1059/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1059/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1059 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1059/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιουγκή .
Του αναιρεσιβλήτου: Ο.Τ.Α με την επωνυμία "Δήμος Τριγώνου" που έδρευε στα Δίκαια Ν. Έβρου και με το άρθρο 1 παρ.11 εδ.4 του Ν. 3852/2010 καταργήθηκε και συνεστήθη Δήμος Ορεστιάδας με έδρα την Ορεστιάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-04-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/479/39-1080/78/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 40/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2010 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 951/2011 απόφαση η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς νέα συζήτηση με την από 14-12-2011 κλήση του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Γκιούση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 6 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος, δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος) και τρίτος λόγοι της αναίρεσης όπως συμπληρώνεται ο πρώτος με τη παρούσα έκθεση και ν' απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει αντίστοιχα από τις προσκομιζόμενες με αριθ. 12994/7-9-2010 και 15218/15-2-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ορεστιάδας ... αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και της από 14-12-2011 κλήσης με την οποία φέρεται σε συζήτηση η αναίρεση, με την πάνω σ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ..
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τα άρθρα 455, 460 και 461 εδ.α ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Με τη σύμβαση της εκχωρήσεως ο δανειστής, αποκαλούμενος εκχωρητής, μεταβιβάζε σε άλλον, αποκαλούμενο εκδοχέα, την ενοχική απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Ο εκδοχέας όμως δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στο οφειλέτη πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.
Ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν από την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος, ενώ μετά την αναγγελία πρέπει, για την απόσβεση της ενοχής, να καταβάλει το χρέος όχι προς τον εκχωρητή, έναντι του οποίου δεν υπάρχει πια οφειλή εκείνου, αλλά προς τον εκδοχέα. Περαιτέρω, με το άρθρο 53 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" ορίζεται: "1.
Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. ως τρίτου, το κατασχετήριο ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το αρμόδιον δια την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριο κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο υπάγεται φορολογικώς ο καθ' ου η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2.
Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρισις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατυπώσεις, είναι άκυρος", ενώ με το άρθρο 56 του ιδίου ν.δ/τος ορίζεται: "1. Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα και β) τα κοινωφελή ιδρύματα και αι κοινωφελείς περιουσίαι, τα διεπόμενα υπό του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων "περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι στους δήμους δεν έχει εφαρμογή η προβλεπόμενη από τη πρώτη διάταξη ρύθμιση αφού ρητά εξαιρέθηκαν από αυτή οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη με ποινή ακυρότητας από τη διάταξη του άρθρου 97 ν.δ. 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού" κοινοποίηση της αναγγελίας στις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αρχές (αρμόδιο για τη πληρωμή Δημόσιο Ταμείο ή χρηματική διαχείριση και αρμόδια για την αναγνώριση της δαπάνης αρχή), επί εκχωρήσεως προς τρίτους χρηματικής απαιτήσεως οφειλομένης από το Δημόσιο δεν αποτελεί προνομία, ούτε ειδική προστατευτική διάταξη, έτσι ώστε να μη έχει αναλογική εφαρμογή ούτε η διάταξη αυτή επί εκχωρήσεως απαιτήσεως που οφείλεται από Δήμο με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 31/1968 που ορίζει ότι "αι υπό των Αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενοι εις το Δημόσιον ειδικαί προστατευτικοί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον αι τυχόν υφιστάμενοι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεροι ή ευνοϊκότεροι των επί του δημοσίου ισχυουσών".
Ο Δήμαρχος ο οποίος εκπροσωπεί το δήμο κατά τις διατάξεις των άρθρων 40 και 114 παρ 1 εδ α, β, ε και παρ. 4 του Π.Δ 410/1995 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας (άρθρα 33 και 100 Π.Δ. 323/1989) είναι ο διατάκτης των πληρωμών και με την ιδιότητα αυτή εκδίδει τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής και επομένως αρμόδιος για την αναγνώριση και την πληρωμή της δαπάνης είναι ο ίδιος ο Δήμος εκπροσωπούμενος από τον δήμαρχο και συνεπώς αρκεί για το κύρος της αναγγελίας της εκχώρησης η κοινοποίηση της προς αυτόν.
Εξετέρου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ιδίου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο Σ. Π., εργολάβος οικοδομικών έργων, δυνάμει των από 24-10-2000 και 31-5-2001 ιδιωτικών συμφωνητικών που συνήψε με τον εναγόμενο Δήμο, είχε αναλάβει την κατασκευή των έργων "Ανάπλαση και διαμόρφωση κοινοχρήστου χώρου σε πάρκο- παιδική χαρά του Δημοτικού Διαμερίσματος Μαρασίων" και "Διαμόρφωση πλατείας Σόλωνος του Δημοτικού Διαμερίσματος Πετρωτών" αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 4.531.710 και 5.033.899 δρχ.
αντίστοιχα. Τις εν λόγω απαιτήσεις, πού είχε αυτός κατά του εναγομένου Δήμου, δυνάμει των με ημερομηνία 31-5-2001 εγγράφων εκχώρησε προς τον ενάγοντα, συγχρόνως δε με το υπ' αριθμ. .../ 31-5-2001 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Δ. Δάσιου παρέσχε σ' αυτόν (ενάγοντα) την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράξει αυτές από τον οφειλέτη εναγόμενο Δήμο.
Στις 8-6-2001 ο ενάγων αναγγέλλει τις εν λόγω εκχωρήσεις στον εναγόμενο Δήμο και συγκεκριμένα επιδίδει στον Δήμαρχο αυτού, ο οποίος κατ' άρθρο 114 του Π.Δ. 410/1995, το οποίο ισχύει στην συγκεκριμένη περίπτωση, εξ αιτίας του χρόνου αναγγελίας (8-6-2001), είναι αρμόδιος να υπογράφει τα εντάλματα πληρωμής, τα άνω έγγραφα εκχωρήσεως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 2525Β και 2524Β/8-6-2001 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ορεστιάδας ... .
Αναγγελία των άνω εκχωρήσεων στον ενάγοντα των απαιτήσεων κατά του εναγομένου Δήμου, ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και πιο συγκεκριμένα στην αρμόδια για την πληρωμή υπηρεσία του (ταμειακή υπηρεσία οικονομικής διαχείρισης) δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (ενάγων) έκανε, σημειουμένου ότι δεν υπάρχει και ισχυρισμός για τέτοια αναγγελία.
Έτσι, η εν λόγω αναγγελία, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, χωρίς δηλαδή να γίνει αυτή και με την κοινοποίησή της στην προαναφερόμενη αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθιστά άκυρη την εκχώρηση, που θεωρείται ως μη γενομένη εξ αιτίας της ακυρότητας αυτής, η οποία είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αφού προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν υποβληθεί ενώπιόν του.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι αν είχαμε νόμιμη εκχώρηση στον ενάγοντα των άνω απαιτήσεων κατά του εναγομένου, η ανάκληση με το υπ' αριθ. .../28-1-2004 έγγραφο συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Π. Κρανούδη από πλευράς του άνω Σ. Π. της προαναφερομένης ανεκκλήτου πληρεξουσιότητας προς αυτόν (ενάγοντα) δεν θα είχε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, κανένα έννομο αποτέλεσμα, αφού αυτή (ανέκκλητη πληρεξουσιότητα) αφορούσε και το συμφέρον πληρεξουσίου ενάγοντος, δεν αναφέρεται δε σ' αυτή (ανάκληση) κάποιος σπουδαίος λόγος, προϋπόθεση που είναι απαραίτητη γι' αυτή (ανάκληση).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε στις 10-10-2003 και 20-11-2003 τις εν λόγω εναντίον του χρηματικές απαιτήσεις στον Σ. Π. και επομένως ελευθερώθηκε με τις εν λόγω καταβολές στον εκχωρητή, αφού, δεν υπήρξε αναγγελία των εκχωρήσεων, όπως προειπώθηκε, που απαιτεί το άρθρο 53 ν.δ. 496/1974, ο δε ενάγων δεν νομιμοποιείται σε έγερση της υπό κρίση αγωγής εναντίον αυτού (εναγομένου), δεδομένου ότι κανένα δικαίωμα δεν αποκτά πριν την αναγγελία είτε του ιδίου, είτε του εκχωρητή στον οφειλέτη και έναντι του τελευταίου (οφειλέτη).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ότι υπήρξε νόμιμη εκχώρηση και στη συνέχεια έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή κατά του εναγομένου, επιδικάζοντας μάλιστα στον ενάγοντα και ποσό πλέον του αιτηθέντος με την αγωγή, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις" .
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων, 53 του ν.δ. 496/1974 την οποία εφάρμοσε χωρίς να έχει εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση και 455,460 και 461 εδ. α του Α.Κ. τις οποίες δεν εφάρμοσε καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δ. όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε με την έκθεση του Εισηγητή άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμος, Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο τούτο λόγο, παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4055/2012 και κατά διορθωτική ερμηνεία αυτού, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Εξάλλου ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 21§1 ν. 3593/1957, 276§1, 276§1, 281§2 ν. 3463/2006 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 40/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ