Legislator Case Law & Legislation
1059/2014 AI generated

1059/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1059/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1059/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη καταβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1059 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1059/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπακατσή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. θυγ. Λ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχάλη Μιχαλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουνίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5633/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6083/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Απριλίου 2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1173/12).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Εξάλλου, από το άρθρο 1400 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.

Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο (όπως για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων,) κατά το μέτρο όμως που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης σχετικής υποχρέωσής του και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτές οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι, η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό, στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν, πλην, όμως, δεν είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζεται το ποσοστό επί της αξίας των αποκτημάτων του υπόχρεου (ΑΠ 3/2003, ΑΠ 252/2002) ή σε σχέση με καθένα από τα αποκτήματα αυτά χωριστά (ΑΠ 193/2010).

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από την χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη τnς οικογένειας (ΑΠ 164/2010).

Ωστόσο, σε περίπτωση απευθείας διάθεσης ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, για το, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής αρκεί η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προσδιορισθεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρεώσεώς του συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και την επιβαλλόμενη υποχρέωση από κοινού συνεισφοράς στην αντιμετώπισή τους (ΑΠ 336/10).

Με το πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την κατ'αυτού, από το άρθρο 1400 ΑΚ ασκηθείσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, λόγω αοριστίας του δικογράφου απορρέουσας από την έλλειψη προσδιορισμού παράλληλα με τις αναφερόμενες σ'αυτήν (αγωγή) παροχές της αναιρεσίβλητης, δια των οποίων αυτή επικαλείται ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, και του μεγέθους της νόμιμης υποχρέωσής της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών προς το οποίο (μέγεθος) συναρτάται ο ακριβής προσδιορισμός του ποσοστού της επικαλουμένης συμβολής της αναιρεσίβλητης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι, η αναιρεσίβλητη, προς θεμελίωση της από το αρθ.1400 ΑΚ ασκουμένης μ'αυτήν αξίωσής της εξέθεσε, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα της συμβολής της, ότι "α) ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου ήταν κύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στη θέση Γαργηττός του Δήμου Γέρακα και επί της οδού ..., το οποίο περιήλθε σε αυτόν από κληρονομιά της μητέρας του Ε.

Β., β) ότι επί τους ως άνω οικοπέδου ανήγειραν κατά τη διάρκεια του γάμου τους, από κοινού με τον εναγόμενο, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... άδειας ανεγέρσεως μεζονέτας της Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες και δη τη με στοιχεία Υ-2 οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του υπογείου, επιφανείας 45,34 τ.μ., τη με στοιχεία ΙΣ-2 οριζόντια ιδιοκτησία -διαμέρισμα του ισογείου, επιφανείας 49,03 τ.

μ. και τη με στοιχεία Α-2 οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμια του 1ου ορόφου, επιφανείας 37,49 τ.μ., γ) ότι για το σκοπό αυτό έλαβε η ίδια δύο δάνεια από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και συγκεκριμένα την 24.1.1997 το ποσό των 29.347,02 ευρώ, το οποίο διέθεσε εξ ολοκλήρου στην κατασκευή της ως άνω μεζονέτας, και την 23.6.2003 το ποσό των 30.000 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 17.000 ευρώ διέθεσε για εργασίες συντήρησης, βελτίωσης και επισκευής της, ενώ για τον ίδιο λόγο δανειοδοτήθηκε και από τον πατέρα της με το συνολικό ποσό των 34.880 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε αυτός τμηματικά κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, δ)ότι ο εναγόμενος για την ανέγερση του ακινήτου έλαβε ως δάνειο από την τράπεζα "ΧΙΟΣ ΒΑΝΚ" το ποσό των 29,347 ευρώ, πλήν, όμως, τις πρώτες εξήντα δόσεις αυτού, ανερχόμενες στο ποσό των 24.000 ευρώ, κατέβαλε ο πατέρας της ως εγγυητής, λόγω αδυναμίας του ιδίου για την αποπληρωμή αυτών, ε) ότι μετά την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης από τον εναγόμενο τον Αύγουστο του έτους 2003 διέθεσε το ποσό των 800 ευρώ για την εγκατάσταση συναγερμού στο επίδικο ακίνητο, ζ) ότι η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται, μετ' αφαίρεση της αξίας του οικοπέδου, στο ποσό των 140.000 ευρώ, στ) ότι στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ως άνω ποσό συνέβαλε και η ίδια με τις προρρηθείσες σε χρήμα παροχές της συνολικού ποσού 82.027 ευρώ, (29347 + 17000 + 34880 + 800), καθώς και με την άνευ ανταλλάγματος παραχώρηση της χρήσης ενός διαμερίσματος ιδιοκτησίας του πατέρα της στο Νέο Κόσμο, το οποίο απετέλεσε τη συζυγική στέγη για το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο μέχρι τον Μάιο του έτους 1999 και από την οποία ο τελευταίος εξοικονόμησε το ποσό των 18.800 ευρώ, που άλλως θα κατέβαλε κατά την υποχρέωση συνεισφοράς του ως μίσθωμα για τη χρήση ανάλογου διαμερίσματος...".

Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 77% ως προς την ανεγερθείσα κατοικία και σε ποσοστό 50% ως προς την εξοικονόμηση μισθωμάτων για τη χρήση του προαναφερθέντος διαμερίσματος, και β)να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει τα αναφερόμενα σ'αυτήν ποσά, μεταξύ των οποίων και αυτό των 13.000 ευρώ λόγω δανείου, με το νόμιμο τόκο από την κατά την 4-7-2008 λαβούσα χώρα όχληση αυτού, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή κρίνεται επαρκώς ορισμένη, διαλαμβάνουσα στο δικόγραφό της όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ αναγκαία για την πληρότητά του στοιχεία, χωρίς να απαιτείται, επί πλέον, και ο προσδιορισμός του μεγέθους της νόμιμης υποχρέωσης συνεισφοράς της ενάγουσας στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ενόψει του ότι η επικαλουμένη συμβολή αυτής (ενάγουσας) στην ανέγερση της μαιζονέτας (ως προς τη συμβολή των μισθωμάτων η υποχρέωση συνεισφοράς ορίζεται στο ποσό των 170€ / μήνα) συνίσταται στην απ' ευθείας καταβολή συγκεκριμένων χρηματικών ποσών, η οποία δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και την επιβαλλομένη υποχρέωση από κοινού συνεισφοράς στην αντιμετώπισή τους, οπότε και μόνο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθίσταται αναγκαίος ο προσδιορισμός του ύψους της νόμιμης υποχρέωσης συνεισφοράς, με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλόμενη από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, 258/2013).

Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων (ουσιαστικού δικαίου) κανόνων των άρθρων 1400 και 346 ΑΚ αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα α)του χρονικού προσδιορισμού ενάρξεως της, προς καταβολή τόκων του δανείου, υποχρέωσης του αναιρεσείοντος καθόσον ενώ δέχεται ότι "...μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων (4-7-2008) η ενάγουσα ζήτησε την απόδοση του δανείου αλλά ο εναγόμενος αρνήθηκε" περαιτέρω κρίνει ότι "σαφής και συγκεκριμένη όχληση του εναγομένου εκ μέρους της ενάγουσας προς καταβολή των αμέσως παραπάνω δύο ποσών (το ένα από το οποίο είναι αυτό του δανείου) δεν αποδείχθηκε" (τέταρτος λόγος) και β)του προσδιορισμού του χρόνου που θα ληφθεί υπόψη για την εξεύρεση της αξίας σε χρήμα της ακίνητης τελικής περιουσίας των διαδίκων καθόσον, αν και δέχεται ότι "κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή ο χρόνος έγερσης της αγωγής (24-6-10)" προσδιορίζει την αξία αυτής "λαμβάνοντας υπόψη την αξία που αναφέρει ο αναιρεσείων - εναγόμενος στην μεταγενέστερη του ως άνω κρισίμου χρόνου (24-6-2010) από 28-4-2011 νέα αγωγή του" (δεύτερος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ο μεν τέταρτος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η αφετηρία της προς τοκοδοσία υποχρέωσης του αναιρεσείοντος ορίστηκε σε συνάρτηση με το χρόνο επίδοσης της αγωγής και όχι σε συνάρτηση με γενόμενη όχληση του αναιρεσείοντος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο πρώτος, στερούμενος, συνακολούθως, του εννόμου για την επίκληση της σχετικής αιτίασης συμφέροντος, ο δε δεύτερος ως αβάσιμος αφού από τη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την οποία "η αξία της ένδικης μεζονέτας κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (26-6-2010) ανέρχεται....

στο ποσό των 140.000 ευρώ, στο οποίο προσδιορίζει αυτή και ο εναγόμενος με την από 28-4-2011 αγωγή του" προκύπτει ότι, ο προσδιορισμός της αξίας έγινε με βάση τον αναφερόμενο στη σχετική μείζονα πρόταση αυτής χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής (24-6-2010) και όχι αυτού της από 28-4-2011 αγωγής του εναγομένου όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, η αναφορά του οποίου δεν συνιστά αιτιολογία αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου προς επίρρωση της ορθότητας της σχετικής κρίσης του, το οποίο δεν προσβάλλεται με τον αναιρετικό από το αρθ.559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 2187/2007).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται στη προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα. (ΑΠ 273/11, 701/08) χωρίς να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 2031/07, 499/07).

Με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά και ειδικότερα δέχθηκε ως αληθή τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί καταβολής εκ μέρους του πατρός αυτής Λ.

Β., που ενεργούσε για λογαριασμό της, "του ποσού των 27880 €, το οποίο διατέθηκε για την αντιμετώπιση των δαπανών κατασκευής της ως άνω μεζονέτας" χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε σχετική απόδειξη ή έστω να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο, από το οποίο αντλήθηκε αυτή. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση τις προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι "....

και ο ίδιος ο ως άνω Λ. Β., εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσε ευθέως ότι διέθεσε για την ανέγερση της οικοδομής το συνολικό ποσό των 27880€....Μάλιστα και ο αδελφός του εναγομένου (αναιρεσείοντος) που εξετάστηκε ως μάρτυρας αυτού κατέθεσε ότι ο πατέρας της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) είχε υποσχεθεί να βοηθήσει στην ανέγερση με το ποσό των 2-3.000.000 δρχ.

και ότι ο ίδιος ο εναγόμενος (αναιρεσείων) του είχε πεί ότι είχε δώσει κάποια χρήματα..." προκύπτει ο προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων με βάση τα οποία διατυπώθηκε το σχετικό με το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα αποδεικτικό πόρισμά της. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ..,. ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.).

Μόνο αν, από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ.11 γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).

Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθ. 559 αρ 11γ ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον ίδιο έγγραφα προς απόδειξη των προβληθέντων προς αντίκρουση της αγωγής ισχυρισμών του και ειδικότερα: "Τα από 21-7-2003 ποσού 1.500 Ευρώ, 21-7-2003 ποσού 1.167,77 Ευρώ, 21-7-2003 ποσού 3.000 Ευρώ, 21-7-2003 ποσού 3.893,41 Ευρώ, 21-7-2003 ποσού 1.167,77 Ευρώ, 6-10-2003 ποσού 3.000 Ευρώ αποδεικτικά κατάθεσης της Τράπεζας Πειραιώς και την από 12-3-2002 βεβαίωση πληρωμής δόσεων και τόκων προσωπικού δανείου της αντιδίκου της ING BANK ποσού 1.164,09 Ευρώ, από τα οποία αποδεικνύεται η καταβολή από την αντίδικο των εν λόγω χρηματικών ποσών εκ του ανωτέρω δανείου για την κάλυψη δικών της προσωπικών αναγκών" και β)την κοινή φορολογική δήλωση με την αντίδικο για το οικονομικό έτος 1994 και η συμπληρωματική δήλωση αυτής από την οποία προέκυπτε ότι το τεκμαρτό μηνιαίο μίσθωμα για την εν λόγω οικία δηλώθηκε το ποσό των 20.000 δρχ. (59 ευρώ)".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τα παραπάνω έγγραφα με, τη γενική μνεία της λήψης υπόψη "και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...." από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) τα εν λόγω έγγραφα έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η αιτίαση του ερευνομένου λόγου ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ 561 παρ 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη καταβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-4-13 και με αριθμ. κατάθ. 308/2013 αίτηση αναίρεσης της 6083/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εξ δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ