Legislator Case Law & Legislation
1059/2020 AI generated

1059/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1059/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Legislator headnote

AI generated

1059/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 143/1984, Α.Π. 949/2015). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση η από 17-11- 2017 και με αριθ καταθ 48/2017 αίτηση για αναίρεση της 253/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων , καθώς και οι από 4-9-2019 (αριθ.καταθ 83/2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25-9-2019 (βλ.

Keywords

AI generated
incapacity for work safety regulations violation exposure to danger protective equipment hazardous work job security
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1059 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1059/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "....Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και 2) Γ... Ζ.... του Α..., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Παπαδήμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ... χήρας Χ.... Κ., 2) Α. Κ. του Χ., 3) Ε. Κ. του Χ., 4) Γ. Κ. του Χ., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 5) Α. συζύγου Γ. Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, την από 28-2-2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση της 1ης των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 541/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 253/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-11-2017 αίτησή τους και τους από 4-9-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που (κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ" αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.

Α.Π. 143/1984, Α.Π. 949/2015). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση η από 17-11- 2017 και με αριθ καταθ 48/2017 αίτηση για αναίρεση της 253/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων , καθώς και οι από 4-9-2019 (αριθ.καταθ 83/2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25-9-2019 (βλ.

την 83/25-9-2019 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό), ενώ η αρχική δικάσιμος της υπόθεσης ορίσθηκε αρμοδίως για τις 5-11-2019 (βλ. την από 22-11-2018 πράξη της αντιπροέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης).

Συνεπώς, το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους (βλ. τις υπ' αριθμ. 3Δ, 4Δ, 5Δ, 6Δ και 7Δ/27-9-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας Δ ... Κ...). Επομένως αυτοί, εφόσον είναι παραδεκτοί, πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 569 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

2. Σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η αντέφεση στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ασκούνται και με τις προτάσεις. Με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ του Κ.Πολ,Δ. που περιείχε τα άρθρα 591 έως 681Δ και περιέχει πλέον τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια την σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681Δ του ως άνω Κώδικα.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του αυτού Ν. 4335/2015, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. ζ' του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015: "1.

Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)..., ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης".

Κατά τη σαφή διατύπωση των άνω διατάξεων η αντέφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι η διαδικασία των εργατικών διαφορών, άρθρο 614 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ) ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.

Κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, για την άσκηση ειδικότερα των πρόσθετων λόγων έφεσης απαιτείται να συντελεστούν και οι δύο ως άνω οριζόμενες διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του δικογράφου της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της επίδοσης στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους, κατά την έννοια του άρθρου 111 του Κ.Πολ.Δ., αμφότερες δε πρέπει να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλιώς οι πρόσθετοι λόγοι, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.

Συνακόλουθα, το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων ως προς τις διατυπώσεις της ασκήσεώς τους, ως διαδικαστικής πράξεως, κρίνονται κατά το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της ασκήσεώς της, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ,Δ. Επομένως, η τήρηση της ως άνω έγγραφης προδικασίας του άρθρου 591 παρ. 1 εδ.

ζ' του ΚΠολΔ, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης των πρόσθετων λόγων, στις ειδικές διαδικασίες, απαιτείται και στην περίπτωση που η έφεση έχει ασκηθεί πριν από την 1-1-2016 (ΑΠ 135/2019).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την παραμονή της συζήτησης της από 5-1-2015 (αριθ. καταθ. 8/2015) εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 541/28-11-2014 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρο 663 παρ1, όπως αυτό ίσχυε πριν την 1-1-2016), της οποίας η συζήτηση είχε προσδιοριστεί για τις 20-9-2017, οι αναιρεσείοντες, με τις από 19-9-2017 προτάσεις τους, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Εφετείου κατά την παραμονή της συζητήσεως της εφέσεως (19-9-2017), κατέθεσαν πρόσθετους λόγους εφέσεως, τους οποίους το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτους, λόγω της ασκήσεώς τους με τις προτάσεις και όχι.

με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδίδεται πριν από 8 εργάσιμες ημέρες στους εφεσίβλητους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, διότι οι πρόσθετοι λόγοι μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται έστω και αν η έφεση είχε ασκηθεί με τον προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, όπως στην προκειμένη περίπτωση που ασκήθηκε πριν από την 1.1.2016, αλλά συζητήθηκε στις 20-9-2017, ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση κατά τα εκτεθέντα και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 1156/2018).

4. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 204/2017, 688/2016, 2261/2014).

Θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομιστεί εμπρόθεσμα, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (ΑΠ Ολομ. 2/2008). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 12/2015).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδάφ. δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα), όπως ίσχυαν και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση πριν καταργηθούν, έμμεσα, με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, από 1-1- 2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 ίδιου νόμου), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Για να ιδρυθεί, όμως, ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, ως προς επικληθείσα και προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση, η επίκληση αυτής πρέπει να είναι ειδική και συγκεκριμένα να προκύπτει ο αριθμός της, αυτός ενώπιον του οποίο δόθηκε, το περιεχόμενο της και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η εκ μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 176/2016, 887/2015).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και έκτο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και τα οποία αποδείκνυαν τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι δεν τους βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα για το ένδικο εργατικό ατύχημα, ήτοι: 1) τις από 14-2-2009 προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Δ...

Π...., Γ.... Γ..., Ι. Λ. και Γ. Λ., οι οποίοι κατέθεσαν ότι o θανών ανέβηκε με δική του πρωτοβουλία και χωρίς σχετική εντολή για την εκτέλεση του επίμαχου έργου, 2) τις από 6-12-2009, 24-11-2009 και 17-12-2009 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Π., Γ. και Λ.. ενώπιον του Πταισματοδίκη (οι δύο πρώτες) και του Ειρηνοδίκη (η τρίτη), 3) τις αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις υπ' αριθμ. 613/1-12-2016 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και 320/2016 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων, 4) την ένορκη βεβαίωση του Γ.

Μ., 5) σχέδια, μελέτες και εγχειρίδια ασφαλείας προς το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας Ιωαννίνων και την κυρία του έργου, στα οποία περιγράφονται οι αρμοδιότητες κάθε προσώπου και ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία εκτελούνται με ασφάλεια οι επί μέρους εργασίες και 6) το από 8-12-2009 πιστοποιητικό ελέγχου καταλληλότητας ανυψωτικού μηχανήματος, από το οποίο προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα διέθετε γερανοφόρο όχημα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία υπ' αριθμ. 2 και 5, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο αυτών, καθώς και όσον αφορά το υπό στοιχείο 4 αποδεικτικό μέσο, δηλαδή την ένορκη βεβαίωση του Γ. Μ., διότι δεν αναφέρεται ο αριθμός αυτής, ενώπιον τίνος δόθηκε, το περιεχόμενο της, ο αριθμός της έκθεσης επίδοσης κλήσης προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά την ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη ένορκη βεβαίωση ή ότι παραστάθηκαν οι αναιρεσίβλητοι κατά τη δόση αυτής.

Περαιτέρω, ως προς τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, από τη γενική βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στη σελίδα 16 αυτής, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, δεν απομένει αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα αναφερόμενα πιο πάνω υπ' αριθμ. 1, 3 και 6 έγγραφα.

Μάλιστα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ειδική αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων Π...., Γ... και Λ... και στην ποινική απόφαση 613/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

6. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 του ΠΚ , συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει τα ποσά αυτά.

Η έννοια τη συνυπαιτιότητας είναι νομική και ως εκ τούτου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, σχετικά με την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της, το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης και δη αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1209/2019, 1255/2018).

Εξάλλου, όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως υφίσταται μόνο αν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 555/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24- 7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Eισ.N ΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Στην περίπτωση αυτή, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος απ' αυτόν ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 2008/2013, 723/2012, 1840/2011, 814/2011).

7. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Π.Δ/γμα 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", "Εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύναται να εξασφαλισθεί απόλυτα είτε δια της εξαλείψεως του κινδύνου είτε δια των ομαδικών μέτρων προστασίας διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον εις τους εργαζομένους ατομικά μέσα προστασίας.

Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας..." (άρθρο 102), "Οι εργαζόμενοι εις εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, πρέπει να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα υπό του εκτελούντος το έργον.

Η χρήσις κρανών είναι υποχρεωτική" (άρθρο 103), "Ο εκτελών το έργον πρέπει να εξασφαλίζη την δυνατότητα χρήσεως ζωνών ασφαλείας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας η χρήσις αύτη είναι αναγκαία. Αι ζώναι ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελευθέραν πτώσιν πλέον του ενός (1) μέτρου.." (άρθρο 107). Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 Παράρτημα IV-Μέρος Β'- Τμήμα II -εδάφιο 5 - Παράγρ. 5.2 του ΠΔ/τος 305/1996, "Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας.

Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Με σαφήνεια προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις ότι οι απασχολούμενοι σε εργοτάξια πρέπει να φέρουν υποχρεωτικά κράνος, ανεξαρτήτως εργασίας που εκτελούν και οι απασχολούμενοι σε ύψος πρέπει να φέρουν ατομικά μέσα ασφαλούς εργασίας, όπως γάντζους, ειδικά υποδήματα, στολή κλπ , ο δε εργοδότης πρέπει να επιβλέπει τη χρήση αυτών από τον εργαζόμενο και πέραν τούτων πρέπει και ο ίδιος να λαμβάνει μέτρα προστασίας, όπως τοποθέτηση δικτύου ασφαλείας για την περίπτωση πτώσης του εργαζόμενου.

8. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη χωρίς να προταθούν. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα, νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος. Το γεγονός δε ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο (ΑΠ 93/2020, 403/2019, 209/2019, 749/2017, 692/2017).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ελέχεται η η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθ. .559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1253/2014 ).

Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚπολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παράπονο για μη κήρυξη ακυρότητας της αγωγής λόγω αοριστίας, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό κατά την πρώτη συζήτηση και επαναφέρθηκε στο εφετείο με λόγο έφεσης ή ρε τις προτάσεις (Ολ ΑΠ 1/1987, ΑΠ 222/2009, ΑΠ 765/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 5-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, παρότι πρότειναν παραδεκτά ισχυρισμό περί αοριστίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης, καθόσον στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με σαφήνεια οι συνθήκες του ατυχήματος, η βαρύτητα του πταίσματος της εργοδότριας, από ποια νομική διάταξη προκύπτει η ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος, η ηθική βλάβη που υπέστησαν οι ενάγοντες και η έκταση αυτής, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και του θανόντος, καθώς και η νοητική κατάσταση των εναγόντων και αν αυτοί συνοικούσαν με το θανόντα συγγενή τους, στοιχεία αναγκαία για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής του περί αοριστίας ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ή με τις έγγραφες προτάσεις), το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ανωτέρω στοιχεία.

9. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη : Ότι με την από 9-7-2004 σύμβαση μεταξύ των εταιριών ... ΑΕ και .... ΑΕ η πρώτη ανέλαβε ως ανάδοχος την εκτέλεση του έργου "...".

Επακολούθησε συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρίας ... από την εταιρία "..." (απόφ. ... του Υφυπουργού Ανάπτυξης - ΦΕΚ 2198/31-3-2006), με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί οιονεί καθολικός διάδοχος της απορροφηθείσας εταιρείας και να υπεισέλθει έτσι αυτοδίκαια σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση.

Ότι στη συνέχεια η εταιρία ... απέσχισε τον κατασκευαστικό της κλάδο και τον εισέφερε στην εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ, ήτοι την 1η εναγόμενη (απόφ. ΕΜ 2275/15-2-2008 του Νομάρχη Αθηνών - ΦΕΚ 1135/22-2-2008 τ. ΑΕ και ΕΠΕ) και, έτσι, ανάδοχος του έργου και συγχρόνως εργολάβος αυτού κατέστη η εναγόμενη εταιρία, το δε προς εκτέλεση έργο περιελάμβανε την κατασκευή της ...

και για το σκοπό αυτό η εναγόμενη εγκατέστησε δύο εργοτάξια, ήτοι το εργοτάξιο .... και το εργοτάξιο .... Ότι στις 18- 6-2008 δόθηκε στην κυκλοφορία το οδικό τμήμα "..." και η εναγόμενη προχώρησε σε αποκατάσταση των εργοταξιακών αυτών χώρων για να τους παραδώσει ελεύθερους στην Κοινότητα που τους είχε παραχωρήσει, αρχής γενομένης από το εργοτάξιο ...

και ακολούθως το παλαιό εργοτάξιο ..., στο δε τελευταίο οι εργασίες αποκατάστασης - μεταξύ άλλων - περιελάμβαναν τη διάλυση του παλαιού συνεργείου επισκευής οχημάτων στο εργοτάξιο αυτό, η ύπαρξη του οποίου δεν ήταν πλέον αναγκαία. Ότι το κτήριο του συνεργείου αποτελείται ολόκληρο από προκατασκευασμένα μεταλλικά στοιχεία που είναι συναρμολογημένα μεταξύ τους με βίδες, ενώ ο σκελετός του κτηρίου αποτελείται από ορθοστάτες (κολώνες), τα ζευκτά (ψαλίδια) και τις τεγίδες (τραβέρσες), η δε επικάλυψη της οροφής - στέγης αποτελείται από φύλλα λαμαρίνας γαλβανιζέ τραπεζοειδούς διατομής, τα οποία είναι βιδωμένα πάνω στις τεγίδες.

Ότι σε δύο σημεία της στέγης για τη δημιουργία φεγγιτών η επικάλυψη αποτελείται από πλαστικό υλικό ίδιας διατομής (τραπεζοειδούς) με αυτής των λαμαρινών, το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ δύο φύλλων λαμαρίνας. Ότι το κτήριο αυτό έχει μήκος 30,20 μ και πλάτος 18,50 μ, το δε ύψος του από το δάπεδο μέχρι την οροφή (στο κέντρο) είναι 8,00 μ.

Ότι κατά μήκος του κτηρίου διέρχονται δύο μεταλλικοί δοκοί, πάνω στους οποίους κινείτο γερανογέφυρα, μία στο εμπρόσθιο μέρος του κτηρίου και μία στο πίσω μέρος αυτού, οι δοκοί δε αυτοί πολλές φορές χρησιμοποιούνταν ως μέσο πρόσβασης προς τα ανώτερα σημεία του κτηρίου και για να φθάσουν στη δοκό στο πίσω μέρος του κτηρίου πατούσαν πάνω στην οροφή των γραφείων, ενώ για να φθάσουν στη δοκό στο εμπρόσθιο μέρος αυτού χρησιμοποιούσαν τη φορητή κλίμακα.

Ότι στις 24-1-2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η εναγόμενη εταιρία προσέλαβε τον Χ... Γ... Κ... ως ηλεκτροσυγκολλητή (είχε πτυχίο β' τάξης της Νομαρχίας Άρτας), ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του στα εργοτάξια αυτής, ενώ τις εργασίες αποξήλωσης του κτηρίου η εναγόμενη εταιρία ανέθεσε σε συνεργείο ατόμων, αποτελούμενο από τον Χ...

Γ... Κ..., Δ... Π..., Γ. Γ... και Ι... Λ..., οι οποίοι τελούσαν υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του εργοδηγού Γ... Μ..., που είχε προστηθεί από την εναγόμενη εταιρία. Ότι στις 13-2-2009 το ανωτέρω συνεργείο είχε προβεί σε αποσυναρμολόγηση (ξεβίδωμα) λαμαρινών στη στέγη του κτηρίου, τις οποίες όμως δεν είχαν προλάβει μέχρι το πέρας του ωραρίου εργασίας να τις κατεβάσουν στο έδαφος και γι' αυτό ο επικεφαλής του συνεργείου Γ...

Μ... ενημέρωσε τον εναγόμενο Γ... Ζ..., ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ορθή λειτουργία, συντήρηση και επισκευή του μηχανολογικού εξοπλισμού στο έργο, προστηθείς για το λόγο αυτό από την εναγόμενη εταιρία, και με τη σύμφωνη γνώμη αυτού ακολούθως (ο Γ. Μ...) ενημέρωσε το συνεργείο ότι θα εργαστούν την επόμενη ημέρα 14-2-2009, ημέρα Σάββατο, και ότι ο ίδιος θα μεταβεί στο χώρο εργασίας περί ώρα 10.30' από την Αθήνα, όπου βρισκόταν.

Την εντολή δε για αποξήλωση των εγκαταστάσεων του εργοταξίου στο Δ... ο Γ. Ζ... είχε λάβει από τον Γ... Α..., Αναπληρωτή Προϊστάμενο του Εργοταξιακού Γραφείου του έργου. Ότι για τις εργασίες αυτές το Σάββατο 14-2-2009 και την Κυριακή 15-2- 2009 η εναγόμενη εταιρία είχε ζητήσει με την από 13-2-2009 αίτησή της άδεια από την Επιθεώρηση Εργασίας ....

Ότι στις 14-2-2009 και περί ώρα 7.30*- 8.001 το συνεργείο άρχισε να μαζεύει διάφορα υλικά από το δάπεδο του κτηρίου και ακολούθως ο Χ... Κ..., με τη χρήση φορητής κλίμακας αλουμινίου ύψους 4,00 μ. (σκάλας), ανέβηκε στη στέγη του κτηρίου και πατώντας πάνω σε μεταλλικά στοιχεία του κτηρίου ανέβηκε στην οροφή (ύψους 8,00 μ. από το δάπεδο), για να αφαιρέσει τις λαμαρίνες που ήσαν αποξηλωμένες (ξεβιδωμένες) από την προηγούμενη ημέρα.

Ότι στη στέγη επίσης είχε ανέβει και ο Δ... Π... για τον ίδιο λόγο, ενώ τα άλλα δύο άτομα του συνεργείου (Γ. Γ... και I. Λ...) είχαν παραμείνει στο έδαφος για να μαζεύουν τις λαμαρίνες. Ότι περί ώρα 10.30' ο Χρ. Κ..., που βρισκόταν πάνω στη στέγη (ήδη ο Δ... Π... είχε κατέβει), πάτησε στο σημείο ένωσης του πλαστικού με τη λαμαρίνα σε ένα φεγγίτη, η λαμαρίνα υποχώρησε από το βάρος του και αυτός έπεσε στο δάπεδο και ακολούθως μέσα στην τάφρο επιθεώρησης οχημάτων, που ήταν κάτω από το στέγαστρο, μαζί του δε έπεσε και η λαμαρίνα που υποχώρησε, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα.

Ότι στον ένα φεγγίτη της στέγης, που βρίσκεται πάνω από το σημείο πτώσης του θανόντα, έλειπε το ένα από τα δύο φύλλα λαμαρίνας ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλεται το πλαστικό υλικό του φεγγίτη. Ότι ο θάνατος του Χ... Κ... επήλθε λόγω καταγμάτων της κεφαλής (πολλαπλά) και του θώρακος. Ότι στο χώρο του ατυχήματος δεν υπήρχαν ζώνες ασφαλείας και κράνη ούτε καλαθοφόρο ή γερανοφόρο όχημα, παρά μόνο μία φορητή κλίματα αλουμινίου (σκάλα) ύψους 4 μ.

Ότι το ανωτέρω θανατηφόρο εργατικό ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια της εναγόμενης εργοδότριας εταιρίας και του 4ου εναγόμενου (Γ... Ζ...), προστηθέντος από την εταιρία αυτή - μεταξύ άλλων - και για την επίβλεψη και την εκτέλεση των εργασιών αποξήλωσης της στέγης του κτηρίου. Ότι, παρόλο που καθ' όλη τη διάρκεια απασχόλησης εργατικού προσωπικού σε οικοδομικές εν γένει εργασίες, έργα οδοποιίας, εργοτάξια κλπ πρέπει υποχρεωτικά να παρίσταται ο εργοδότης ή εκπρόσωπος αυτού που να δίνει οδηγίες και κατευθύνσεις ως προς την εκτέλεση της εργασίας και τα μέτρα ασφαλείας και να ελέγχει αν οι εργαζόμενοι τηρούν αυτά και φέρουν τα ατομικά τους μέσα προστασίας, αποδείχθηκε ρτι στον τόπο του ατυχήματος δεν υπήρχε επίβλεψη από την εργοδότρια ( 1η εναγόμενη) ή εκπρόσωπο της (Ε.

Μ... ή Γ. Ζ... ή Γ. Α...) όχι μόνο την ημέρα του ατυχήματος αλλά και τις προηγούμενες ημέρες εργασίας, η δε εκτέλεση των εργασιών από το συνεργείο έγινε σύμφωνα με τις υποδείξεις του Γ. Μ.... Ότι ο θανών, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι του συνεργείου, εκτελούσαν συγκεκριμένες εργασίες με εντολή των υπευθύνων Γ.

Μ... και Γ. Ζ.... Ότι η ανάβαση του θανόντος στη στέγη του κτηρίου έγινε κατόπιν εντολής του Γ. Μ..., η οποία ήταν γενική προς όλο το συνεργείο, ήτοι να αποξηλώσουν το κτήριο και όχι ειδική σε καθένα εξ αυτών, γι' αυτό πάνω στη στέγη ανέβηκε και ο Δ.. Π... . Ότι η άνοδος του θανόντος στη στέγη του κτηρίου πραγματοποιήθηκε είτε μέσω της φορητής κλίμακας (σκάλας) ύψους 4,00 μ.

που υπήρχε στο χώρο αυτό είτε μέσω της οροφής των γραφείων στο πίσω μέρος του κτηρίου, άλλος τρόπος ανόδου δεν υπήρχε. Ότι και στις δύο περιπτώσεις ο θανών απαιτείτο στη συνέχεια να πατήσει πάνω σε μεταλλικά στοιχεία του κτηρίου, ώστε να προσεγγίσει τη στέγη, αφού το ύψος της σκάλας (4,00 μ.) αλλά και της οροφής των γραφείων ήταν χαμηλότερα από τη στέγη (8,00 μ.).

Ότι στο χώρο του ατυχήματος δεν υπήρχε ανυψωτικό μηχάνημα προσωπικού (κατάλληλο καλαθοφόρο) για την άνοδο των εργαζομένων στη στέγη και ως εκ τούτου η άνοδος του θανόντος στη στέγη έγινε με εντελώς ανασφαλή τρόπο. Ότι θα έπρεπε ή η σκάλα ανόδου να είχε ύψος τουλάχιστον 8,00 μ. ή να υπήρχε ανυψωτικό μηχάνημα προσωπικού για να ανέβει με ασφάλεια ο θανών στη στέγη του κτηρίου, όμως τίποτα από τα δύο αυτά στοιχεία δεν υπήρχε.

Ότι ναι μεν το ατύχημα δεν οφείλεται σε ελλιπή στοιχεία ανόδου του θανόντος στη στέγη κατά τα ανωτέρω, αφού αυτός, με οποιονδήποτε τρόπο και αν ανέβηκε, άρχισε να εργάζεται, όμως η έλλειψη του ανυψωτικού καλαθοφόρου μηχανήματος και η παραμονή του στο χώρο καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας αποξήλωσης της στέγης έχει άμεση αιτιώδη σχέση με το ατύχημα, όπως εκτίθεται κατωτέρω.

Ότι οι απασχολούμενοι σε εργοτάξια πρέπει να φέρουν υποχρεωτικό κράνος, ανεξαρτήτως εργασίας που εκτελούν και οι απασχολούμενοι σε ύψος πρέπει να φέρουν ατομικά μέσα ασφαλούς εργασίας, όπως γάντζους, ειδικά υποδήματα, στολή κλπ., ο δε εργοδότης πρέπει να επιβλέπει τη χρήση αυτών από τον εργαζόμενο και πέραν τούτων πρέπει και ο ίδιος να λαμβάνει μέτρα προστασίας, όπως τοποθέτηση δικτύου ασφαλείας για την περίπτωση πτώσης του εργαζόμενου.

Ότι στον θανόντα η εργοδότρια εταιρία είχε παραχωρήσει μέσα ατομικής προστασίας, όπως φόρμα εργασίας, άρβυλα εργασίας , κράνος και ζώνη ασφαλείας, τα οποία αυτός δεν χρησιμοποίησε, καίτοι ήταν υποχρεωμένος προς τούτο. Ότι πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί αν η παράλειψη αυτή του θανόντος συνετέλεσε αποκλειστικά ή όχι ή μέχρι ποιο βαθμό στο επελθόν αποτέλεσμα.

Ότι ως προς την παράλειψη της χρήσης ζώνης ασφαλείας η πρόσδεσή της πρέπει να γίνεται από σταθερό και ασφαλές αντικείμενο της στέγης, ώστε σε περίπτωση πτώσης του εργαζόμενου να συγκρατήσει αυτόν ασφαλώς και τέτοιο ασφαλές σημείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε στη στέγη του κτηρίου. Επομένως, η μόνη ασφαλής χρήση ζώνης ασφαλείας ήταν η πρόσδεση αυτής ή από το ανυψωτικό μηχάνημα ή από το καλάθι του μηχανήματος αυτού ή η χρήση των γάντζων που έφερε το μηχάνημα αυτό.

Όμως τέτοιο μηχάνημα δεν υπήρχε στο εργοτάξιο την ημέρα του ατυχήματος ούτε και τις προηγούμενες ημέρες που γίνονταν εργασίες αποξήλωσης της στέγης. Ότι η παράλειψη χρήσης ζώνης προστασίας από τον θανόντα δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια τόσο με την αιτία της πτώσης του όσο και με το επελθόν αποτέλεσμα (θάνατος).

Ότι ο θανών έπεσε από ύψος 8,00 μ. στο δάπεδο του κτηρίου κα έφερε πολλά κατάγματα στο κεφάλι του, κυρίως δε εγκάρσιο κάταγμα της βάσης του κρανίου εκτεινόμενο από το αριστερό λιθοειδές οστό ως το μέσο κρανιακό βόθρο δεξιά, δηλ. "θανατηφόρο" κάταγμα, αλλά και στο θώρακα, όπως συντριπτικό κάταγμα αριστερής κλείδας (παραστερνικό), διπολικά κατάγματα 1ης- 10ης πλευρών αριστερού ημιθωρακίου και παρουσίαζε αιμορραγία, ο δε πνεύμονάς του παρουσίασε διάσχιση του παρεγχύματος κατά τον αριστερό κάτω λοβό, θλάσεις των πυλών και διάσπαρτες αιμορραγικές θλάσεις στον αριστερό μέρος αυτού.

Ότι η αιτία θανάτου ήταν οι κακώσεις κεφαλής και θώρακα και τις ανωτέρω σωματικές βλάβες η χρήση κράνους δεν θα τις απέτρεπε, δηλαδή τα κατάγματα στο θώρακα, η αιμορραγία στο θώρακα και στον πνεύμονα και κυρίως το κάταγμα της βάσης του κρανίου, που είναι η σοβαρότερη σωματική βλάβη και επιτάχυνε τον θάνατο του Χ...

Κ... , δεν τελούν σε αιτιώδη σχέση με την έλλειψη κράνους. Ότι οι ως άνω σωματικές κακώσεις σε συνδυασμό και με την πτώση από ύψος 8,00 μ. πάνω σε τσιμεντένιο δάπεδο χωρίς την παρεμβολή αντικειμένου να μειώσει την ένταση της πτώσης, θα επέρχονταν ακόμη κι αν ο θανών φορούσε κράνος. Ότι η κυριότερη παράλειψη των εναγομένων, πέραν της προαναφερόμενης μη χρήσης ανυψωτικού μηχανήματος με καλάθι για την ασφαλή πρόσδεση με γάντζους ασφαλείας του θανόντος, ήταν η μη τοποθέτηση δικτύου ασφαλείας κάτω από τη στέγη και καθ' όλο το εύρος αυτής (μήκος και πλάτος), το οποίο, αν υπήρχε, είναι πλέον ή βέβαιο ότι θα συγκροτούσε τον θανόντα και θα αποφεύγετο η πτώση του στο δάπεδο του κτηρίου και ο επελθών θάνατος του.

Ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για το εργατικό ατύχημα είναι η εναγόμενη εταιρία ως εργοδότρια και ο υπ' αυτής προστηθείς τέταρτος εναγόμενος και ουδεμία συνυπαιτιότητα βάρυνε τον θανόντα.Ότι ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 50 ετών, δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας και από τα εισοδήματα της εργασίας του αυτής ζούσε η οικογένειά του, η οποία αποτελείτο από την πρώτη ενάγουσα σύζυγο του (ηλικίας 42 ετών) και τις δεύτερη και τρίτη, άγαμες κόρες του Ε...

και Α... (ηλικίας 24 και 21 ετών αντίστοιχα) , ενώ ζούσαν και οι γονείς του τέταρτος και πέμπτη των εναγόντων (ηλικίας 80 και 82 ετών αντίστοιχα), συνδεόταν δε με αυτούς, όσο ζούσε, με στενούς ψυχικούς και συναισθηματικούς δεσμούς, ως εκ τούτου δε δοκίμασαν τα πρόσωπα αυτά μεγάλη θλίψη και πόνο από το βίαιο και κατά τραγικό τρόπο θάνατο του.

Ότι για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους πρέπει να προσδιοριστεί το ύψος της δικαιούμενης από αυτούς (ενάγοντες) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 90.000 ευρώ για καθένα από τους σύζυγο και τέκνα και στο ποσό των 40.000 ευρώ για καθένα εκ των γονέων του. Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα ενόψει της ηλικίας του θανόντος και των εναγόντων, καθώς και του βαθμού συγγένειάς τους, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών και δεν είναι υπερμέτρως ασυνήθη για την περίπτωση θανάτωσης οικείου προσώπου από αδικοπραξία, αφού τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι ο θανών είναι συνυπαίτιος του εργατικού ατυχήματος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ ως προς τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνης υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονταν και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε και ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.

10. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σε σχέση με τον από αμέλεια των αναιρεσειόντων θανάσιμο τραυματισμό του εργαζομένου Χ... Κ..., δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρΒρων 330, 914 και 932 ΑΚ, 2 και 14του β.δ. της 15/21-10- 1922 και τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των Π.Δ 1073/1981 και 305/1996, αφού διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ειδικής αμέλειας του δευτέρου αναιρεσείοντος, προστηθέντος της πρώτης, καθόσον οι αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις αυτού, που εκπροσωπούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, μπορούν να θεωρηθούν, συνολικά λαμβανόμενες, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος επιζήμιου αποτελέσματος, εφόσον δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι αυτός έδωσε την εντολή στο συνεργείο για την εκτέλεση του ως άνω έργου, ότι δεν παρίστατο κατά την εκτέλεση των εργασιών αποξήλωσης της στέγης, ώστε να ελέγχει αν οι εργαζόμενοι έφεραν τα ατομικά μέτρα προστασίας, που ορίζει ο νόμος, ούτε είχε φροντίσει για την ύπαρξη καλαθοφόρου ή γερανοφόρου οχήματος στο σημείο του έργου, προκειμένου να προσδεθεί η ζώνη ασφαλείας που έπρεπε να φέρει ο θανών, καθώς και δίχτυ ασφαλείας για να προστατευθούν οι εργαζόμενοι σε περίπτωση πτώσης τους από την οροφή του κτηρίου στο έδαφος.

Αντίθετα, με την κρίση του Εφετείου ότι δεν έχει συνυπαιτιότητα στο επελθόν αποτέλεσμα ο θανών και ότι οι πράξεις και παραλείψεις του δεν έχουν αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν εργατικό ατύχημα, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον οι αιτιολογίες που διέλαβε είναι ασαφείς και ανεπαρκείς, και προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθώς και αυτής του άρθρου 300 ΑΚ.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ αναφέρει ότι στον τόπο του ατυχήματος υπήρχαν κράνη και ζώνες ασφαλείας και ο θανών, που εργαζόταν στην αναιρεσείουσα εταιρεία από τις 24-1-2005, δεν χρησιμοποίησε αυτά τα μέσα ατομικής προστασίας, καίτοι ήταν υποχρεωμένος προς τούτο, ακολούθως δέχεται ότι δεν υπήρχε ασφαλές σημείο πρόσδεσης της ζώνης ασφαλείας, γιατί τέτοιοι γάντζοι πρόσδεσης βρίσκονταν μόνο στο ανυψωτικό μηχάνημα και τέτοιο δεν υπήρχε στον χώρο εργασίας και παρά ταύτα ο θανών προχώρησε στην εκτέλεση του ανατεθέντος έργου.

Δέχεται, επίσης, ότι η παράλειψη χρήσης ζώνης προστασίας από τον θανόντα και κράνους δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πτώση του και με το επελθόν αποτέλεσμα (θάνατος), δεχόμενο ότι η χρήση κράνους δεν θα απέτρεπε τις σοβαρότατες σωματικές βλάβεις που υπέστη, δηλαδή τα κατάγματα στο θώρακα, την αιμορραγία στο θώρακα και στον πνεύμονα και κυρίως το κάταγμα της βάσης του κρανίου, που είναι και η σοβαρότερη σωματική βλάβη και επιτάχυνε το θάνατο του, παρότι ως αιτία θανάτου στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται" κακώσεις κεφαλής και θώρακος".

Ότι αυτές ( οι θανατηφόρες σωματικές βλάβες), σε συνδυασμό και με την πτώση από ύψος 8,00 μ. πάνω σε τσιμεντένιο δάπεδο, χωρίς την παρεμβολή αντικειμένου να μειώσει την ένταση της πτώσης, θα επέρχονταν ακόμη και αν ο θανών φορούσε κράνος. Ούτε, περαιτέρω, αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση γιατί η έναρξη των εργασιών έλαβε χώρα στις 07.30, ενώ ακόμα δεν είχε αφιχθεί ο εργοδηγός Γ...

Μ...,ο οποίος, κατά τις παραδοχές της, ενημέρωσε το συνεργείο ότι θα κατέφθανε στις 10.30 και για ποιο λόγο ο θανών, αν και μπορούσε να αντιληφθεί, ενόψει και της εμπειρίας του (ηλεκτροσυγκολλητής β' τάξεως με επαρκή προϋπηρεσία στην ανωτέρω ειδικότητα και ηλικίας 50 ετών), ότι η εργασία που επρόκειτο να εκτελέσει κατά τον προαναφερθέντα τρόπο ήταν άκρως επικίνδυνη, καθώς δεν υφίστατο κανένα μέτρο ασφαλείας (ειδικό καλαθοφόρο όχημα, ζώνη ασφαλείας, κράνος, δίχτυ προστασίας ), ώστε να εμποδιστεί ενδεχόμενη πτώση του από το ύψος των 8 μέτρων, δεν κατέβαλε την προσήκουσα κατά τις περιστάσεις προσοχή, που όφειλε, ενόψει της επικινδυνότητας της εργασίας, την οποία μετερχόταν, και μπορούσε ενόψει της εμπειρίας του να καταβάλει, καθώς πάτησε σε σημείο της στέγης (στεγάστρου) που, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε επαρκές έρεισμα, ήτοι στην ένωση του υλικού της λαμαρίνας με το πλαστικό υλικό του φεγγίτη, με αποτέλεσμα να επέλθει η πτώση του.

Εξαιτίας των πιο πάνω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, δηλαδή ελλείψεων που αφορούν στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του συγγενούς των εναγόντων και του θανάσιμου τραυματισμού του, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και ιδίως εκείνων των άρθρων 300, 914 και 932 ΑΚ.

11. Συνεπώς, οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτοί διευρύνθηκαν με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, αναφορικά με την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει, εν όψει της αναιρετικής εμβελείας των εν λόγω δεκτών γενομένων λόγων, η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.

12. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο σκέλος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον του δίκασε πρωτοδίκως. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 253/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το προαναφερόμενο μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε πρωτοδίκως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ