Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling recognizing state ownership of property under national cadastre law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by private parties against the First Instance Court's recognition of state ownership over a specific property. The appellants argued that the lower court erred in applying the national cadastre law regarding property ownership and failed to properly assess the historical basis of their claim. The court rejected these arguments, holding that the lower court correctly applied the relevant statutory provisions and that the appellants' claims were substantively unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 559, 1094 of the Civil Code; Article 6 of the National Cadastre Law: The court established that the lower court's recognition of state ownership based on the national cadastre law was legally sound and that the appeal's arguments regarding the nature of the claim and the application of the law were without merit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1059 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1059/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Χ. του Β. και της Ε., κατοίκου ..., 2) Κ. Χ. του Β. και της Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Χατζηιωαννίδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5540/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1565/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, η υπ' αρ. 1565/2021 αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το οποίο, επιλαμβανόμενο έφεσης του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αρ. 5540/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η κτηματολογική αναγνωριστική κυριότητας και διαπλαστική αγωγή του, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεσή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτή στην ουσία της, κάνοντας δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και αναγνωρίζοντας το Ελληνικό Δημόσιο κύριο του επίδικου ακινήτου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β`, 556 § 1, 558 εδάφ. α`, 564 § 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.).
Α. Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ. 1)." Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτούνται αδιατάρακτος νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα (ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 647/2020, ΑΠ 865/2011).
Έτι περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ' άρθρο 1042 ΑΚ ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη όταν "χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα". Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής:
α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν.3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν.3127/2003 καθίσταται σαφές, ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ' αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 95/2024, ΑΠ 1725/2022, ΑΠ 525/2020, ΑΠ165/2017).
Β. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1227/2022).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 131636/28-11-1927 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, νομίμως δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 97/Β'/6-12-1927ι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, δυνάμει των διατάξεων του από 4-6-1923 ν.δ/τος "περί παραχωρήσεως δημοσίων κτημάτων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ιδιωτικών τοιούτων προς αστικήν εγκατάστασιν προσφύγων", λόγω δημόσιας ανάγκης και προς επέκταση του συνοικισμού Τούμπας Θεσσαλονίκης, έκταση 548.190 τ.μ., κειμένη στην Τούμπα νομού Θεσσαλονίκης.
Το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην κατάληψη της ανωτέρω έκτασης από τη δημοσίευση της απαλλοτριωτικής απόφασης στο Φ.Ε.Κ, διενήργησε δε επ' αυτής δια των οργάνων των αρμοδίων υπηρεσιών του όλες τις εμφανείς πράξεις, που καταδεικνύουν καθυπόταξη του απαλλοτριωθέντος χώρου στην εξουσία του, όπως ρυμοτόμηση της έκτασης με δημιουργία οικοδομικών τετραγώνων και οδών, σύνταξη ρυμοτομικών διαγραμμάτων και κτηματολογικών διαγραμμάτων διανομής οικοπέδων, ανέγερση κατοικιών, παραχωρήσεις οικοπέδων και οικημάτων σε πρόσφυγες δικαιούχους στεγαστικής αποκατάστασης, έκδοση διοικητικών πράξεων δωρεάν παραχωρήσεων οικοπέδων σε ν.π.δ.δ.
και στον Δήμο Θεσσαλονίκης. Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται και το υπ' αριθ. "7" οικόπεδο του ΟΤ 161, εμβαδού 213,15 τμ. , συνορευόμενο επί πλευράς 24,50 γ"μ. με το '1' οικόπεδο, επί πλευράς 8,70 γ.μ. με το οικόπεδο "6" και έχει πρόσωπο επί των οδών ... του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως αυτό αποτυπώνεται.
στο υπ' αριθ. 4750/1963 Κτηματολογικό διάγραμμα διανομής οικοπέδων το οποίο, ως αδιάθετο -υπόλοιπο ακίνητο μετά την εφαρμογή των στεγαστικών προγραμμάτων, παρέμεινε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, προοριζόμενο είτε να παραχωρηθεί σε νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς είτε για την εξυπηρέτηση γενικότερων κοινωνικών σκοπών που αποβλέπουν στην ικανοποίηση των προσφυγικών αναγκών, σύμφωνα με τα άρθρα 66 του β.δ. 330/1960 και 1 του ν.δ. 543/1977, είτε για την κάλυψη μελλοντικών αναγκών των πολιτών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-1957 αίτησή της απευθυνόμενη προς το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας - Τμήμα Αυθαιρέτων Καταλήψεων της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, η Θ. χήρα Π. Τ., αφού επικαλέστηκε ότι κατά το έτος 1927 ο σύζυγός της Π. Τ. ανήγειρε αυθαιρέτως επί του άνω 7/161 οικοπέδου ένα επαγγελματικό οίκημα, προκειμένου να στεγαστεί επ' αυτού επιχείρηση πλυντηρίου, ζήτησε την εξαγορά του εν λόγω οικοπέδου.
Το Τεχνικό Γραφείο Κοινωνικής Πρόνοιας Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθ. πρωτ. 131891/23-12-1957 έγγραφό του απευθυνόμενο προς το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι κατόπιν μετάβασης στο άνω ακίνητο διαπίστωσε ότι επί του 7/161 οικοπέδου υπάρχει μόνιμο κτίσμα, το οποίο σύμφωνα με τις πληροφορίες των περιοίκων ανήγειρε o σύζυγος της αιτούσας Θ., Π.
Τ. το έτος 1928. Η ανωτέρω υπηρεσία απέστειλε στην αιτούσα την υπ' αριθ. πρωτ. ...-1962 έγγραφη ειδοποίηση, με θέμα την υποβολή των κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του ν.δ. 4176/1961 δικαιολογητικών για την εξέταση της δυνατότητας έκδοσης παραχωρητηρίου. Η Θ. χήρα Π. Τ. δεν ανταποκρίθηκε στην άνω πρόσκληση και η ίδια Υπηρεσία της απέστειλε την υπ' αριθ.
πρωτ. ...-1963 νέα ειδοποίηση, επισημαίνοντας την ανάγκη οριστικής εκκαθάρισης των εκκρεμοτήτων επί περιπτώσεων κατοχής κρατικών ακινήτων τελούντων στη διαχείριση του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και κάλεσε αυτήν να προσκομίσει στην υπηρεσία εντός ορισμένης προθεσμίας τα αναγκαία δικαιολογητικά για την εξέταση της δυνατότητας παραχώρησης σ' αυτήν με οριστικό τίτλο της κυριότητας του υπόψη ακινήτου, ωστόσο και πάλι η αιτούσα δεν ανταποκρίθηκε στην άνω πρόσκληση.
Ακολούθως διενεργήθηκε νέα αυτοψία από όργανα της ίδιας Υπηρεσίας στο επίδικο οικόπεδο, συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθ. 961/28-1-1964 εσωτερικού σημειώματος, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι ήδη από οκταετίας το ακίνητο είχε εκμισθωθεί από την Θ. χήρα Π. Τ. στον Ι. Τ., έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 1.000 δραχμών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αυτός ως υφαντήριο.
Τα ίδια εξάλλου διαπίστωσαν και τα όργανα του Ζ' Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης κατά την έρευνα που διενήργησαν στις 23-10-1969 (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...-1969 έγγραφο του Διοικητή του άνω Α.Τ. απευθυνόμενο στο Κέντρο Κοινωνικής Πολιτικής - Τμήμα Στέγασης). O μισθωτής Ι. Τ. υπέβαλε την υπ' αριθ. πρωτ. 153977/14-9-1971 αίτηση εξαγοράς του επίδικου ακινήτου στην Διεύθυνση Κοινωνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, η οποία με το υπ' αριθ.
πρωτ. 46809/18-10-1972 έγγραφό της, που επιδόθηκε στον αιτούντα στις 30-10-1972 απέρριψε την αίτηση και έταξε προθεσμία είκοσι (20) ημερών σ' αυτόν για την απομάκρυνσή του από το επίδικο ακίνητο και την απόδοση ελεύθερου αυτού. Κατά της άνω απόφασης υποβλήθηκε από τον Ι. Τ. η υπ' αριθ. πρωτ. 51029/15-11-1972 ένσταση, στην οποία επικαλέστηκε ανέγερση των επί του επίδικου οικοπέδου κτισμάτων από τον ίδιο και λειτουργία αυτών από της απελευθερώσεως και εφεξής ως υφαντηρίου.
Η εν λόγω ένσταση τέθηκε στο αρχείο και έκτοτε η διοίκηση δεν ασχολήθηκε με το επίδικο ακίνητο, μέχρι την έναρξη της κτηματογράφησης στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, οπότε έλαβε αυτό αριθμό ΚΑΕΚ 190446850003/0/0, εμβαδού 221,73 τ.μ., με γεωμετρικά στοιχεία (συντεταγμένες κορυφών) ......και το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε δήλωση, κατ' άρθρο 2 του ν. 2308/1995, περί εγγραφής του δικαιώματός του κυριότητας επί του εν λόγω ακινήτου, με τίτλο κτήσης την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 131636/28-11-1927 (ΦΕΚ 9713/6-12-1927) Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Γεωργίας Και Υγιεινής Πρόνοιας και Αντιλήψεως, οπότε κατά την πρώτη ανάρτηση εμφανίσθηκε δικαιούχο αποκλειστικής κυριότητας του υπόψη ακινήτου το ενάγον. Ωστόσο, η Γ' Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων, με την υπ' αριθ. ...-2014 απόφασή της δέχθηκε τις ασκηθείσες από τους εναγομένους Σ. Χ. του Β. και Κ.
Χ. του Β. ενστάσεις, κρίνοντας ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του φερόμενου δικαιοπαρόχου αυτών Β. Χ. του Κ., οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1β' του ν. 3127/2003. Ακολούθως, οι εναγόμενοι προέβησαν σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας του πατέρα τους Β. Χ., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. ...-2015 πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.
Τ., νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 2707 με αριθμό 103 και αναγράφηκαν οι ίδιοι ως δικαιούχοι κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, με τίτλο κτήσης την άνω αποδοχή κληρονομίας. Με την ένδικη αγωγή του το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τη μη κατάλυση του δικαιώματός του κυριότητας επί του επίδικου 7/161 ακινήτου, διότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 4 παρ. 1β' του ν.3127/2003 και o ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιούσε η οικογένεια της Ε. Π. από την εγκατάστασή της στην περιοχή μετά την μικρασιατική καταστροφή και παραχωρήθηκε ακολούθως ως "προίκα" στον Β. Χ. λόγω του γάμου του με αυτήν, ο οποίος από το έτος 1954 έως και την 17-12-2012, οπότε απεβίωσε, διενεργούσε επ' αυτού πράξεις νομής, συνιστάμενες στη χρήση του επ' αυτού κτίσματος ως κατοικία ή ως επαγγελματική στέγη ξυλουργείου και αποθήκη ξύλων, ακώλυτα και αδιατάρακτα έχοντας καλή πίστη και την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλονται δικαιώματα τρίτων.
Ωστόσο, από τα προαναφερθέντα, καθώς και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει παντελής απουσία του Β. Χ. από το 7/161 ακίνητο, και η παρουσία του σ' αυτό εντοπίζεται χρονικά το πρώτον περί τις αρχές του έτους 1973 όταν αυτός, στις 8-2-1973, προέβη ως συνδρομητής στη σύνδεση του ακινήτου στο όνομά του με το δίκτυο του Ο.Τ.Ε και έκτοτε μέχρι και τον χρόνο θανάτου του ενεργούσε επί του επίδικου ακινήτου διακατοχικές πράξεις αδιάκοπα και ανενόχλητα, χρησιμοποιώντας το επ' αυτού κτίσμα ως αποθήκη εργαστήριο ξυλείας, συνδέοντας αυτό στις 18-9-1987 και με το δίκτυο της ΔΕΗ.
Όμως ο Β. Χ. ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επίδικου με τα προσόντα της χρησικτησίας, καθόσον, εν προκειμένω δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η περίπτωση του εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν, 3127/2003, αφού αποδείχθηκε ότι ναι μεν υφίσταται τριακονταετής νομή του ακινήτου μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (19-3-2003), ωστόσο αυτός βρισκόταν σε κακή πίστη κατά το χρόνο κατάληψης του ακινήτου και έναρξης της νομής δεδομένου ότι γνώριζε ότι δεν είχε αποκτήσει την επ' αυτού κυριότητα.
Τούτο δε το γνώριζε με βεβαιότητα, καθόσον μέχρι και τις αρχές του έτους 1973 χρησιμοποίησαν το επίδικο ακίνητο αφενός μεν μέλη της οικογένειας Τ. από το έτος 1928 ως πλυντήριο, εκ των οποίων μάλιστα η Θ. χήρα Π. Τ. επεδίωξε κατά το έτος 1957 την έκδοση οριστικού τίτλου κυριότητας δια παραχωρήσεως σ' αυτήν με εξαγορά του εν λόγω ακινήτου, εγκαταλείποντας ακολούθως την προσπάθεια αυτή και περιοριζόμενη στην εκμίσθωση αυτού προς τον Ι.
Τ., αφετέρου δε o μισθωτής Ι. Τ. από το έτος 1957 ως υφαντήριο, ο οποίος επεδίωξε κατά το έτος 1971 την έκδοση οριστικού τίτλου κυριότητας δια παραχωρήσεως σ' αυτόν με εξαγορά του ακινήτου, εγκαταλείποντας και αυτός την προσπάθεια αυτή κατά τις αρχές του έτους 1973, λόγω της μη ευόδωσης της ένστασής του κατά της απορριπτικής της αίτησής του εξαγοράς απόφασης της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.
Η κατάληψη του ακινήτου από τον Β. Χ. έγινε τόσο άμεσα μετά την αποχώρηση του Ι. Τ. από αυτό, ώστε όταν ο Γ. Λ., υπάλληλος του Συνεργείου Κατεδαφίσεων της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης μετέβη στο ακίνητο κατόπιν της υπ' αριθ. 46809/18-10-1972 εντολής της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υπηρεσιών προς διακρίβωση της συμμόρφωσης ή μη του Ι.
Τ. στη διαταγή απομάκρυνσης αυτού από το ακίνητοι όπως σχετικά είχε ειδοποιηθεί, διαπίστωσε ότι το ακίνητο δεν είχε απελευθερωθεί από τον Ι. Τ. (βλ. το από 2-4-1973 έγγραφο του Προϊσταμένου της άνω Υπηρεσίας). Είχε δηλαδή την εντύπωση o προαναφερθείς υπάλληλος ότι εξακολουθούσε να παραμένει στο επίδικο ακίνητο ο Ι.
Τ., αγνοώντας ότι αμέσως μετά την απομάκρυνσή του το κενό καλύφθηκε από τον Β. Χ. ο οποίος με τη σειρά του γνώριζε ότι παρήλασαν από το επίδικο δημόσιο ακίνητο αυθαίρετοι κάτοχοι και μετά την αποχώρηση του τελευταίου κατόχου Ι. Τ. κατέλαβε ο ίδιος αυθαιρέτως αυτό. Όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την κακή πίστη του Β.
Χ. δεν αναιρούνται, τουναντίον ενισχύονται από τους αντιφατικούς ισχυρισμούς των εναγομένων ότι η μητέρα τους και σύζυγος του φερόμενου δικαιοπαρόχου τους Β. Χ. έλαβε το επίδικο ακίνητο ως προίκα κατά το έτος 1954, όταν και παντρεύτηκαν οι γονείς τους, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο γάμος αυτός τελέστηκε το έτος 1952, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
πρωτ. ...-1961 πιστοποιητικό του Δημάρχου Θεσσαλονίκης συνεπώς δεν δικαιολογείται η παραχώρηση της προίκας δύο έτη μετά τον γάμο. Αντιφατικότητα γεννά και ο περιεχόμενος στην υπ' αριθ. έκθ. κατάθεσης 50854/2008 αγωγή του Β. Χ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της Ανώνυμης Κτηματικής και Γεωργικής Εταιρίας στρεφομένης, με αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητας του επί του επίδικου 7/161 οικοπέδου, ισχυρισμός, τον οποίον επικαλούνται οι εναγόμενοι, ότι νέμεται το ακίνητο αυτό από το έτος 1985 και όχι από το έτος 1954 έχοντας κατασκευάσει επ' αυτού το έτος 1987 ξυλουργείο.
Ομοίως, ασυνέπεια προκαλείται και από τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι από τον γάμο των γονέων τους κατά το έτος 1954, αυτοί εγκαταστάθηκαν στο παλαιό κτίσμα του επίδικου ακινήτου, το οποίο διαμόρφωσαν κατάλληλα ως κατοικία, θεωρώντας ότι το οίκημα πλέον τους ανήκει κατ' αποκλειστικότητα και στον ίδιο χώρο ο πατέρας τους στέγασε την επιχείρησή του ως ξυλουργός, ωστόσο, από το προαναφερθέν υπ' αριθ.
πρωτ, ...-1961 πιστοποιητικό του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, καθώς και από την υπό ημεροχρονολογία 5-12-1961 υπεύθυνη δήλωση αστικής προσφυγικής αποκατάστασης της Μ. χήρας Χ. Π. προς το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας απευθυνόμενη, και τέλος από την υπ' αριθ. πρωτ. 53/80/4080/27-2-1967 βεβαίωση του Διοικητή του Ζ' Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης προς το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Θεσσαλονίκης απευθυνόμενη, προκύπτει ότι η Ε.
θυγατέρα Χ. Π., που νυμφεύθηκε το έτος 1952 τον Β. Χ., διέμενε μετά του συζύγου και των δύο τέκνων τους, μαζί με την Μ. χήρα Χ. Π. (πεθερά του Β. Χ.) επί της οδού ... στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης, η αυτή δε διεύθυνση κατοικίας της συζύγου του Β. Χ. αναγράφεται και στο υπ' αριθ. ...-1968 Παραχωρητήριο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, δια του οποίου παραχωρήθηκε στην προαναφερθείσα Μ.
χήρα Χ. Π. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και στο καθένα από τα τέσσερα τέκνα της κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, το 31 οικόπεδο (39 οίκημα) του 62 Ο.Τ. του προσφυγικού συνοικισμού Κάτω Τούμπας, επί της οδού ..., εμβαδού 98,85 τ.μ. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ 97/Β/6-12-1927 της υπ' αριθ. 131636/28-11-1927 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, την οποία και διατήρησε, αφού αυτό παρέμεινε αδιάθετο, δεδομένου ότι η ανωτέρω αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν ανακλήθηκε αυτοδικαίως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του από 29/30-1-1953 β.δ.
λαμβανομένου υπόψη ότι από το έτος 1927, ήτοι πολύ πριν την 15-4-1957, είχε γίνει κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο δια των υπηρεσιών του Υπουργείου Κρατικής Αντίληψης, υπό την έννοια της καθυπόταξης με εμφανείς πράξεις και ενέργειες στο ακίνητο, που δηλώνουν την πραγματική περιέλευσή του κατά τρόπο σταθερό και διαρκή στο Ελληνικό Δημόσιο που τις τέλεσε.
Η κυριότητα αυτή του ενάγοντος δεν καταλύθηκε με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3127/2003, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων ως κατ' ουσίαν αβασίμου, καθόσον, το παρόν δικαστήριο κρίνει ασφαλώς ότι δεν συντρέχει ο όρος της καλής πίστης στο πρόσωπο του Β. Χ. του Κ.
ούτε βεβαίως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η δημιουργία πεποίθησης αυτού ότι κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επίδικου ακινήτου περί τις αρχές του έτους 1973 είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού, τουναντίον αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε ότι με την αυθαίρετη κατάληψη του υπόψη ακινήτου προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων, ήταν σε κακή πίστη κατά το χρόνο κατάληψης του ακινήτου, έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, κράτησε την υπόθεση, δίκασε αυτή κατ' ουσίαν και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, εκτέθοντας με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με βάση τα οποία το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου η κυριότητα δεν καταλύθηκε από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Β.
Χ. με την άσκηση από αυτόν τριακονταετούς νομής χρησικτησίας στο επίδικο μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 και δεν προσπόρισε σε αυτόν κυριότητα, καθόσον ο τελευταίος κατά το χρόνο κατάληψης του επιδίκου (1973) και έναρξης της νομής του σε αυτό, τελούσε σε κακή πίστη. Οι παραδοχές αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 2 του ν. 3127/2003 και 1042 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφήρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Γ. Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής ή της ένστασης) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 486/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες- εναγόμενοι, με το πρώτο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε την αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε την καταλυτική αυτής ένστασή τους, περί της προβλεπόμενης ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, αν και τούτο (Ελληνικό Δημόσιο), δεν είχε, προς αντίκρουση της εν λόγω ενστάσεως, επικαλεστεί στο αγωγικό δικόγραφο, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων - αναιρεσειόντων Β. Χ. γνώριζε ότι το επίδικο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Από την παραδεκτή, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι το ενάγον, καθ'υποφοράν, είχε επικαλεστεί σε αυτή (σελ.3) την έλλειψη της καλής πίστης στο πρόσωπο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εναγομένων - αναιρεσειόντων. Επομένως αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, η καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεν χωρεί αν ο νομέας, εν προκειμένω ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, γνώριζε την ύπαρξη κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου, ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου (δεύτερου) αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή υπαγωγή, η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 8β' του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο), της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1094 ΑΚ που δημιουργεί νομική αοριστία της αγωγής, επειδή ως διεκδικητική αγωγή δεν είχε, για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της, το απαιτούμενο στοιχείο της κατάληψης (νομής και κατοχής) του ακινήτου από τους εναγομένους, παρότι είχε ως αίτημα, πέραν της αναγνώρισης της κυριότητας στο επίδικο και της διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, και την απόδοση του πράγματος στο ενάγον.
Ισχυρισμό τον οποίο πρότειναν ως εναγόμενοι νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις τους και επανέφεραν ως εφεσίβλητοι στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός ως προς το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση (ΑΠ 1097/2002, ΑΠ 19/2021) ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως διεκδικητική και διαπλαστική αγωγή, του άρθρου 6 παρ.2 ΕθνΚτημ (ν. 2664/1998).
Πλην όμως όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ'ουσίαν βάσιμη, ως αναγνωριστική κυριότητας και διαπλαστική αγωγή, του άρθρου 6 παρ.2 ΕθνΚτημ (ν. 2664/1998), όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της οποίας αρκεί η αμφισβήτηση της κυριότητας του ενάγοντος από τον εναγόμενο και όχι ως διεκδικητική αγωγή, για το παραδεκτό (και ορισμένο) της οποίας απαιτείται η επίκληση της κατάληψης του ακινήτου από τον εναγόμενο.
Επομένως ο 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου, στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες που χάνουν τη δίκη, μειωμένα όμως, λόγω του ότι αντίδικός τους είναι το Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, παρ. 2 της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 - ΑΠ 104/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01.02.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 1565/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ