Legislator Case Law & Legislation
1059/2015 AI generated

1059/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1059/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1059/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, και συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για εκείνους από τους διαδίκους που δεν έχουν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δεν έχουν κληθεί νομίμως και προχωρεί στη συζήτηση για τους λοιπούς των διαδίκων (Κ.Πολ.Δ. 576 § 3 εδ. 2).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1059 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1059/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π., 2) Ε. Π., 3) Ε. Ρ., 4) Δ. Φ., κατοίκων ..., 5) Μ. Μ. - Κ., κατοίκου ..., 6) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 7) Ε. Μ., 8) Σ. Μ., κατοίκων ..., 9) Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 10) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 11) Γ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 12) Ρ. - Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 13) Κ. Τ. του Ι., 14) Μ. Π., 15) Ε. Σ., 16) Σ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 17) Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 18) Σ. χας Ν. Π., το γένος Ρ., κατοίκου ..., 19) Ε. Π. του Ι. και 20) Δ. Φ. του Ι., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 6ος και 12ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοπανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2005 αίτηση προσδιορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάστηκε με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 154/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, η από 6-7-2006 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, η από 26-7-2006 αίτηση των ήδη 6ου, 12ου και 16ου των αναιρεσιβλήτων, η από 9-9-2006 αίτηση του ήδη 11ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και οι ανταιτήσεις διά των προτάσεών τους των άλλων αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 445/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 11-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 445/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, και συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για εκείνους από τους διαδίκους που δεν έχουν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δεν έχουν κληθεί νομίμως και προχωρεί στη συζήτηση για τους λοιπούς των διαδίκων (Κ.Πολ.Δ. 576 § 3 εδ. 2).

Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί (άρθρο 22 ν. 2882/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" (A' 139), προστεθέν δια του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 (Α' 237): "1.

Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές".

Η εισαχθείσα με την προεκτεθείσα διάταξη ρύθμιση, με την οποία διευρύνονται οι δυνατότητες επιδόσεως σε όλες ανεξαιρέτως τις δίκες του Δημοσίου, σε οποιονδήποτε βαθμό αυτές βρίσκονται, συμπεριλαμβανομένης και της αναιρετικής δίκης, αποσκοπεί στη διευκόλυνση της διεξαγωγής των δικών, στις οποίες διάδικος είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες υπάρχει μεγάλος αριθμός αντιδίκων, συμβάλλοντας έτσι, αφ' ενός στην εξοικονόμηση διοικητικού και χρηματικού κόστους, αφ' ετέρου στην εξασφάλιση συμμετοχής των αντιδίκων στις οικείες δίκες και στην ταχεία εκκαθάριση των δικαστικών εκκρεμοτήτων (πρβλ.

και στην οικεία αιτιολογική έκθεση της άνω διατάξεως). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση, αφ' ενός μεν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αφ' ετέρου δε από τους αναιρεσίβλητους μόνο οι 6ος και 12ος απ' αυτούς νομίμως εκπροσωπούμενοι από τους αναφερόμενους σ' αυτά πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις εκθέσεις επιδόσεως 2492/9-12-2014, 2493/9-12-2014, 2491/9-12-2014, 2474/8-12-2014 του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λασιθίου ... και της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ύστερα από γραπτή παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σοφίας Διαμαντοπούλου, ως πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 30-5-2008 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 445/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, με τις κάτω απ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (20-2-2015) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ν.

Π. και Ε. Ρ., καθώς και στους: α) Γεώργιο Πραουλάκη, δικηγόρο, κάτοικο ..., ως αντίκλητο των Π. Ε., Φ. Δ., Μ. - Κ. Μ., Τ. Κ., Π. Μ., Σ. Ε., Σ. χήρας Ν. Π., το γένος Ρ., Ε. Π. και Φ. Δ., δεύτερου, τέταρτου, πέμπτης, δέκατης τρίτης, δέκατης τέταρτης, δέκατου πέμπτου, δέκατης όγδοης, δέκατου ένατου και εικοστού των αναιρεσιβλήτων, β) Αγησίλαο Ταβλά, δικηγόρο, κάτοικο ..., ως αντίκλητο των Μ.

Σ., Μ. Σ. και Δ. Γ., όγδοου, δέκατου έβδομου και ενδέκατου των αναιρεσιβλήτων και γ) Έφη Κουμαρτζή, δικηγόρο, κάτοικο ..., ως αντίκλητο, μεταξύ άλλων των Ν. Μ. του Σ. και Μ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., δέκατου και δέκατου έκτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσώπησαν, αντίστοιχα, τους ως άνω αναιρεσίβλητους στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, η οποία έλαβε χώρα την 22.5.2007 και κατά την οποία συζητήθηκαν η από 6.7.2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και αντίθετες αιτήσεις και ανταιτήσεις των αναιρεσίβλητων και επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμό 445/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου.

Οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτών, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, όμως, δεν προσκομίζεται ούτε γίνεται επίκληση από τους νομίμως παριστάμενους διαδίκους οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου από το οποίο να προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι έβδομος και ένατος αναιρεσίβλητοι, Ε. Μ. και Ε. Δ., αντίστοιχα, κλητεύθηκαν νόμιμα κατά την παρούσα δικάσιμο είτε είχαν επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση κατ' αυτήν.

Αντίθετα, δε από τις υπ' αριθμ. 2488/9-12-2014 και 2471/5-12-2014 εκθέσεις ματαίωσης επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λασιθίου ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι η παραγγελθείσα προς αυτόν από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επίδοση της υπό κρίση από 30-5-2008 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 445/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης στους Ε.

Μ. και Ε. Δ. του Ν., έβδομο και ένατο αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα, ματαιώθηκε, διότι αυτοί δεν ανευρέθηκαν στις αναγραφόμενες σ' αυτές διευθύνσεις και δεν κατέστη δυνατόν να ευρεθεί η κατοικία/κατάστημα ή γραφείο τους. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι αυτοί διάδικοι δεν κλητεύθηκαν, νόμιμα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους εν λόγω διαδίκους και αφού η παρούσα δίκη αφορά υπόθεση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων κατ' επιταγή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 22 παρ. 4, εδ.

τελευτ. του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων), όπως η παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10-4-2012) πρέπει, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους διαδίκους αυτούς, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ των παρισταμένων αναιρεσείοντος και έκτου και δωδέκατου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και των νομίμως κλητευθέντων πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έβδομου, όγδοου, ένατου, δέκατου, ενδέκατου και δέκατου τρίτου έως εικοστού αναιρεσιβλήτων.

Με την από 30-5-2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 445/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε: 1) την από 6-7-2006 (αριθμ. έκθ. καταθ. 735/2006) αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με την οποία αυτό ζήτησε να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα συστατικά των ακινήτων με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 27, 28, 29, 31, 33, 33Α, 35, 36, 43, 44 και 44Α, με φερόμενους ιδιοκτήτες τους καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 1899/28-7-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 820/16-9-2004 τ.

Δ', για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τις συμπληρωματικές εργασίες για την βελτίωση του οδικού τμήματος Αγ. Νικόλαος - Παχειά Άμμος στη Γέφυρα Φρουζή Λασιθίου χ.θ. 0+000 έως 2+543,87 του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης, έκτασης συνολικού εμβαδού 12.073 τ.μ., και να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση των τμημάτων των ακινήτων με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 29, 43, 44 και 44Α που με βάση την αρχική απαλλοτρίωση, που είχε κηρυχθεί με την υπ' αριθμ. 1059388/3880/0010/26-5-1998 ΚΥΑ Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ' 384/5-6-1999), είχαν κριθεί ως αυταποζημιούμενα, 2) ασκηθείσες με τις προτάσεις τους ανταιτήσεις των αντιδίκων του, 3) την από 26-7-2006 αυτοτελή αίτηση των αναιρεσιβλήτων Σ.

Μ., Ν. Μ. του Σ., Ρ. - Σ. Μ., με τις οποίες ζήτησαν να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα συστατικά τους στα ακίνητα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 28, 29, 33Α και 36 με φερόμενους ιδιοκτήτες τους αιτούντες, να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος των με αριθμό ΚΠ 28 και ΚΠ 36 ιδιοκτησιών και να καθοριστεί αποζημίωση για το τμήμα εκείνο από το ΚΠ 29 ακίνητο, εμβαδού 464 τ.μ, το οποίο κατά την αρχική απαλλοτρίωση, της οποίας συμπληρωματική για το ίδιο έργο είναι η παρούσα απαλλοτρίωση, το οποίο κρίθηκε ως αυτοαποζημιούμενο με την αρχική απαλλοτρίωση, 4) την από 9-9-2006 αίτηση του αναιρεσίβλητου Γ.

Δ., με την αυτός οποία ζήτησε να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, να αναγνωριστεί η ανυπαρξία ωφέλειας προς το σκοπό να αποζημιωθεί για ολόκληρο το απαλλοτριωθέν συνολικά τμήμα με την αρχική και τη συμπληρωματική απαλλοτρίωση, να αναγνωριστεί ότι δικαιούται αποζημίωσης και για το τμήμα των 1.101 μ2 που κρίθηκε ως αυτοαποζημιούμενο με την αρχική απαλλοτρίωση και να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας του μετά τις δύο απαλλοτριώσεις και 5) τις από 14-5-2005 δύο ανταιτήσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των Σ.

Μ., Ν. Μ., Ρ. - Σ. Μ., αφ' ενός και κατά του Ι. Δ. αφ' ετέρου, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την από 6-7-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και κάνοντας εν μέρει δεκτές τις από 26-7-2006 και 9-9-2006 αιτήσεις των αντιδίκων του, καθώς και τις από 14-5-2007 ανταιτήσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων με τα επικείμενά τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 1899/28-7-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και για τμήματα των ακινήτων με αριθμούς Κτηματολογικού Πίνακα 29 και 35, τα οποία είχαν κριθεί ως αυτοαποζημιούμενα δυνάμει της αρχικής απαλλοτρίωσης που είχε κηρυχτεί για το ίδιο έργο με την υπ' αριθμ. 1059388/3880/0010/26-5-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 384/98 Δ'), αναγνωρίζοντας ότι το Δημόσιο υποχρεούται σε αποζημίωση και των τμημάτων αυτών και συγκεκριμένα α) για τμήμα έκτασης 463 μ2 του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 29 ακινήτου με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ν.

Μ. και β) για τμήμα έκτασης 1.101 μ2 του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 35 ακινήτου με φερόμενο ιδιοκτήτη το Γ. Ι. Δ. και τέλος, καθόρισε ιδιαίτερες αποζημιώσεις κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, για τα ακίνητα με αριθμούς Κτηματολογικού Πίνακα 29, 35 και 36. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρ. 13 και 18 επ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ερμηνευομένων με βάση το άρθρο 17 του Συντάγματος, που επιτάσσει την πλήρη αποζημίωση του στερούμενου της ιδιοκτησίας του ιδιοκτήτη για λόγους δημοσίας ωφέλειας καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 6 (παρ. 12) ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 που απαιτούν το σεβασμό της περιουσίας και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχουν αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανόμενη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και την τυχόν μείωση του εναπομένοντος, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση καθώς και κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 11/2004), όπως είναι, η υποβολή στα πλαίσια δίκης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης, για την εκτέλεση του ίδιου έργου οδοποιίας, η υποβολή αιτήματος για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για απαλλοτριούμενο τμήμα ακινήτου, το οποίο με την αρχική απαλλοτρίωση εφέρετο ως αυτοαποζημιούμενο λόγω ωφέλειας αυτού από το εκτελούμενο με την απαλλοτρίωση έργο οδοποιίας, ώστε να κριθεί έτσι ενιαίως η ύπαρξη ή μη υποχρέωσης αυταποζημίωσης του ακινήτου, καθόσον, άλλως, με τη μέθοδο των τμηματικών απαλλοτριώσεων, θα κατέληγε να είναι μικρότερη η αποζημίωση του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το μέρος της αυτοαποζημίωσης που περιλάμβαναν οι προηγούμενες απαλλοτριώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, έκρινε, αναφορικά με το αίτημα της από 26-7-2006 αιτήσεως του μεταξύ άλλων αιτούντων στην αίτηση αυτή Ν. Μ. του Σ., ως φερόμενου ιδιοκτήτη της ΚΠ 29 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, και της από από 9-9-2006 αυτοτελούς αίτησης του καθού η απαλλοτρίωση Γ.

Δ., ως φερόμενου ιδιοκτήτη της ΚΠ 35 ιδιοκτησίας, περί καθορισμού αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα με τη συμπληρωματική απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους που με την αρχική απαλλοτρίωση είχαν χαρακτηριστεί ως αυτοαποζημιούμενα λόγω ωφέλειας των τμημάτων αυτών από το εκτελούμενο με την απαλλοτρίωση έργο οδοποιίας και δεν καταβλήθηκε γι' αυτά αποζημίωση, ότι οι ως άνω αιτήσεις είναι νόμιμες ως προς τα αιτήματα αυτά, διότι θεμελιώνεται το σχετικό δικαίωμα των αιτούντων, για την υποβολή των ως άνω αιτημάτων στη συνταγματική διάταξη (του άρθρου 17) για πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου που απαλλοτριώνεται και στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 12 ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη νομική θεμελίωση των εν λόγω αιτημάτων, δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και ορθά εφάρμοσε, και πρέπει για το λόγο αυτό, ο δεύτερος λόγος της αίτησης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 3 παρ. 1, 7 παρ. 1, 16, 17 παρ. 1, 18 και επόμενα του Ν. 2882/2001, 33 του Ν. 2971/2001, από τις οποίες, όπως διατείνεται προκύπτει ότι η καθοριζόμενη προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος ή οποιοσδήποτε μορφής αποζημίωση καθώς και η αναγνώριση της μη υπάρξεως ωφέλειας παρόδιων ιδιοκτητών, αφορούν μόνο στη συγκεκριμένη κάθε φορά απαλλοτριωτική απόφαση και την εδαφική έκταση που διαλαμβάνει, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί οι σχετικές δίκες να αναφέρονται και να διεξάγονται βάσει κτηματολογικών στοιχείων άλλης απαλλοτριωτικής απόφασης, που αφορά άλλη εδαφική έκταση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραδοχής ως αληθών ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων τους περιεχόμενους στις από 26-7-2006 και 9-9-2006 αιτήσεις τους ισχυρισμούς των φερόμενων ιδιοκτητών των ακινήτων με αριθμούς ΚΠ 36 και ΚΠ 35 Μ.

Ρ. - Σ. του Ν. και Δ. Γ. του Ι., ήδη 12ου και 11ου των αναιρεσιβλήτων περί δυσχέρειας πρόσβασης στα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα αυτών, εξαιτίας της εκτέλεσης του έργου της απαλλοτρίωσης, που έτεινε σε θεμελίωση του αιτήματός τους καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα παραπάνω εναπομένοντα, εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και περιέχονται στα υπ' αριθ. 154/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από την χωρίς όρκο εξέταση του διαδίκου Ν.

Μ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων, και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, καθόσον αφορά στα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ΚΠ 36 και ΚΠ 35 ακίνητα διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μείωσης της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ως άνω ακινήτων και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της δυσχέρειας πρόσβασης σ' αυτά μετά την απαλλοτρίωση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας επί των αιτήσεων των (μεταξύ άλλων) αιτούντων Ρ. - Σ. Μ. και Ι. Δ. και ήδη 12ου και 11ου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τα αιτήματά τους που αφορούν καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντα τμήματα των ακινήτων τους ΚΠ 36 και ΚΠ 35, αντίστοιχα, που απαλλοτριώθηκαν με τη νομίμως δημοσιευθείσα υπ' αρ. 1899/28-7-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου και για δημόσια ωφέλεια, ήτοι για τις συμπληρωματικές εργασίες για τη βελτίωση του οδικού τμήματος Αγ.

Νικόλαος - Παχειά Αμμος στη Γέφυρα Φρουζή Ν. Λασιθίου χ.θ. 0+000 έως 2+543,87 του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης, δέχτηκε ότι, το απομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του με αριθμό ΚΠ 36 ακινήτου, (εμβαδού 4.117,25 τ.μ. - 427 τ.μ.) υφίσταται μείωση της αξίας του σε ποσοστό 30%, διότι θα είναι δυσχερής η πρόσβαση σ' αυτό εξαιτίας των ορυγμάτων 5-33 μ.

που δημιουργήθηκαν κατά την εκτέλεση των έργων έμπροσθεν του ακινήτου καθώς και διότι δεν προβλέπεται από τη μελέτη του ΒΟΑΚ διάνοιξη παράπλευρων δρόμων που θα το εξυπηρετεί. Επίσης δέχτηκε ομοίως ότι για το απομένον τμήμα του με αριθμό ΚΠ 35 ακινήτου εμβαδού 4.736 τ.μ. (αριστερά του δρόμου) είναι δυσχερής η πρόσβαση σ' αυτό λόγω της υψομετρικής διαφοράς και γι' αυτό μειώνεται η αξία του σε ποσοστό 30%.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ως άνω ακινήτων, η προβαλλόμενη δε από το αναιρεσείον αιτίαση ότι στερείται αιτιολογίας η απόφαση, επειδή το Εφετείο δεν αναφέρει αν τα εν λόγω ακίνητα πριν από την εκτέλεση των έργων για τα οποία κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση γειτνίαζαν με κάποια οδική αρτηρία και αν είχαν πρόσβαση σ' αυτήν, η οποία αποκόπηκε με την εκτέλεση των έργων, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι ανάγεται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του παραπάνω σαφώς εκτιθέμενου πορίσματος.

Συνεπώς, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997 Ελ.Δ/νη 1992 σελ. 72), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο, αναφορικά με το ένδικο αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του απομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του υπ' αριθμόν ΚΠ 35 ακινήτου, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νομίμως και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον προβληθέντα από το αναιρεσείον με τις από 14.5.2007 προτάσεις του ενώπιόν του και σε αντίκρουση του ως άνω αιτήματος ισχυρισμό του, ο οποίος γενόμενος δεκτός θα οδηγούσε σε απόρριψη του σχετικού αιτήματος, ότι το υπ' αριθμόν ΚΠ 35 ακίνητο του αναιρεσιβλήτου Γ.

Δ. απαλλοτριώθηκε στο σύνολό του και επομένως δεν υπάρχει απομένον τμήμα του που να υφίσταται μείωση αξίας. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση του αιτήματος ως άνω αναιρεσίβλητου περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου του και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτος, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ως άνω ισχυρισμό, δεχόμενο ότι υπήρχε εναπομένον, εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 4.736 μ2 (αριστερά του δρόμου) και ως εκ τούτου απέρριψε εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό αυτό.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, διότι, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι υπέστη μείωση το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ως άνω ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα που το αναιρεσείον επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το υπ' αριθμόν ΚΠ 35 ακίνητο απαλλοτριώθηκε στο σύνολό του και επομένως δεν υπάρχει απομένον τμήμα του ώστε να υφίσταται μείωση αξίας.

Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή διαβεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη εκτός από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα εν γένει τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο σε άλλο σημείο γίνεται μνεία της έκθεσης αυτής και από τις σχετικές αιτιολογίες της αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, στις οποίες γίνεται αναφορά στο συνολικό εμβαδόν του εν λόγω ακινήτου, των τμημάτων του που απαλλοτριώθηκαν τμηματικά και του απομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματός του, με τις οποίες ουσιαστικά αντικρούεται το περιεχόμενο της πιο πάνω έκθεσης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο.

Συνεπώς, ο έκτος και τελευταίος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 20 του νόμου 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), προκειμένου να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση της αποφάσεως του προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδος και σε κάθε περίπτωση εντός προθεσμίας έξι μηνών από την έκδοση της αποφάσεως από το Μονομελές Πρωτοδικείο, να ζητήσει από το αρμόδιο προς τούτο εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωθείσα έκταση ή το μεγαλύτερο αυτής μέρος, με αίτησή του που κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου, να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως (παρ. 1 και 2).

Ο Πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο, σε χρόνο όχι βραχύτερο των 30 ημερών ούτε βραδύτερο των 40 ημερών, από την κατάθεση της αίτησης, η οποία και επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται, μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (παρ. 3).

Από την τελευταία αυτή διάταξη στην οποία δεν επαναλαμβάνεται η διατύπωση της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του ν.δ. 797/1971 με την οποία ρητά επιβάλλονταν η κοινοποίηση της αίτησης με την πράξη ορισμού, από τον πρόεδρο, δικασίμου εντός της προθεσμίας του εξαμήνου, προκύπτει ότι στη βούληση του νομοθέτη με τη νέα ρύθμιση είναι, να περιοριστούν τα απαράδεκτα, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν κατατεθεί η αίτηση στο αρμόδιο εφετείο εντός των πιο πάνω αποκλειστικών προθεσμιών και δεν κοινοποιηθεί σε εκείνο κατά του οποίου στρέφεται, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο δικάσιμο.

Με την νέα, δηλαδή, διάταξη, που απηχεί τα ισχύοντα επί διοικητικών διαφορών για την απεμπλοκή των διαδίκων από τα δικονομικά απαράδεκτα, αποσυνδέθηκε η υποχρέωση επίδοσης της αίτησης εντός του εξαμήνου και αρκεί μόνη η κατάθεσή της εντός αυτής της προθεσμίας, ολοκληρώνεται δε η "άσκησή" της, η οποία στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου περιλαμβάνει και την επίδοση με την κοινοποίηση της αίτησης στην προθεσμία των 15 ημερών πριν από την ορισθείσα δικάσιμο.

Αν δεν χωρήσει επίδοση εντός του τελευταίου αυτού χρονικού ορίου, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και η προσδιορισθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο τιμή μονάδος καθίσταται οριστική. Η νέα αυτή ρύθμιση προσιδιάζει και προς τη φύση της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής μονάδος, η οποία χωρίς να έχει την έννοια και τη φύση ενδίκου μέσου, οδηγεί στην επανεξέταση της υποθέσεως από το εφετείο για το διάδικο εκείνο που δεν αποδέχεται την προσδιορισθείσα από το μονομελές πρωτοδικείο προσωρινή τιμή μονάδος και τη βούλησή του αυτή εκδηλώνει με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης στο αρμόδιο εφετείο (Ολ.ΑΠ 28/2006, ΑΠ 508/2005).

Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλομένη απόφαση και, με την άσκηση της αναίρεσης, επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 2882/2001 κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κωδ. Πολ. Δικονομίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.

Δεδικασμένο παράγεται και όταν η τελεσίδικη δικαστική απόφαση είναι εσφαλμένη για οποιοδήποτε λόγο, ανατρέπεται δε μόνο με την εξαφάνιση της απόφασης μετά από επιτυχή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ή αναψηλαφήσεως. Από τα παραπάνω σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της σχετικής δίκης, το οποίο δεδικασμένο λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, με συνέπεια η υποβαλλόμενη από κάποιον από τους διαδίκους νέα αίτηση οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω από 6.7.2006 (με αρ. 735/2006) αυτοτελή αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά στους αιτούντες της από 26-7-2006 αυτοτελούς αιτήσεως Σ. Μ., Ν. Μ. του Σ., Ρ. - Σ. Μ. και τον αιτούντα της από 9-9-2006 αιτήσεως Γ. Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το αναιρεσείον μετά την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως προς τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν τις αυτοτελείς αιτήσεις των ως άνω αναιρεσιβλήτων και τις ανταιτήσεις του αναιρεσείοντος, δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την προβολή του λόγου αυτού έναντι των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Τούτο δε γιατί, μετά την απόρριψη των ως άνω λόγων αναίρεσης, και τη μη άσκηση αναίρεσης εκ μέρους των ως άνω αναιρεσιβλήτων, ως προς τα κεφάλαια αυτά, με τα οποία έγιναν εν μέρει δεκτά ως κατ' ουσίαν βάσιμα τα αιτήματα των αυτοτελών αιτήσεων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, καθώς και των απευθυνόμενων κατ' αυτών από 14-5-2007 ανταιτήσεων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων με τα επικείμενά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 1899/28-7-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και για τμήματα των ακινήτων με αριθμούς Κτηματολογικού Πίνακα 29 και 35, τα οποία είχαν κριθεί ως αυτοαποζημιούμενα δυνάμει της υπ' αριθμ. 1059388/3880/0010/ 26-5-1998 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 384/98 Δ'), αναγνωρίστηκε ότι το Δημόσιο υποχρεούται σε αποζημίωση και των τμημάτων αυτών και συγκεκριμένα α) για τμήμα έκτασης 463 μ2 του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 29 ακινήτου με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ν.

Μ. και β) για τμήμα έκτασης 1.101 μ2 του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 35 ακινήτου με φερόμενο ιδιοκτήτη το Γ. Ι. Δ. και τέλος, καθορίστηκαν ιδιαίτερες αποζημιώσεις κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, για τα εναπομείνανατα τμήματα των ακινήτων με αριθμούς Κτηματολογικού Πίνακα 29, 35 και 36 η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη αμετάκλητη και διατηρήθηκε το απορρέον απ' αυτές μεταξύ των ως άνω αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και παρακωλύει την νέα έρευνα των ζητημάτων αυτών μεταξύ των εν λόγω διαδίκων από το δικαστήριο της παραπομπής, σε περίπτωση παραδοχής του κρινόμενου πρώτου λόγου αναίρεσης, βάσει της από 6-7-2006 (αριθμ.

έκθ. καταθ. 735/2006) αίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι ερευνητέος, μόνον ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους χωρεί παραδεκτώς η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (πλην των 7ου και 9ου Ε. Μ. (ΚΠ 31) και Ε.

Δ. (ΚΠ 33), αντίστοιχα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας, μεταξύ άλλων, την ως άνω από 6-702006 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, δεχόμενο τα εξής: "Το Ελληνικό Δημόσιο με την από 6-7-2006 αίτηση ζητεί να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τ' αναφερόμενα στην αίτηση ακίνητα και τα επικείμενά των, που περιγράφονται στην αίτηση ακίνητα, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την 1899/28-7-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθμό 820 ΦΕΚ για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τις συμπληρωματικές εργασίες για τη βελτίωση του οδικού τμήματος Αγ.

Νικόλαος Παχειά Άμμος στη Γέφυρα Φρουζή Λασιθίου υπέρ του αιτούντος και με δαπάνες του, σε τιμή χαμηλότερη από αυτή που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 154/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Επίσης ζητεί να αναγνωρίζει ότι δεν συντρέχει λόγος καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των τμημάτων των αναφερομένων στην αίτηση ακινήτων για τα οποία αναγνωρίσθηκε υποχρέωση αποζημίωσης με την αρ. 154/2006 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου καθώς αυτά χαρακτηρίστηκαν με την αρχική απαλλοτρίωση ως αυτοαποζημιούμενα.

Η αίτηση αυτή για τη συζήτηση της οποίας έχει τηρηθεί η κατά το άρθρο 17 παρ. 1 - 3 του ν. 2882/2001 διαδικασία (βλ. το 109/30-3-2005 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας, την από 17-2-2005 έκθεση ελέγχου της Ε. Κ., που θεωρήθηκε την 17-2-2005 από την Προϊσταμένη ΔΟΥ Μ. Χ., την από 30-3-2005 έκθεση Επιτροπής Προεκτίμησης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Λασιθίου, την από 14-2-2006 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/01, το από 27-2-2004 κτηματολογικό διάγραμμα που συνέταξε ο μηχανικός Γ. Α. και θεώρησε ο Διευθυντής Δ/νσης Δημοσίων Έργων Ν. Κ.) ασκήθηκε εκπρόθεσμα, καθόσον, την από 2-6-2006 επιδόθηκε η υπ' αρ. 154/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή ...

στο σώμα της υπ' αρ. 154/2006 ως άνω αποφάσεως, η δε υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε την 10-7-2006 εμπρόθεσμα μεν μέσα στην 30πενθήμερη προθεσμία, αφού κατά το διάστημα 1-7 έως 15-9 ουδεμία προθεσμία τρέχει, οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται, πλην, όμως, επιδόθηκε μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας, όπως προκύπτει από τις αρ. 2877/16-10-2006, 2878/16-10-2006, 3601α/ 13-10-2006, 3602α/13-10-2006, 3603α/13-10-2006, 3604α/13-10-2006, 3605α/13-10-2006, 3606α/13-10-2006, 3607α/13-10-2006, 3608α/13-10-2006, 3609α/13-10-2006, 3610α/13-10-2006, 3611α/13-10-2006, 3612α/13-10-2006, 3613α/13-10-2006, 3614α/13-10-2006, 3615α/13-10-2006, 3616α/13-10-2006, 3617α/13-10-2006 και 2033α/ 29-9-2006 εκθέσεις επιδόσεως δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Λασιθίου και Αθηνών Χ.

Κ.. ... και ... αντίστοιχα (Ολ.ΑΠ 12/02 ΕλλΔνη 43.693). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ερήμην των πρώτου, τρίτου, εβδόμου και ενάτου των καθών η αίτηση, οι οποίοι αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 3604α/13-10-2006, 3609α/13-10-2006, 3608α/13-10-2006, 3609α/13-10-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λασιθίου ..., δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, και δη ότι, για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της ανωτέρω απόφασης, κατά την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου, δεν αρκεί η κατάθεση του δικογράφου της αίτησης στη γραμματεία του αρμόδιου εφετείου, αλλά απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτής με την πράξη του προέδρου του δικαστηρίου για τον ορισμό δικασίμου στον καθού εντός της τριακονθήμερης αυτής προθεσμίας, εσφαλμένα, ερμήνευσε την προαναφερόμενη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρ. 20 ν. 2882/2001, διότι αρκούσε η κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Εφετείο Αθηνών εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης ενώ και η δικάσιμος που προσδιορίστηκε για τις 22-5-2007 ήταν πέραν των 15 ημερών τουλάχιστον από την επίδοση της αίτησης.

Είναι, επομένως, βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως τους ως άνω αναιρεσίβλητους (1ο έως 5ο, 8ο και 13ο έως 20ο). Μετά από αυτά, πρέπει: Α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους 6ο, 10ο, 11ο και 12ο αναιρεσίβλητους, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων απ' αυτούς 6ου και 12ου αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.

Β) Να γίνει δεκτή αυτή ως προς τους 1ο έως 5ο, 8ο και 13ο έως 20ο αναιρεσίβλητους, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων, επίσης, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ως προς τους 7ο και 9ο αναιρεσίβλητους.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητους και την πρόοδο αυτής ως προς τους λοιπούς.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους 6ο, 10ο, 11ο και 12ο αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 6ου και 12ου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 445/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης ως προς τους 1ο έως 5ο, 8ο και 13ο έως 20ο αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ