Legislator Case Law & Legislation
1059/2011 AI generated

1059/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1059/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1059/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 & 1, 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη είναι απαράδεκτη η παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής και από του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν ότι η δίκη, της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1059 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1059/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Κ. Κ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λύτρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Αυγούστου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 112/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Μαΐου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. 3968Γ/2 Αυγούστου 2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας Φ. Μ. αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 & 1, 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη είναι απαράδεκτη η παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής και από του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν ότι η δίκη, της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Η άσκηση της αναιρέσεως και η επ' αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, αλλ' ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλομένων με τους λόγους αναιρέσεως νομικών πλημμελειών της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η επί της αγωγής δίκη, με την έκδοση της οριστικής αποφάσεως έχει καταργηθεί ήδη και επομένως ούτε η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ούτε η παραίτηση από του δικαιώματος ως διαδικαστικές πράξεις, επιφέρουν την κατάργησή της, διότι έχουν στερηθεί του αντικειμένου των. Η μετά την κατάργηση της δίκης παραίτηση από του αγωγικού δικαιώματος παρέχει ένσταση εκ του ουσιαστικού δικαίου, καταλυτική της ασκήσεώς του, είτε με την αγωγή, εφ' όσον αναιρεθεί η επ' αυτής τελεσίδικη απόφαση, είτε με την επίσπευση, για την ικανοποίησή του, αναγκαστικής εκτελέσεως.

Η έρευνα όμως της ενστάσεως αυτής στην αναιρετική δίκη δεν είναι παραδεκτή, όπως δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση στην αναιρετική δίκη η έρευνα άλλων καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος, ενστάσεων. Διάφορος εκδοχή θα μετέβαλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη. Άλλο χαρακτήρα έχει η αποδοχή της τελεσίδικης αποφάσεως από τον αναιρεσείοντα και η παραίτησή του από του δικαιώματος προς άσκηση της αναιρέσεως, που βάση έχουν το δικονομικό δίκαιο και, ως αρνητικές προϋποθέσεις της αναιρετικής δίκης, ερευνώνται κατ' αυτήν.

Η εις τα άρθρα 299 και 573 & 1 του ΚΠολΔ διάταξη, κατά την οποία στα ένδικα μέσα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 του ΚΠολΔ, έχει την έννοια της εφαρμογής των για τον τρόπο και τον χρόνο της ασκήσεως της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (δικογράφου και δικαιώματος) καθώς και τα αποτελέσματά των (Ολ.

Α.Π 38/1996). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση, βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της εγγάμου σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.

Έτσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της εγγάμου σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως έχει καταστεί για αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 Α.Κ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ..

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές, με τις οποίες ο καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της εγγάμου σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, και το δικαστήριο έκανε δεκτές και τις δύο, διότι έκρινε ότι ο κλονισμός αφορά το πρόσωπο και των δύο συζύγων, τότε ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια, την οποία επιδίωκαν αμφότεροι οι διάδικοι με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει αιτιολογίες δυσμενείς για τον καθένα διάδικο, δηλαδή δέχεται ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσεως επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη.

Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους, δεν έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά μείζονα λόγο, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της αποφάσεως επί της ουσίας και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου του, αφού, με την παραδοχή της δικής του αγωγής, επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως, ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου και δεν υπάρχει πλέον το αντικείμενο της δίκης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 112/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, τόσο η έφεση της εναγομένης αναιρεσείουσας όσο και η αντέφεση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμό 213/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγιναν δεκτές η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και η με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή της αναιρεσείουσας για λύση του γάμου τους με διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού από γεγονότα που αφορούν το πρόσωπο και των δύο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 68, 73 και 577 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.).

Η γενομένη δε από την αναιρεσείουσα παραίτηση με το δικόγραφο της αναίρεσης από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την ανταγωγή της, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη είναι απαράδεκτη και συνεπώς ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στη προκειμένη δίκη .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Μαΐου 2010 αίτηση της Δ. συζ. Κ. Κ. για αναίρεση της υπ. αριθ. 112/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ