1059/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1059/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1059 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1059/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "..., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Λ. Β. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανουσάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: X. R. (Τ. Ρ.) του R., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη και για λογαριασμό του υιού του A. R. (Α. Ρ.) του X., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13823/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1679/2014 μη οριστική και 1635/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.
Η πρόβλεψη χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη, κατά τα εδάφια α’ και β’ του πιο πάνω άρθρου, σκοπεί στην ηθική παρηγοριά και την ψυχική ανακούφιση του ζημιωθέντος από τη λύπη, τη στεναχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή του αγαθού του και όχι στην τιμωρία (κύρωση) εκείνου που τον ζημίωσε και, συνακόλουθα, προκειμένου να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ίδιο τον παθόντα - ζημιωθέντα, ανακύπτουν, κατ’ αρχήν, δύο υποκειμενικά στοιχεία που τον αφορούν, ήτοι α) αν αισθάνθηκε ή όχι τον ψυχικό πόνο, τη λύπη, τη στεναχώρια κ.λπ.
και β) αν "ικανοποιείται" με την καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, δηλαδή αν αισθάνεται χαρά και ανακούφιση τέτοια, ώστε να εξισορροπηθεί η ψυχική ταλαιπωρία του κ.λπ. Όμως, κάθε φορά που οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπάρχει, ταυτόχρονα, προσβολή της προσωπικότητας του παθόντος - ζημιωθέντος (άρθρα 57 και 59 ΑΚ), οπότε, επειδή αυτή γίνεται αντιληπτή αντικειμενικά, είναι αδιάφορο, τελικά, αν ο τελευταίος αισθάνθηκε ή όχι τη ζημία του κ.λπ.
Εφόσον έχει μεσολαβήσει προσβολή της προσωπικότητάς του, ιδίως μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία αυτός ήταν ικανός πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και κατέστη οριστικά ανίκανος, εξαιτίας τούτου, μετά από αυτό, έστω και αν είναι βέβαιο ότι δεν αισθάνεται ψυχικό πόνο και ότι δεν πρόκειται ούτε στο μέλλον να αισθανθεί (αν η βλάβη είναι οριστική), η ηθική βλάβη πρέπει να αποκαθίσταται, δεδομένου ότι η προσβολή της προσωπικότητας, για την οποία επικρατούν, όπως προαναφέρθηκε, αντικειμενικά κριτήρια, έχει συντελεστεί, ακόμη και αν δεν την αντιλαμβάνεται ο παθών.
Διαφορετικά, εκείνος που τον ζημίωσε ωφελείται από το συμπτωματικό γεγονός ότι ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποίησης δεν μπορεί, επί του παρόντος ή και μόνιμα, να αντιληφθεί τη βλάβη που υπέστη. Αντίθετη άποψη ότι για την κατάφαση της αξίωσης για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτείται, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, να συντρέχει και το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή να πρέπει ο παθών να έχει την ικανότητα να αισθανθεί την ηθική βλάβη και να ικανοποιηθεί από τη χρηματική ικανοποίηση γι’ αυτήν, θα κατέληγε σε μη ανεκτά για την έννομη τάξη αποτελέσματα, αφού το ίδιο εξωτερικό γεγονός θα έχει διαφορετική μεταχείριση στον υγιή και π.χ.
στον πνευματικά ανάπηρο, ενώ θα ήταν και ασυνεπές από τη στιγμή που γίνεται πάγια δεκτό ότι είναι δυνατό να επιδικαστεί τέτοια χρηματική ικανοποίηση και στα νομικά πρόσωπα. Εκτός τούτου θα παραβιάζονταν και οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 21 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται ειδική μέριμνα για τους αναπήρους, με αποτέλεσμα την περαιτέρω προσβολή της προσωπικότητάς τους, άρα απαιτείται και η ερμηνεία των γενικών διατάξεων προς την ίδια κατεύθυνση της προστασίας των προσώπων αυτών.
Να σημειωθεί ακόμη ότι και ένας άλλος λόγος (μεθοδολογικός) συνηγορεί στο ότι η ηθική βλάβη πρέπει να αποκαθίσταται πάντοτε στην περίπτωση που το ίδιο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε την πνευματική αναπηρία. Ειδικότερα, με βάση μια από τις αρχές του δικαίου της αποζημίωσης που διέπει το ελληνικό δίκαιο, κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί μία δική του παρανομία για να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να αποκαταστήσει τη ζημία που προήλθε από αυτήν την παρανομία.
Συνεπώς, και αν ακόμη στο πραγματικό του κανόνα δικαίου για οφειλή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, περιλαμβάνεται ως στοιχείο η πνευματική ικανότητα, όταν η έλλειψή της οφείλεται στο ίδιο το ζημιογόνο γεγονός, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται η εφαρμογή του κανόνα δικαίου, έστω και αν πρόκειται για αδικοπραξία μόνο.
Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται ακόμη και στην περίπτωση που ο δικαιούχος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του, βρίσκεται δηλαδή σε κατάσταση άγρυπνου κώματος και χαρακτηρίζεται ως "φυτό", διότι δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο το αν αυτός (παθών - ζημιωθείς) είναι υποκειμενικά σε θέση να αισθανθεί ψυχικό πόνο ή συγκίνηση από την προσβολή, αλλά για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε τέτοια πρόσωπα που, σε κάθε περίπτωση, υφίστανται βλάβη στην προσωπικότητά τους αρκεί η αντικειμενική αντίληψη της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης, ανεξάρτητα από υποκειμενικά στοιχεία και χωρίς διείσδυση του δικαστή στον ψυχικό κόσμο του παθόντος, προκειμένου να κρίνει αν αυτός αισθάνθηκε, πράγματι, πόνο, λύπη κ.λπ.
Αν ο δικαιούχος - παθών έχει υποβληθεί σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, αντί γι’ αυτόν ενεργεί και διεξάγει τη δίκη ο νόμιμος αντιπρόσωπός του - δικαστικός συμπαραστάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 704/ 2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1635/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αναφορικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, στον παθόντα - αναιρεσίβλητο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη του, δέχθηκε τα ακόλουθα: [...χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται ακόμη και στην περίπτωση που ο δικαιούχος δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του, βρίσκεται δηλαδή σε κατάσταση άγρυπνου κώματος και χαρακτηρίζεται ως "φυτό", κατά την προκρινόμενη από το παρόν Δικαστήριο άποψη ως ορθοτέρα και γι’ αυτό την ακολουθεί, διότι δεν πρέπει να απαλλάσσεται ο υπόχρεος από το συμπτωματικό γεγονός ότι ο δικαιούχος της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν μπορεί, επί του παρόντος, να αντιληφθεί τη σημασία της αδικοπραξίας, για κάποια αιτία πρόσκαιρη ή διαρκή, αφού μελλοντικά δεν αποκλείεται να βελτιωθεί η θέση του παθόντος σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να μπορεί να συναισθανθεί τη σημασία της αδικοπραξίας...
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προελέχθη, ο ενάγων λόγω του σοβαροτάτου τραυματισμού του βρίσκεται σε αφασία (άγρυπνο κώμα) και δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον, πλην όμως το γεγονός αυτό, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, δεν του στερεί το δικαίωμα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν κονδύλιο τέτοιο.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες το ενδίκου ατυχήματος, το βαθμό πταίσματος του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, τον βαθμό πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του, την ηλικία αυτού (26 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος, το είδος, την έκταση και τη βαρύτητα των σωματικών κακώσεών του, το χρόνο νοσηλείας του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, το χρόνο νοσηλείας του στα νοσοκομεία, αλλά και στο ανωτέρω κέντρο αποκατάστασης, και τον τρόπο αλλά και το είδος συνεχίσεως πλέον της ζωής του και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, επισημαινομένου ότι η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική...
κρίνει ότι πρέπει το ποσό αυτής (χρηματικής ικανοποιήσεως) να καθορισθεί σε 90.000 ευρώ, ποσό που κρίνεται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της μείζονας σκέψης της ως άνω μη οριστικής αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και με βάση τα ανωτέρω κατά νόμο στοιχεία (άρθρο 932 ΑΚ), εύλογο...]. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και, συγκεκριμένα, με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στον αναιρεσίβλητο - παθόντα, ο οποίος, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, βρίσκεται σε αφασία (άγρυπνο κώμα) και δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ που προπαρατέθηκε, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την περαιτέρω επισήμανση ότι, εν πάση περιπτώσει, στην απόφαση αυτή δεν περιέχεται παραδοχή ότι αποκλείεται μελλοντικά η βελτίωση της υγείας του παθόντος ώστε να μην μπορέσει ποτέ να συναισθανθεί τη σημασία της σε βάρος του αδικοπραξίας (πρβλ.
ΑΠ 477/2001). Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/ 2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 215 παρ. 1 εδάφ.
α’ , 221 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις λοιπές πιο πάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 340 και 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στον αναιρεσίβλητο τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της απόφασης χρηματικά ποσά με τον τόκο επιδικίας, κατ’ άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει από 2-4-2012, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, και όχι με τον τόκο υπερημερίας, κατ’ άρθρ. 345 του ίδιου Κώδικα, καθόσον το σχετικό αίτημα της εναντίον τους ένδικης, από 8-8-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../9-8-2012, αγωγής του αναιρεσιβλήτου περιορίστηκε παραδεκτά, κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και, συνεπώς, εφόσον πρόκειται πλέον για αναγνωριστική απόφαση για όλο το ποσό που επιδικάστηκε, δεν οφείλονται (αυξημένοι) τόκοι επιδικίας αλλά μόνο τόκοι υπερημερίας.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση της από 31-7-2013 έφεσης των αναιρεσειόντων (αλλά και των από 1/4/2014 και 5/5/2015 - από προφανή παραδρομή αναγράφεται 5/5/2014 - εφετειακών προτάσεών τους) δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραπάνω παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Οι αναιρεσείοντες, ειδικότερα, με τον όγδοο, κατά σειρά, λόγο της έφεσής τους (στο αναιρετήριο αναγράφεται, από προφανή παραδρομή στην αρίθμηση, ως έβδομος) επικαλέστηκαν, για τη θεμελίωσή του, όπως, κατά λέξη, διαλαμβάνεται στην εικοστή (20η) σελίδα του δικογράφου της έφεσης, ότι: "εσφαλμένα η εκκαλουμένη επιδίκασε τόκους επιδικίας, απορρίπτοντας σιωπηρά το υποβληθέν σχετικό αίτημά μας, ενώ, αν ορθά εκτιμούσε - εφήρμοζε το νόμο και εκτιμούσε τις αποδείξεις, όφειλε να δεχθεί το ανωτέρω υποβληθέν αίτημά μας και να μην επιδικάσει τόκους επιδικίας λόγω της αμφισβητούμενης υπαιτιότητας, της δυσκολίας καθορισμού του ύψους της αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, δηλαδή του δεδομένου ότι τα ανωτέρω επιδικασθέντα ποσά επιδικάζονται κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου", ήτοι προέβαλαν διαφορετικό ισχυρισμό από εκείνον που θεμελιώνει τον παρόντα λόγο της αναίρεσής τους και που είχαν προβάλει τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και, με την επαναφορά του, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, και με την εκδοχή ότι προτάθηκε, κατ’ εκτίμηση, ο επίμαχος ισχυρισμός που θεμελιώνει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατά το προηγούμενο του νόμου 4055/2012 νομικό καθεστώς είχε πάγια νομολογηθεί, σχετικά με το ερευνώμενο ζήτημα (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας, κατ’ άρθρ. 345 και 346 ΑΚ), ότι:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. α’ , 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ Ολομ. 23-24/ 2004, ΑΠ Ολομ. 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010).
Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, εν πάση περιπτώσει, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει (αυξημένους) τόκους επιδικίας, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, καθόσον τέτοιοι τόκοι οφείλονται και στην προκείμενη περίπτωση που το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, δεχόμενο, κατά τα λοιπά, ότι ο σχετικός λόγος της έφεσης των αναιρεσειόντων πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην απόφασή του, "...ανεξαρτήτως της αοριστίας του (δεν αναφέρεται ποίος κανόνας του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου παραβιάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), δεν προέκυψαν τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν, κατά τη δυνητική ευχέρεια του Δικαστηρίου, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ.
δ’ και ε’ του ΑΚ και ορθώς αυτό απερρίφθη σιγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...", δηλαδή, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δεν υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρειά του, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ. δ’ και ε’ του ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τις λοιπές παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέες.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...11-2015 αίτηση των 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "..." και 2) Λ. Π. Β., για αναίρεση της 1635/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ