Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's property benefit assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against a regional court's decision regarding property benefits. The appellants argued the lower court's reasoning was insufficient regarding access to infrastructure and zoning changes, but the court found these claims to be inadmissible as they required a factual re-evaluation. The court ruled that the lower court's decision was legally sound and based on a valid assessment of the facts, thus rejecting the appeal entirely.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may review substantive law application only if the lower court's reasoning is unclear or contradictory, whereas arguments challenging the court's evaluation of evidence or factual analysis are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1059 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1059/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Χ. του Κ., 2) Ν. Χ. του Κ., 3) Σ. Χ. του Κ., 4) Σ. Α. του Α. και 5) Δ. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 11-1-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για την θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.ΑΠ 18/1998, AΠ 1182/2012).
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όπως συμβαίνει όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα (ΑΠ 1182/2014, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 669/ 2007). Εξ άλλου, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε, ως αόριστη.
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/ 1977, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, επομένως, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/ 2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27.12.2010 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ιστορούσαν ότι με την υπ' αριθ. 1061509/6441/0010/1999 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την κατασκευή του έργου "Προσβάσεις Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου", υπέρ και με δαπάνες του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ακίνητά τους.
Ότι για την ως άνω απαλλοτρίωση καθορίσθηκε οριστική αποζημίωση με την υπ' αριθ. 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών και στη συνέχεια αυτοί ως ιδιοκτήτες των ακινήτων αυτών αποζημιώθηκαν από το εναγόμενο για τμήμα μόνον από την συνολική έκταση των ιδιοκτησιών τους, καθόσον για τα υπόλοιπα τμήματα θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωση ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες.
Ότι στην πραγματικότητα από την κατασκευή του εν λόγω έργου δεν ωφελήθηκαν τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά αντιθέτως ζημιώθηκαν, διότι: α) δεν απέκτησαν πρόσωπο στην εθνική οδό, και β) κατέστησαν μη οικοδομήσιμα επειδή σε απόσταση 60 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης απαγορεύεται η ανέγερση παντός κτίσματος.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, με το νόμιμο τόκο, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αξία των απαλλοτριούμενων τμημάτων των ακινήτων ενός εκάστου, για τα οποία μη νομίμως θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωση.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ και τις ανωτέρω διατάξεις, αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία και, συνεπώς, παρίσταται επαρκώς ορισμένη. Στοιχεία όπως: α) αν το έργο, για το οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση, συμβάλλει ή όχι στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, β) αν το συγκεκριμένο ακίνητο ωφελείται από αυτήν την ανάπτυξη (με συνέπεια την αύξηση της αξίας του) ή όχι, γ) με ποιον τρόπο το παρόδιο ακίνητο αποκτά πρόσβαση στην εθνική οδό, ιδίως σε πόση απόσταση βρίσκεται η πλησιέστερη είσοδος, αλλά και πόσο εύκολη πρόσβαση είχε το ακίνητο στο προϋφιστάμενο εθνικό οδικό δίκτυο, δ)ποια ήταν, πριν τη διάνοιξη της οδού, η χρήση του ακινήτου, ε) ποιές ακριβώς επιπτώσεις έχει το έργο στην υφιστάμενη χρήση του ακινήτου και σε τι απόσταση βρίσκεται το ακίνητο από το έργο, προκειμένου να δικαιολογηθεί η ένταση των επιπτώσεων, στ) αν τυχόν το έργο καθιστά δυνατές νέες χρήσεις του ακινήτου, ζ) αν το ακίνητο ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, καθώς και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση αυτή (αρχικό εμβαδόν, προϋπάρχον πρόσωπο επί κοινόχρηστου χώρου, δυνατότητα τήρησης ελάχιστων αποστάσεων), η) ποιο είναι το εναπομένον εμβαδόν του ακινήτου, θ) τι πρόσωπο έχει το ακίνητο επί της διανοιγόμενης οδού, ι) τι βάθος έχει το ακίνητο, ώστε να ελεγχθεί αν υπάρχει η δυνατότητα τήρησης των αποστάσεων των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 40 μέτρων από το όριο αυτής (στο Βασικό Εθνικό Δίκτυο) ή των 45 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 30 μέτρων από το όριο αυτής (στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο), δεν απαιτούνται, αφού είναι στοιχεία που μπορούν να συμπληρωθούν με τις αποδείξεις και δεν ήταν απαραίτητο να ιστορούνται στην αγωγή προς θεμελίωσή της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εκ του ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, καθ' όσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον προβληθέντα με τον συναφή λόγο της εφέσεώς του ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της προκειμένης αναιρετικής δίκης, πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ' αριθ. 1061509/6441/ 0010/13.7.99 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ τευχ. Δ' 612/6.8.1999), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για την κατασκευή του έργου "Προσβάσεις Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου", υπέρ και με δαπάνες του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 87.758,54 τ.μ.
Η ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση απεικονίζεται στο από Μαρτίου 1999 και με αριθμ. 1, 2 και 3 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο από Ιανουάριου 1999 κτηματολογικά πίνακα της Διεύθυνσης Δ 12 του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συντάξει οι Γ. Δ. και Σ. Β. για την ανάδοχο εταιρεία και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής Κ.
Δ. στις 2.4.1999, ως και στην από Ιουνίου 2000 έκθεση κτηματογράφησης που συντάχθηκε από τον Τοπογράφο Μηχανικό Χ. Δ., και θεωρήθηκε από τον Διευθυντή ΕΥΔΕ/ΣΕΑ Δ. Κ.. Τμήμα της έκτασης αυτής, εμβαδού 41.883,21 μ2, βρίσκεται στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας, στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αντιρρίου. Τον Ιανουάριο του 1999 συντάχθηκε οριστικός κτηματολογικός πίνακας των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν και ακολούθως με την 143/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας για τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του "Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών. Τμήματα της απαλλοτριούμενης έκτασης, αποτελούν οι ιδιοκτησίες με αριθμούς Κ.Π. 7 και 17. Από αυτές η πρώτη έκταση, εμβαδού 6.889,24 τ.μ. στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Αντιρρίου, η οποία στην πιο πάνω απαλλοτρίωση έλαβε αριθμό κτηματολογικού πίνακα 7 και από την οποία απαλλοτριώθηκε έκταση 1.569,18 τ.μ υπό τα στοιχεία ..., με εναπομένουσα έκταση εμβαδού 5.320,06 τ.μ, περιλαμβάνεται στην ευρύτερη απαλλοτριούμενη έκταση.
Το ακίνητο αυτό απέκτησαν αρχικά ως ψιλοί κύριοι λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα τους Κ. Χ., οι τρεις πρώτοι ενάγοντες, με το .../5-10-1992 συμβόλαιο γονικής παροχής που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ναυπάκτου Νικόλαος Παπαναστασόπουλος και μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο παρέχων παρακράτησε την επικαρπία μετά δε το θάνατο του τελευταίου που επήλθε στις 10-7-2009, όπως βεβαιώνεται από την 21/2009 ληξιαρχική πράξη που υπογράφει ο ληξίαρχος Αντιρρίου, η ψιλή κυριότητα ενώθηκε με την επικαρπία και ενδυναμώθηκε σε πλήρη κυριότητα και κατέστησαν πλήρεις κύριοι εξ αδιαιρέτου κατά 1/3 έκαστος.
Επίσης η δεύτερη έκταση, εμβαδού 6.300 τ.μ., στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Αντιρρίου, η οποία στην πιο πάνω απαλλοτρίωση έλαβε αριθμό κτηματολογικού πίνακα … και από την οποία απαλλοτριώθηκε έκταση 3.246,20 τ.μ, υπό τα στοιχεία ...,με εναπομένουσα έκταση, εμβαδού 3.053,80 τ.μ, περιλαμβάνεται στην ευρύτερη απαλλοτριούμενη έκταση.
Το ακίνητο αυτό απέκτησαν οι τέταρτος και πέμπτος των εναγόντων κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος (με τρόπο κτήσης της κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία νεμόμενοι αυτό αδιάλειπτα και ανενόχλητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών). Μετά δε την απαλλοτρίωση τμήματος αυτών, απέμεινε έκταση εμβαδού 5.320,06 τ.μ.
για την ιδιοκτησία με αριθμό Κ.Π. … και έκταση εμβαδού 3.053,80 τ.μ. για την ιδιοκτησία με αριθμό Κ.Π. …. Με την 143/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης των πιο πάνω ιδιοκτησιών α)της πρώτης, οι τρεις πρώτοι των εναγόντων και β)της δεύτερης ο τέταρτος και πέμπτος των εναγόντων αντιστοίχως.
Με την 143/31-10-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος για μεν την με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα (ΑΚΠ) 7 ιδιοκτησία το ποσό των 15.000 δρχ. ανά τ.μ. και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα αυτής σε ποσοστό 50% επί της καθορισθείσας προσωρινής τιμής ήτοι 7.500 δρχ.ανά τ.μ., για δε την με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα. (ΑΚΠ) 17 ιδιοκτησία το ποσό των 17.000δρχ.τ.μ.
και δεν καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα αυτής. Με την αρ. πρωτ. Δ12α/Φ16/34271/21.11.2000 απόφαση εγκρίθηκε δαπάνη ύψους 384.508.005 δρχ. για αποζημίωση των ακινήτων και εκδόθηκε το με αρ. 5765/04.12.2000 γραμμάτιο παρακαταθήκης ποσού 384.508.005 δρχ. στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 945Δ/29.12.2000 και κατόπιν τούτου συντελέσθηκε πλήρως η απαλλοτρίωση την 29.12.2000 και κατελήφθησαν ολοσχερώς οι απαλλοτριωθείσες εκτάσεις...
Με την 1207/12.12.02 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης, για το έδαφος για μεν την με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα (ΑΚΠ) 7 ιδιοκτησία στο ποσό των 53,00 ευρώ ανά τ.μ. για δε την με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα (ΑΚΠ) 17 ιδιοκτησία στο ποσό των 60,00 ευρώ ανά τ.μ. και δεν καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων αυτών...
Μετά την άσκηση αίτησης αναίρεσης από πλευράς των εναγόντων κατά της 1207/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών και την έκδοση της 332/2004 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση, κατά το μέρος που αφορούσε τη μη επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης στα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των εναγόντων, εκδόθηκε η 655/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών που καθόρισε μόνο ποσοστό μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών μετά την απαλλοτρίωση και συγκεκριμένα 1)της ΑΚΠ 7 ιδιοκτησίας για έκταση 5.320,06 τ.μ σε ποσοστό 20% και 2) της ΑΚΠ 17 ιδιοκτησίας για έκταση 3.053,8 τ.μ σε ποσοστό 20% επί της καθορισθείσας οριστικής τιμής με την 1207/ 2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών...
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του οποίου συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση κατέβαλε στους ενάγοντες αποζημίωση για τα τμήματα των απαλλοτριούμενων ακινήτων καθώς και για τα επικείμενα αυτών ενώ για τις προαναφερθείσες ιδιοκτησίες με αριθμό Κ.Π. 7 και Κ.Π. 17, θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενες, καθόσον χαρακτηρίστηκαν ως ωφελούμενες παρόδιες κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, έκταση 1.177,71 τ.μ.
που αποτυπώνεται στα κτηματολογικά διαγράμματα και στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης με τα στοιχεία ... και έκταση 538,38 τ.μ. που αποτυπώνεται στα κτηματολογικά διαγράμματα και στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης με τα στοιχεία ... αντιστοίχως. Έτσι οι παραπάνω ιδιοκτησίες, χρεώθηκαν με αυτοαποζημίωση ως ωφελούμενες παρόδιες για τις προαναφερόμενες εκτάσεις και συμψηφίσθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση με την υποχρέωση αυτοαποζημίωσης.
Το μεν ακίνητο με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα (ΑΚΠ) … πριν την απαλλοτρίωση ήταν ελαιώνας, περιφραγμένος με συρματοπερίφραξη, με οικοπεδική αξία, εκτός σχεδίου πόλης, αλλά εντός της ζώνης των πεντακοσίων μέτρων από τον οικισμό του Αντιρρίου, άρτιο και οικοδομήσιμο και έχει πρόσωπο σε δύο ασφαλτοστρωμένους δρόμους ενώ μετά την απαλλοτρίωση η έκταση που απέμεινε είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμη, λόγω του ότι από τον άξονα της οδού οι οικοδομές πρέπει απέχουν τουλάχιστον εξήντα (60) μέτρα με συνέπεια η επιφάνεια που απομένει να μην επαρκεί για τυχόν ανέγερση κτιρίου.
Το δε ακίνητο με (ΑΚΠ) 17, ομοίως ήταν ελαιώνας, περιφραγμένος με συρματοπερίφραξη, με οικοπεδική αξία, καθώς είχε πρόσοψη στην εθνική οδό Αντιρρίου -Ναυπάκτου, εκτός σχεδίου πόλης, αλλά εντός της ζώνης των "πεντακοσίων μέτρων από τον οικισμό του Αντιρρίου πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και μετά απ' αυτήν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, λόγω έκτασης και απόστασης από τον άξονα του εθνικού δρόμου, ενώ έχει πρόσωπό σε ασφαλτοστρωμένη οδό.
Εξάλλου από όλα τα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, αποδείχθηκε ότι ναι μεν η προαναφερόμενη απαλλοτρίωση για το συγκεκριμένο έργο συγκοινωνιακού δικτύου επέφερε γενικώς πλεονεκτήματα υπό τη μορφή της αξιοποίησης της ευρύτερης περιοχής ή σε κάθε περίπτωση έθεσε τις βάσεις εφαρμογής μελλοντικών σχεδίων αξιοποίησης της, πλην όμως, για την απαλλοτρίωση των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών ουδόλως μπορούν να ληφθούν υπόψη τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα, που προκύπτουν από τις αντίστοιχες εργασίες και μάλιστα αμάχητα.
Και τούτο διότι η οδός για την πρόσβαση στη γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, παρουσιάζει υψομετρική διαφορά περίπου τριών μέτρων σε σχέση με την επιφάνεια των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών και επιπλέον είναι οδός κλειστή, καθόσον πρόκειται για οδό ταχείας κυκλοφορίας, αφού δεν επιτρέπεται η επικοινωνία με τα ακίνητα που βρίσκονται ένθεν και ένθεν αυτής, η δε προσπέλασή της γίνεται με ειδικές περίπλοκες κυκλοφοριακές συνδέσεις, οπότε οι ενάγοντες δεν αποκτούν ουσιαστικά και δη κατά τρόπο άμεσο, πρόσωπο επί της οδού αυτής, ούτε οι εναπομένουσες μετά την απαλλοτρίωση ιδιοκτησίες τους επικοινωνούν μ' αυτή ούτε έχουν δυνατότητα ευχερούς πρόσβασης προς αυτή.
Επομένως δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου επί της διανοιχθείσας οδού. Περαιτέρω πέραν της έμμεσης ωφέλειας που προέκυψε από την ολοκλήρωση του έργου για το οποίο έλαβε χώρα η επίδικη απαλλοτρίωση (πρόσβασης στη γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου), αφού μετέβαλε εκ βάθρων την οικονομική φυσιογνωμία, πολλαπλασιάζοντας την αξία των ακινήτων της ευρύτερης περιοχής, γεγονός που αφορά και τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής και τους χρήστες της οδού αυτής, δεν αποκτούν οι ενάγοντες κάποια άμεση ωφέλεια και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθούν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση σύμφωνα με την έννοια του ν. 653/1977.
Κατά την κρίση συνεπώς και του παρόντος Δικαστηρίου τα ως άνω εδαφικά τμήματα τα οποία αντιστοιχούν στην υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση των ακινήτων των εναγόντων δεν ωφελήθηκαν από την διάνοιξη της προαναφερόμενης οδού. Επομένως οι ιδιοκτήτες τους δεν έχουν υποχρέωση να συμμετάσχουν στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1997, αλλά πρέπει να αποζημιωθούν πλήρως από το εναγόμενο, υπολογιζομένης της αξίας αυτής βάσει της οριστικής τιμής που καθορίστηκε για καθένα από αυτά με την 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία (τιμή) αναφέρεται στην πραγματική αξία των ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης...".
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας, διότι για τα ακίνητα αυτά, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου επί των διανοιγομένων οδών, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνον τότε θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλα στοιχεία (οικοδομησιμότητα, δυνατότητες χρήσεως των ακινήτων κ.λπ.) (ΑΠ 455/2016, ΑΠ 653/2014).
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ότι δηλαδή είναι ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως γιατί δεν αναφέρονται: α) εάν τα ακίνητα έχουν πρόσβαση στο κατασκευαζόμενο παράπλευρο δίκτυο και σε πόση απόσταση από τα σημεία εισόδου, β) εάν η κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου αναβαθμίζει τη φυσιογνωμία της περιοχής από αμιγώς αγροτική σε μικτή αγροτική -εμπορική - βιομηχανική, είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, απαράδεκτες, καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, είναι σαφές.
Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στην ως άνω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις και πρέπει ο σχετικός, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957,όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.10.2018 και με αριθμό καταθέσεως 36/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ