προς όλα τα σκέλη του, ως αβάσιμος. Συνακόλουθα δε με τα παραπάνω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δικ., περί του ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν να καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης στα γραφεία του αναιρεσιβλήτου αντί για την κατοικία της αναιρεσείουσας, κατά παρέκκλιση του περιέχοντος κανόνα ενδοτικού δικαίου άρθρου 321 ΑΚ, καθόσον το ως άνω δικαστήριο (Εφετείο), έκρινε ότι ως τόπος προσφοράς της αποζημίωσης απόλυσης ήταν, σύμφωνα με το νόμο, ο τόπος της εργασίας της αναιρεσείουσας, δηλαδή το παράρτημα του αναιρεσιβλήτου στη ......
και όχι ότι ήταν ο τόπος αυτός απόρροια σχετικής συμφωνίας των διαδίκων μερών.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ.γ Κ.Πολ.Δικ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι δεν έλαβε υπ' υπόψη την υπ'αριθμ. ...... ένορκη βεβαίωση της θυγατρός της Γ, που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Παρασκευοπούλου. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, υπάρχει ρητή βεβαίωση σ' αυτή ότι λήφθηκε υπ' όψη η παραπάνω ένορκη βεβαίωση.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμος. Επειδή, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, παραβίαση κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 και 320 και 321 ΑΚ, με την απορριπτική της κρίση της, ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παρεμπόδισης εισόδου της στα γραφεία του αναιρεσιβλήτου, προκειμένου να εισπράξει την αποζημίωση, δεχόμενη ότι αυτή είχε ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση στα γραφεία του αναιρεσιβλήτου, αφού μετά την καταγγελία της σύμβασης προσήλθε και παρέλαβε τα προσωπικά της είδη και αρκουμένη στο γεγονός ότι μετά από αρκετές ημέρες από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, της επιτράπηκε η είσοδος στις εγκαταστάσεις του αναιρεσιβλήτου για να παραλάβει τα προσωπικά της είδη, χωρίς όμως να προσδιορίζει το μεταγενέστερο αυτό χρονικό διάστημα, ενώ κρίσιμο στοιχείο είναι αν αυτή είχε πρόσβαση ελεύθερη και ακώλυτη κατά την ημέρα της καταγγελίας και όχι μετά από αυτή.
Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος (τελευταίος) αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι απαγορεύθηκε στην αναιρεσείουσα η είσοδος στις εγκαταστάσεις του αναιρεσιβλήτου κατά την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και ότι της επιτράπηκε η είσοδος σ' αυτές μετά από αρκετές ημέρες, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης, στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 968/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ