Legislator Case Law & Legislation
1059/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on lease dispute, citing inadmissible grounds and untouchable factual findings.

Case Number 1059/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a commercial lease dispute. The appellant argued procedural flaws and challenged the court's assessment of evidence concerning a 200 euro subscription payment, but the Court found these grounds inadmissible. The Court ruled that the lower court's evaluation of facts and evidence was untouchable and did not violate the law, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a final judgment on facts and evidence is inadmissible if it merely contests the court's evaluation without proving a violation of substantive law or specific statutory grounds for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inadmissible appeal untouchable facts commercial lease dispute subscription payment evidence assessment final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 614, 615 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1059 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1059/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Τσαγκαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καϊτανίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 760/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2582/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 13-12-2021 (με αριθμ. έκθ. κατ. 1204/13-12-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2582/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται και οι μισθωτικές διαφορές, όπως η ένδικη (άρθρα 614 αριθμ. 1, 615 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν, ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 20-3-2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει του από 2-8-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" μίσθωσε από τον εναγόμενο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας, τον περιγραφόμενο στεγασμένο χώρο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κυλικείο.

Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε 5ετής και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 8.020 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 5%. Ότι η μισθωτική σύμβαση μεταβιβάστηκε από την ως άνω μισθώτρια στην ίδια (ενάγουσα), η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ένδικης μίσθωσης. Ότι κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης και την παράδοση του μισθίου σ' αυτήν το μίσθιο είχε πραγματικά ελαττώματα, που καθιστούσαν ανέφικτη τη χρήση του για το σκοπό που είχε μισθωθεί, ειδικότερα δε υπήρχαν αυθαιρεσίες εντός του μισθίου, οι οποίες απαγόρευαν την έκδοση αδείας λειτουργίας αυτού.

Ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να προβεί αυτός με τις αρμόδιες υπηρεσίες του στην έκδοση της πολεοδομικής άδειας για την άρση των παραπάνω πραγματικών ελαττωμάτων καθώς και σε όλες τις δέουσες ενέργειες, προκειμένου να νομιμοποιηθεί η λειτουργία του μισθίου. Ότι παρ' όλα αυτά το μίσθιο σφραγίστηκε επανειλημμένα επειδή δεν διέθετε άδεια λειτουργίας και η λειτουργία του μισθίου διακόπηκε την 19-11-2007 έκτοτε δε παρέμεινε κλειστό.

Ότι, στη συνέχεια, επειδή το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, παρά τα συμφωνηθέντα και τις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων δεν προέβη σε άρση του προαναφερόμενου πραγματικού ελαττώματος, κατήγγειλε (η ενάγουσα) τη μίσθωση από υπαιτιότητα του εναγοµένου και παρέδωσε το μίσθιο στις 23-9-2011.

Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα μισθώτρια, ζήτησε, κατόπιν μετατροπής του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει ως αποζημίωση τα ακόλουθα ποσά: α) 80.200 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα που κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2006 έως το Μάιο 2007, καίτοι δεν είχε την ακώλυτη χρήση του μισθίου, β) 33.981,88 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ποσά που κατέβαλε για την εξόφληση λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεφωνικής επικοινωνίας, ύδρευσης, αποχέτευσης και φυσικού αερίου γ) 47.966,13 ευρώ, που κατέβαλε για την αγορά εξοπλισμού του μίσθιου καταστήματος, δ) 924,63 ευρώ, που κατέβαλε για δικαιώματα μουσικής ε) 166,60 ευρώ, που κατέβαλε για υπηρεσίες απεντομώσεως και μυοκτονίας στο μίσθιο, στ) 200 ευρώ, που κατέβαλε για συνδρομή στο Ε.Β.Ε.Α.

και ζ) 1.238.475 ευρώ, που απώλεσε (ως διαφυγόν κέρδος) από τη µη λειτουργία του μισθίου, κατά το χρονικό διάστημα από 19-11-2007 έως 31-7-2011. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, µε την υπ' αριθμ. 760/2019 οριστική απόφασή του, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς το αίτημά της, καταβολής ποσού 40.100 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαϊου του έτους 2007, που κατέβαλε η μισθώτρια παρά την ανέφικτη χρήση του μισθίου, µε τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε την αγωγή κατά τα λοιπά κονδύλια.

Κατά της άνω απόφασης ασκήθηκαν: α) από την ήδη αναιρεσείουσα μισθώτρια η από 7.5.2020 έφεση και β) από τον ήδη αναιρεσίβλητο η από 9.6.2020 έφεση. Επί αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2582/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε αυτές τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995), συνάγεται ότι, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατ` εκείνο το χρόνο πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που παρακωλύει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση, αντί της μείωσης ή της μη καταβολής του μισθώματος, ο μισθωτής, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης.

Κατά δε το άρθρο 578 του ίδιου Κώδικα, το αυτό δικαίωμα έχει ο μισθωτής και αν ο εκμισθωτής έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την άρση πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της συμφωνημένης ιδιότητας. Από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 305 και 306 του ΑΚ, προκύπτει, ότι στο μισθωτή παρέχεται, στις παραπάνω περιπτώσεις, κατ` επιλογή του, είτε αξίωση για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, είτε αξίωση προς αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει την ανόρθωση της ζημίας του για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1051/2023).

Ειδικότερα, το δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτή περιλαμβάνει (άρθρα 297και 298 του ΑΚ) κατ` αρχήν κάθε θετική ή αποθετική του ζημία, που οφείλεται στην ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, όπως π.χ. μισθώματα που προκαταβλήθηκαν, ποσά που δαπανήθηκαν για τη μίσθωση άλλου πράγματος κ.λπ.

Βάσει αυτής της αξίωσης αποκαθίσταται επομένως και η ζημία, που υπέστη ο μισθωτής για δαπάνες του στο μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει κατά τα συμπεφωνημένα, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του από τη μη χρησιμοποίηση του μισθίου, λόγω του ελαττώματος, μέχρι όμως μόνο την άρση του ελαττώματος ή τη λύση ή λήξη της μίσθωσης (ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 774/2015), το οποίο συνίσταται στην εξαιτίας του επιζήμιου γεγονότος ματαίωση της βασίμως προσδοκώμενης αύξησης της περιουσίας του (ΑΠ 484/2023, ΑΠ 156/2021).

Αυτές οι αξιώσεις παρέχονται διαζευκτικώς στο μισθωτή και η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, υπό οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, χωρίς να μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη βούλησή του (ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 676/2019, ΑΠ 1638/2018, ΑΠ 1015/2015, ΑΠ 774/2015). Η ως άνω επιλογή μπορεί να γίνει και με αγωγή ή και κατ` ένσταση σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή απόδοση του μισθίου.

Ειδικότερα, τα δικαιώματα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος και αποζημίωσης παρέχονται στο μισθωτή, εκλεκτικά, δηλαδή ο μισθωτής μπορεί ελεύθερα να διαλέξει, ποιο από αυτά ικανοποιεί τα συμφέροντά του καλύτερα. Η επιλογή αυτή γίνεται με άτυπη απευθυντέα και ανεπίδεκτη αιρέσεως ή ανακλήσεως, σαφή, ρητή ή σιωπηρή, δήλωση του μισθωτή προς τον εκμισθωτή, σύμφωνα με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 306 παρ. 1 του ΑΚ.

Από δε την περιέλευση της δήλωσης αυτής του μισθωτή στον εκμισθωτή, διαπλάσσεται η νέα έννομη σχέση τους (άρθρο 167 ΑΚ, ΑΠ 986/2023, ΑΠ 729/2013, ΑΠ 1582/ 2008). Παράλληλα προς τα ανωτέρω δικαιώματά του, ο μισθωτής έχει το πρόσθετο δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση υπό τους όρους του άρθρου 585 του ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης της συμφωνηθείσας ιδιότητας αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση του μισθίου κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 του ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία (ΑΠ 1096 /2021).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα της καταγγελίας, κατά το ανωτέρω άρθρο 585 ΑΚ, παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα πραγματικά ελαττώματα και η έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα (ΑΠ 986/2023, ΑΠ 509/2020).

Περαιτέρω, όπως ορίζει το εδάφιο β' του άρθρου 298 ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους αρκεί η προσδοκία του με πιθανότητα (χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία πλήρης απόδειξη), κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, η ύπαρξη δηλαδή πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ υπαίτιας ζημιογόνου συμπεριφοράς και διαφυγόντος κέρδους.

Το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.

Έτσι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης και, παράλληλα, δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή την απλή πιθανολόγηση.

Συνεπώς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1410/2018, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 1306/2003, ΑΠ 549/2002). Ελέγχεται, όμως, αναιρετικώς η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή μη των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξίωσης, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους (ΑΠ 1410/2018, ΑΠ 1385/2012).

Τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς επίσης οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του κέρδους που φέρεται συνολικά ως διαφυγόν, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (Ολ.

ΑΠ 20/1992, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 104/2014). Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 529/2017, ΑΠ 1138/2014).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με τον ως άνω, επομένως, λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 296/2022). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 4/2024, ΑΠ 1105/2023, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1400/2019).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 1401/2008).

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, κατ'εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 (και όχι από τον αριθμό 1) ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, ποσού 1.238.475 ευρώ, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε ομοίως απορρίψει το σχετικό κονδύλιο.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της αγωγής της, αναφορικά με το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, εκθέτει σ' αυτήν ότι :"... Από τη μη χρήση του μισθίου κατά την περίοδο από της οριστικής σφραγίσεώς του (19-11-2007) μέχρι της συμφωνηθείσης λήξεως της μισθώσεως (31-7-2011) απωλέσαμε το καθαρό κέρδος που προσδοκούσαμε μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τη χρήση αυτού, αν δεν υπήρχαν τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματά του και δεν είχε σφραγισθεί το μίσθιο.

Ειδικότερα με βάση την δαπάνη, στην οποία προβήκαμε για την αποκατάσταση του μισθίου, το επίπεδο της γενοµένης αποκαταστάσεως αυτού, την θέση του, την ιστορικότητά του και την απόδοσή του κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο λειτούργησε το μίσθιο τα μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκώμενα έσοδα του μισθίου θα ανήρχοντο κατά µέσο όρο στο ποσό των 3.000 Ευρώ ημερησίως και συνολικώς κατά την περίοδο από 19-11-2007 μέχρι 31-7-2011 θα ανήρχοντο συνολικώς στο ποσό των 5.055.000 Ευρώ (ήτοι 1.685 ημέρες Χ 3.000 Ευρώ ημερησίως ), ...

ότι τα έξοδα λειτουργίας του μισθίου κατά την ανωτέρω περίοδο θα ανήρχοντο στο ποσό των 2.265 Ευρώ ημερησίως κατά µέσο όρο και δη για μικτές αποδοχές προσωπικού 12 ατόμων θα καταβάλαμε ποσό 600 Ευρώ ημερησίως (ήτοι 12 άτομα Χ50 Ευρώ κατά άτομο ημερησίως κατά µέσο όρο), για μίσθωμα θα καταβάλαμε ποσό 267,33 Ευρώ ημερησίως (ήτοι συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα 8.020 Ευρώ δια 30 ημέρες), για προμήθειες αγαθών θα καταβάλαμε ποσό 800 Ευρώ ημερησίως, για ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού θα καταβάλαμε ποσό 270,35 Ευρώ ημερησίως (ήτοι 12 άτομα Χ22,53 Ευρώ ανά άτομο ημερησίως), για χρηµατοοικονοµικά έξοδα και για αποσβέσεις της δαπάνης αποκαταστάσεως του μισθίου και της δαπάνης αγοράς του εξοπλισμού αυτού θα καταβάλαμε ποσό 110 Ευρώ ημερησίως, για δαπάνες οργανισμών κοινής ωφελείας (ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, φυσικό αέριο) θα καταβάλαμε ποσό 120 Ευρώ ημερησίως, για ασφάλιση του μισθίου και του εξοπλισμού του θα καταβάλαμε ποσό 27,30 Ευρώ ημερησίως, για την καθαριότητα του μισθίου θα καταβάλαμε ποσό 20 Ευρώ ημερησίως, για δημοτικούς φόρους και δημοτικά τέλη θα καταβάλαμε ποσό 20 Ευρώ ημερησίως, δηλαδή συνολικώς τα έξοδα λειτουργίας του μισθίου κατά την περίοδο από 19-11-2007 μέχρι 31-7-2011 θα ανήρχοντο συνολικώς στο ποσό των 3.816.525 Ευρώ (ήτοι 1.685 ημέρες Χ 2.265 Ευρώ ημερησίως).

Ούτως, από την µη λειτουργία του μισθίου κατά την περίοδο από 19-11-2007 μέχρι 31-7-2011 απωλέσαμε καθαρά κέρδη προσδοκώμενα μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ποσού 1.238.475 Ευρώ (ήτοι έσοδα 5.055.000 Ευρώ µείον έξοδα 3.816.925 Ευρώ) ". Με την προσβαλλόμενη απόφαση το ως άνω αιτούμενο κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσείουσας κρίθηκε αόριστο και απορριπτέο.

Στην κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι " ... η ένδικη αγωγή δεν περιέχει τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το ύψος του ζητούμενου διαφυγόντος κέρδους, αλλ' ούτε και παρατίθεται σ' αυτή εξειδικευμένη και λεπτομερής μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων που να καθιστούν πιθανό το ύψος του καθαρού κέρδους που θα αποκόμιζε η ενάγουσα την ως άνω περίοδο...".

Έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας, κατά το αίτημά της το σχετικό με την αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη της, απαιτώντας (η απόφαση) για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού ναι μεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή τα καθαρά μηνιαία έσοδα που προσδοκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να έχει με βεβαιότητα κατά το επίδικο διάστημα η αναιρεσείουσα από τη λειτουργία της επιχείρησής της, όμως δεν εξειδικεύονται τα έσοδα, που η ίδια θα αποκόμιζε από τη λειτουργία της, για το επίδικο χρονικό διάστημα, με αναφορά των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και προπαρασκευαστικών μέτρων, που καθιστούν πιθανά τα προσδοκώμενα και αιτούμενα με το εν λόγω κονδύλιο κέρδη, καθόσον η αναφορά και μόνο ότι τα προσδοκώμενα εκ της λειτουργίας της επιχείρησης κέρδη θα ανήρχοντο κατ' αναλογία στο ποσό των 3.000 Ευρώ ημερησίως δεν αρκεί για τον προσδιορισμό των άνω απαιτουμένων στοιχείων για το ορισμένο του κονδυλίου του διαφυγόντος κέρδους.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα, που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό κατ'εκτίμηση 14 (και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Περαιτέρω, όσον αφορά τα κονδύλια: α) δαπάνης σύνδεσης και παροχής φυσικού αερίου, ποσού 754,60 Ευρώ, β) δαπάνης δικαιωμάτων χρήσης μουσικής, ποσού 924,63 Ευρώ, γ) δαπάνης υπηρεσιών απεντόμωσης και μυοκτονίας, ποσού 166,60 Ευρώ, τα οποία, ομοίως, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν αόριστα και απορριπτέα, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, στην κρίση της αυτή, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι: " ...δεν προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι συγκεκριμένες δαπάνες, έτσι ώστε να μπορεί να αμυνθεί ο εναγόμενος...". Έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας, κατά το αίτημά της το σχετικό με την αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για δαπάνες της στο μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει κατά τα συμπεφωνημένα.

Συνεπώς, είναι αβάσιμα τα αντίθετα, που υποστηρίζονται με τον ίδιο ως άνω (πρώτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό, κατ'εκτίμηση 14 (και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Επιπροσθέτως, όσον αφορά τα κονδύλια: α) δαπάνης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, περιόδου από 28-2-2007 έως 21-5-2012, ποσού 11.026,43 Ευρώ, β) δαπάνης τελών καθαριότητος και φωτισμού, περιόδου από 28-2-2007 έως 21-5-2012, ποσού 20.605,35 Ευρώ, γ) δαπάνης παροχής τηλεφωνικής επικοινωνίας, περιόδου από 30-11-2006 έως 7-1-2008, ποσού 491,50 Ευρώ και δ) δαπάνης παροχής ύδρευσης και αποχέτευσης, περιόδου από 6-6-2006 έως 5-12-2006, ποσού 504 Ευρώ, τα οποία, ομοίως, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν αόριστα και απορριπτέα, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, στην κρίση της αυτή, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι: "...στην κρινόμενη αγωγή δεν γίνεται, όπως θα έπρεπε για την πληρότητά της, αναφορά στα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα στα οποία αντιστοιχούν με παράθεση των αντιστοίχων εγγράφων λογαριασμών δοθέντος του ότι, όπως αποδείχθηκε, το μίσθιο ήταν σε λειτουργία κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-2006 έως 31-12-2006 και, επομένως, τα σχετικά αιτούμενα κονδύλια πρέπει να αντιστοιχούν εξ ολοκλήρου στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η μισθώτρια δεν έκανε χρήση του μισθίου.

Ιδίως σε ότι αφορά το ποσό των 32.231,78 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για την εξόφληση των λογαριασμών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας κ.λπ από 28-2-2007 έως 21- 5-2012, η αοριστία έγκειται στο ότι δεν αναφέρεται στην κρινομένη αγωγή σε ποιά χρονικά διαστήματα αντιστοιχούν τα μερικά ποσά που αθροιζόμενα καταλήγουν στο ως άνω συνολικό ποσό, κυρίως δε αν αφορούν προηγούμενες και ανεξόφλητες οφειλές, οι οποίες κάθε φορά προστίθενται, όπως είναι γνωστό στον επόμενο λογαριασμό".

Έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας, κατά το αίτημά της το σχετικό με την αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για δαπάνες της στο μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει κατά τα συμπεφωνημένα, δοθέντος ότι δεν γίνεται μερικότερη αντιστοίχιση στο συγκεκριμένο διάστημα της πραγματικής χρήσης του μισθίου, ενόψει του χρονικού διαστήματος στο οποίο αφορούν αυτά, ούτε εξάλλου είναι επιτρεπτός ο αυθαίρετος περιορισμός των εν λόγω κονδυλίων από το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, είναι αβάσιμα τα αντίθετα, που υποστηρίζονται με τον ως άνω (πρώτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό κατ'εκτίμηση 14 (και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ12/1997), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ,ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (τον οποίο επανέφερε και με το δεύτερο λόγο της έφεσης της κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αγωγή της), ότι συνεπεία της αδυναμίας χρήσης του μισθίου, λόγω πραγματικού ελαττώματος, υπέστη θετική ζημία ποσού 47.966,13 ευρώ, το οποίο κατέβαλε για την αγορά εξοπλισμού, προκειμένου να χρησιμοποιήσει το μίσθιο κατά τα συμπεφωνημένα.

Ο λόγος, όμως, αυτός της αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι ο επικαλούμενος αγωγικός ισχυρισμός ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε από το Εφετείο, κατ' ουσία, με τις ακόλουθη, επί λέξει, αιτιολογία: "...

η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι λόγω υπαιτιότητας του εναγομένου ζημιώθηκε κατά το ποσό των 47.966,13 ευρώ, το οποίο κατέβαλε για την αγορά εξοπλισμού του μισθίου καταστήματος, πλην, όμως, δεν προέκυψε μετά της απαιτούμενης βεβαιότητας προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι το ανωτέρω ποσό αποτελεί θετική ζημία της ενάγουσας, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την αδυναμία της να λειτουργήσει την επιχείρησή της εντός του μισθίου, εξαιτίας του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος.

Ειδικότερα η αξίωση της ενάγουσας ως προς το ανωτέρω ποσό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον αφορά ποσά για αγορά κινητών πραγμάτων, όπως σερβίτσια, μαχαιροπήρουνα, μαγειρικά σκεύη, ηλεκτρικές συσκευές, τραπέζια και καρέκλες, τα οποία αφενός χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του καταστήματος μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2006, αφετέρου δεν εξηγείται επαρκώς ...γιατί δεν αφαιρέθηκαν μεταγενέστερα από το μίσθιο, ήτοι μετά την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης, ώστε να μην υποστεί ζημία αντίστοιχη με την αξία κτήσης τους, όπως αξιώνει με την αγωγή...".

Επομένως, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (επαναφερθέντα με λόγο έφεσης) και τον απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1176/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς μόνον από τον αριθμό 19), όσον αφορά την απόρριψη ως αβασίμου του κονδυλίου αποζημίωσης ποσού 200 ευρώ, το οποίο κατεβλήθη εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας, ως ετήσια συνδρομή για τα έτη 2007 και 2008, στο ΕΒΕΑ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο με την εξής αιτιολογία "...το κονδύλιο ύψους 200 ευρώ, που αφορά τη συνδρομή της ενάγουσας στο ΕΒΕΑ κρίνεται ωσαύτως απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε σύνδεσή του με την αδυναμία της ενάγουσας να λειτουργήσει την επιχείρησή της εντός του μισθίου...".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2582/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ