1059/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1059/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1059 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1059/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑΑ)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20776/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 485/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-1-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ή όταν γεννιέται αμφιβολία για την έννοια απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία ή η δήλωση, είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ωστόσο, μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ’ αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Τέλος, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 1568/2014, ΑΠ 115/2013). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του π.δ/τος 34/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 14 και 15 του Ν. 2741/1999, προκύπτει:
α) ότι σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή και αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων περιπτώσεων, όταν ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, καθώς και όταν μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών χωρίς να ασκηθεί η περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών.
Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου, η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μία τετραετία, μετά τη λήξη της οποίας, ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ’ του ίδιου π.δ/τος 34/1995 προκύπτει, ότι η οριστική λήξη της μίσθωσης λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, εξαρτάται από τη μελλοντική συμπεριφορά του δικαιούχου της αξίωσης και συγκεκριμένα αν αυτός θα ασκήσει ή όχι εμπροθέσμως την κατ’ άρθρο 599 παρ. 1 και 608 παρ. 1 ΑΚ αξίωση προς απόδοση του μισθίου με την άσκηση της οποίας η λήξη καθίσταται οριστική.
Η εννεάμηνη προθεσμία δεν συνιστά παραγραφή, αλλά αποσβεστική προθεσμία, αφού με την τήρηση ή τη μη τήρησή της, συνάπτονται διαπλαστικά αποτελέσματα, η οριστική λήξη ή η παράταση της μισθώσεως (ΑΠ 288/2010). Από την ίδια διάταξη, επίσης, του άρθρου 61 περ. δ’ του ίδιου π.δ/τος, προκύπτει, ότι η σχετική αξίωση του εκμισθωτή πρέπει να ασκηθεί μόνο μετά τη λήξη -συμπλήρωση της δωδεκαετίας από την έναρξη της μισθώσεως και μάλιστα σε αποκλειστικό χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας δεν είναι νοητή η άσκηση της ίδιας αξίωσης ούτε πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, αφού τότε δεν έχει επέλθει η λήξη της μισθώσεως, ούτε μετά τη συμπλήρωση της εννεάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που αποσβέννυται οριστικά η αντίστοιχη αξίωση του εκμισθωτή για την απόδοση του μισθίου και ο χρόνος της μισθώσεως αναγκαστικά παρατείνεται για μια ακόμη τετραετία από τη λήξη της δωδεκαετίας (ΑΠ 39/2015, ΑΠ 1542/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 485/2016, απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 30-8-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου, Ι. Γ. Μ., Γ.
Ι. Μ. και Α. Ι. Μ., εκμίσθωσαν στην πρώην "... A.E." και ήδη ενάγουσα "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "..." - καθολικής διαδόχου της πρώτης, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, ήτοι από 1-8-1999 έως 31-7-2008, α) δύο γραφεία του 2ου ορόφου με αριθμούς ..., εμβαδού 572,90 τ.μ. και 930,20 τ.μ., β) ένα γραφείο του 3ου ορόφου με αριθμό ..., εμβαδού 528,60 τ.μ.
και γ) ένα γραφείο του 4ου ορόφου με αριθμό ..., εμβαδού 168,15 τ.μ., του Γ κτιρίου, του πολυόροφου εμπορικού κέντρου με την επωνυμία ..., που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως γραφεία για στέγαση των υπηρεσιών της, έναντι μηνιαίου μισθώματος από 1.059.865 δρχ., 1.720.870 δρχ., 977.910 δρχ., και 866.077 δρχ.
αντίστοιχα και συνολικού 4.624.722 δρχ., πλέον του αναλογούντος σε αυτό τέλους χαρτοσήμου από 3,6%, προκαταβαλλόμενου, στο πρώτο εργάσιμο τριήμερο κάθε εξαμήνου, του μισθώματος των επόμενων έξι μισθωτικών μηνών, το οποίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κάθε επόμενο μισθωτικό έτος κατά ποσοστό ίσο με το ύψος του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό θα καθοριζόταν από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους προηγούμενους 12 μήνες, προσαυξημένο κατά 1%.
Η άνω μισθώτρια τράπεζα - ενάγουσα, παρέλαβε από την αρχή της μίσθωσης τα μίσθια γραφεία και τα χρησιμοποιούσε έκτοτε ανενόχλητα κατά τη συμφωνημένη χρήση. Το εναγόμενο, δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../2003 και .../2004 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Μ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησε την κυριότητα με αγορά από τους προηγούμενους συγκυρίους - εκμισθωτές, των ως άνω μισθίων ακινήτων - γραφείων και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εν λόγω μίσθωσης, ως εκμισθωτής, έκτοτε δε η μίσθωση συνεχίστηκε κανονικά μεταξύ των διαδίκων, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Η μίσθωση αυτή, ως εμπορική και προστατευόμενη από τις διατάξεις για την επαγγελματική στέγη, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου παρατάθηκε αναγκαστικά και ισχύει για δώδεκα (12) έτη, δηλαδή μέχρι 31-7-2011 (άρθρο 5 παρ. 1 π.δ. 34/95 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2741/1999), το δε καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα για όλα τα μίσθια γραφεία, κατά το τελευταίο μισθωτικό έτος, ήτοι από 1-8-2010 έως 31-7-2011, μετά τις γενόμενες αναπροσαρμογές, ανήλθε στο ποσό των 21.819,86 ευρώ, πλέον των τελών χαρτοσήμου από 3,6% (785,51 ευρώ) και συνολικά σε 22.605,37 ευρώ.
Την 3-8-2011 η μισθώτρια τράπεζα, προκατέβαλε στο σχετικό λογαριασμό του εναγομένου - εκμισθωτή, τα μηνιαία μισθώματα έξι μισθωτικών μηνών, ήτοι του χρονικού διαστήματος από 1-8-2011 έως 31-1-2012, συνολικού ποσού 135.632,22 ευρώ (22.605,37 ευρώ χ 6 μήνες). Περαιτέρω, η ενάγουσα-μισθώτρια, μετά τη λήξη της συμβατικής και νόμιμης διάρκειας της μίσθωσης (31-7-2011), με την από 14-10-2011 εξώδικη επιστολή της, απευθυνόμενη προς το εναγόμενο - εκμισθωτή, που επιδόθηκε νόμιμα την 24-10-2011, γνωστοποίησε στο τελευταίο ότι μετά τη λήξη της μίσθωσης την 31-7-2011, με τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, δεν επιθυμεί τη συνέχιση της μίσθωσης, του δήλωσε ότι την 31-10-2011 θα του παραδώσει τα κλειδιά των μισθίων γραφείων και το κάλεσε να προσέλθει προκειμένου να παραλάβει ελεύθερη τη χρήση τους, ενώ ζήτησε να της επιστρέψει τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012, από 67.816,11 ευρώ συνολικά που είχε εν τω μεταξύ προκαταβάλλει, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, αφού πλέον μετά τη λήξη της μίσθωσης την 31-7- 2011 και την αποχώρησή της από τα μίσθια την 31-10-2011, τα προκαταβληθέντα αυτά και μη δεδουλευμένα μισθώματα δεν οφείλονται, στη συνέχεια δε και επειδή το εναγόμενο δεν προσήλθε στην ως άνω ορισθείσα ημερομηνία, με την από 1-11-2011 επιστολή της που επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7-11-2011 του παρέδωσε τα κλειδιά των μισθίων ακινήτων, τα οποία και παρέλαβε το τελευταίο.
Το εναγόμενο, με την από 9-11-2011 απάντησή του προς την ενάγουσα, ισχυρίσθηκε, και ισχυρίζεται και με τις έγγραφες προτάσεις του, ότι η εν λόγω μίσθωση έληξε την 31-7-2011 με τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, όμως μετά τη λήξη της παρατάθηκε αναγκαστικά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 § 15δ του Ν. 2741/1999 και ότι κατ’ εφαρμογή του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 (που ορίζει ότι ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση, ότι τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά πάροδο τριών μηνών και ότι ο μισθωτής οφείλει ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα μηνιαίο μίσθωμα) η μίσθωση έληξε με καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας, που έγινε με την ως άνω επιστολή της που του κοινοποιήθηκε την 24-10-2011, και ως εκ τούτου η ενάγουσα του οφείλει τα μισθώματα των τριών επόμενων μηνών από την καταγγελία (των οποίων ζητεί την επιστροφή), καθώς και ως αποζημίωση το μίσθωμα ενός μηνός, για το λόγο δε αυτό αρνήθηκε την επιστροφή του αιτούμενου χρηματικού ποσού.
Αναφορικά με τον ως άνω ισχυρισμό της ενάγουσας, περί λήξης της μίσθωσης λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας και μη αναγκαστικής της παράτασης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εν λόγω μίσθωση έληξε στην προκειμένη περίπτωση με την πάροδο της δωδεκαετίας την 31-7-2011, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη (III Α’ μέρος), αφού εντός του εννεαμήνου από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, και ειδικότερα την 31-10-2011, η ενάγουσα - μισθώτρια αποχώρησε οικειοθελώς από τα μίσθια γραφεία και παρέδωσε στο εναγόμενο ελεύθερη τη χρήση τους και δεν παρατάθηκε αναγκαστικά για άλλα τέσσερα χρόνια, γεγονός το οποίο θα συνέβαινε εάν εντός των εννέα μηνών από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, η μισθώτρια δεν απέδιδε οικειοθελώς τα μίσθια ή εάν ο εκμισθωτής δεν ζητήσει την απόδοση.
Και συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση εμπορικής μίσθωσης, η οριστική λήξη της μίσθωσης λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, εξαρτάται από τη μελλοντική συμπεριφορά τόσο του εκμισθωτή - εναγομένου και συγκεκριμένα αν αυτός θα ασκήσει ή όχι εμπρόθεσμα την κατ’ άρθρο 599 παρ. 1 και 608 παρ. 1 ΑΚ αξίωση προς απόδοση του μισθίου, με την άσκηση της οποίας η λήξη καθίσταται οριστική, οπότε και οφείλει στην ενάγουσα - μισθώτρια για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, όσο και της μισθώτριας - ενάγουσας, η οποία δικαιούται να αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, χάνοντας όμως το προβλεπόμενο από το άρθρο 60 ποσό της άϋλης εμπορικής αξίας, και μόνο μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια.
Επομένως, εφόσον κατά τα αποδειχθέντα περιστατικά, δεν παρήλθε άπρακτο το εννεάμηνο, αφού πριν την πάροδο του εννεαμήνου από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, η μισθώτρια - ενάγουσα, απέδωσε οικειοθελώς τα μίσθια-ακίνητα, η μίσθωση έληξε με την πάροδο της δωδεκαετίας την 31-7-2011 και δεν παρατάθηκε για τέσσερα ακόμη έτη, ούτε υφίσταται έδαφος εφαρμογής του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 περί λήξης της μίσθωσης με καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας, το οποίο (άρθρο) προϋποθέτει ενεργό μίσθωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο.
Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι η μίσθωση έληξε με την πάροδο του νόμιμου χρόνου διάρκειάς της (12ετία) την 31-7-2011 και δεν παρατάθηκε με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ’ π.δ. 34/1995 για μία 4ετία, δεδομένου ότι η μισθώτρια - ενάγουσα, πριν την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των εννέα μηνών από την παραπάνω ημερομηνία, αποχώρησε οικειοθελώς από τα μίσθια την 31-10- 2011 και παρέδωσε ελεύθερη τη χρήση τους.
Μετά δε τη λήξη της μίσθωσης την 31-7-2011, και την οικειοθελή αποχώρηση της ενάγουσας-μισθώτριας από τα μίσθια ακίνητα την 31-10-2011, το εναγόμενο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο από την περιουσία και με ζημία της ενάγουσας, ως προς τα προκαταβληθέντα μη δεδουλευμένα μισθώματα της προειρημένης μίσθωσης για το ένδικο χρονικό διάστημα των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012, συνολικού ποσού 67.816,11 ευρώ (3 μήνες χ 22.605,37), αναφορικά με το οποίο η εγκείμενη στην ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης νόμιμη αιτία της καταβολής του, δεν επακολούθησε, διότι η προδιαληφθείσα σύμβαση λύθηκε την 31-7-2011, οπότε ελλείπει ως προς την ανερχόμενη στο ποσό των 67.816,11 ευρώ προπεριγραφείσα ωφέλεια του εναγομένου εις βάρος της ενάγουσας, νόμιμη αιτία.
Το εναγόμενο υποχρεούται λοιπόν να αποδώσει την εν λόγω ωφέλεια στην ενάγουσα σύμφωνα και με τις διατάξεις του "αδικαιολόγητου πλουτισμού". Και με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε, μετά από εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, την αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το εναγόμενο - αναιρεσείον να της καταβάλει το ποσό των 67.816,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΠΔ 34/1995 που προαναφέρθηκαν, εφόσον η ενάγουσα - μισθώτρια αποχώρησε από τα μίσθια την 31-10-2011 και παρέδωσε στο εναγόμενο την ελεύθερη χρήση τους. Η δοθείσα από αυτή προκαταβολή έξι (6) μισθωμάτων στις αρχές Αυγούστου του 2011 δεν υποδηλώνει παράταση της μισθώσεως για τέσσερα (4) ακόμη χρόνια και την εκ μέρους της (ενάγουσας) καταγγελία αυτής με την από 14-10-2011 επιστολή της, διότι η μεν καταγγελία προϋποθέτει ενεργό μίσθωση, η οποία όμως στην προκείμενη περίπτωση είχε λήξει την 31-7-2011, ενώ σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσης, η αποχώρησή της από τα μίσθια έλαβε χώρα εντός του εννεαμήνου.
Επίσης, ορθώς το δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο περί οικειοθελούς αποχωρήσεως από το μίσθιο και δεν διαπίστωσε ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το ανωτέρω ζήτημα που να έχρηζε συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και της παραλείψεως προσφυγής στους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον (ήδη Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως καθολικός διάδοχος αυτού), (βλ. και προτάσεις του αναιρεσείοντος) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ, καθώς και άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2017 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 485/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ