Legislator Case Law & Legislation
1059/2010 AI generated

1059/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1059/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουνίου 2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3008/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6412/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Μαΐου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης και ν' απορριφθεί ο τέταρτος.

Legislator headnote

AI generated

1059/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο ως άνω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ.).

Keywords

AI generated
assignment to provisional status modification of provisional measures transposition deficit transitional provisions disproportionate sanction lapse due to peremption
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1059 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1059/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ξερνό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουνίου 2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3008/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6412/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Μαΐου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης και ν' απορριφθεί ο τέταρτος.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1277 ΑΚ "η προσημείωση χορηγεί μόνο δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης. Όταν η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα, η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης". Κατά δε το άρθρο 1323 ΑΚ απόσβεση της προσημειώσεως επέρχεται και αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τράπηκε σε υποθήκη.

Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 29 του Εισαγ. Νόμου ΚΠολΔ "αν κατά διαταγής πληρωμής χρηματικής απαίτησης δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή η ανακοπή που ασκήθηκε απορριφθεί τελεσίδικα, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο για εγγραφή υποθήκης", κατά δε την παράγραφο 2 αυτού "αν έχει εγγραφεί προσημείωση για να ασφαλισθεί απαίτηση για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, η προσημείωση μετατρέπεται σε υποθήκη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1".

Από το τελευταίο άρθρο προκύπτει εναργώς η βούληση του νομοθέτη να συνδέσει τόσο το χαρακτήρα της διαταγής πληρωμής ως τίτλου για την εγγραφή υποθήκης, όσο και την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη στην περίπτωση που για την ασφαλιζόμενη μ' αυτή απαίτηση εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, από την εκ μέρους του οφειλέτη αδυναμία προσβολής της εν λόγω διαταγής με ανακοπή, είτε διότι η επιτρεπόμενη από το νόμο ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε τελεσιδίκως, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προς άσκηση της ανακοπής προθεσμία.

Ο σκοπός αυτός του νομοθέτη εκπληρωνόταν κατά το χρόνο θεσπίσεως της άνω διατάξεως και με μόνη την άπρακτη παρέλευση της προβλεπομένης τότε από το άρθρο 653 παρ.1 (νυν 632 παρ. 1) ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας, αφού μετά την πάροδο τηςτελευταίας δεν μπορούσε σε καμμιά περίπτωση ν' ασκηθεί παραδεκτώς ανακοπή, γιατί δεν υφίστατο κατά το χρόνο εκείνο διάταξη όμοια προς αυτή της παραγράφου 2 του άρθρου 633 ΚΠολΔ.

Επακολούθησε, όμως, το ν.δ.958/1971 δια του οποίου προστέθηκε η ρηθείσα παράγραφος, με την οποία, σε περίπτωση άπρακτης παρελεύσεως της δεκαπενθήμερης προθεσμίας τουάρθρου 632 παρ. 1 (πρώην 653 παρ. 1), προβλέφθηκε δυνατότης νέας επιδόσεως της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη και ασκήσεως εκ μέρους τουανακοπής εντός δεκαημέρου.

Η ως άνω επακολουθήσασα νομοθετική μεταβολή δεν έθιξε το άρθρο 29 του Εισ. ΝόμουΚΠολΔ. Παρέμεινε, συνεπώς, αλώβητος και ο σκοπός του νομοθέτη με μόνη τη διαφορά ότι για ναεκπληρωθεί μετά την άνω νομοθετική μεταβολή δεν αρκεί η άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 632 παρ. 1 δεκαπενθήμερης προθεσμίας, αλλ' απαιτείται να συντρέξουν και οι όροι της παραγράφου 2 τουάρθρου 633, ήτοι η εκ νέου επίδοση της διαταγής στον οφειλέτη και η άπρακτη παρέλευση της νέας, προς άσκηση ανακοπής, δεκαήμερης προθεσμίας, οπότεπλέον η διαταγή εξακολουθεί μεν να μην είναι δικαστική απόφαση, αποκτά όμως κατά νόμο δύναμη δεδικασμένου και δεν μπορεί να προσβληθεί παράμόνο με αναψηλάφηση.

Αν τα τελευταία γεγονότα δεν συμβούν, η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί, κατά το ρηθέν άρθρο 29 του Εισαγ. Νόμου ΚΠολΔ καιτον επιδιωχθέντα μ' αυτό σκοπό του νομοθέτη, τίτλο για εγγραφή υποθήκης, δεν μπορεί να στηρίξει μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, ούτε, συνεπώς, να θέσει σε κίνηση την προβλεπόμενη από το άρθρο 1323 αριθ. 2 ΑΚ ενενηκονθήμερη προθεσμία για την εν λόγω μετατροπή, ώστε σε περίπτωση άπρακτης παρελεύσεως της τελευταίας να επέρχεται απόσβεση της προσημειώσεως.

Ενισχυτικό της άνω λύσεως είναι και το γεγονός ότι σε περίπτωση απορρίψεως της ασκηθείσας μέσα στην προθεσμία του άρθρου 632 παρ. 1 ανακοπής και παραπομπής διαλαμβανομένων σ' αυτή ισχυρισμών σε ιδιαίτερη συζήτηση ως ανεκκαθαρίστων, η ενενηκονθήμερη προθεσμία για την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη αρχίζει από την τελεσίδικη απόρριψη των παραπεμφθέντων και μέσα στη νόμιμη προθεσμία αχθέντων σε ιδιαίτερη συζήτηση ισχυρισμών και όχι από της εκδόσεως της απορρίπτουσας την ανακοπή αποφάσεως.

Αντίθετη εκδοχή, θεωρούσα αρκετή την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ για την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, πρέπει ν' αποκλεισθεί, άγει δε σε άτοπα αποτελέσματα : α) να εξαρτάται το κύρος της υποθήκης, στην οποία θα μετατρεπόταν η προσημείωση, από την ευδοκίμηση της κατά το άρθρο 633παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπής που ενδεχομένως θ' ασκηθεί, με συνέπεια να δημιουργείται έτσι ανασφάλεια στις συναλλαγές, και β) να μην αρκεί για την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη οριστική απόφαση επιδικάζουσα την απαίτηση, προ της τελεσιδικίας της, παρόλον ότι εκδίδεται με τις εγγυήσεις της ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασίας, και να αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό η διαταγή πληρωμής πριν αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο τρόπον(Ολ.Α.Π.6/1996).

Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής προκύπτει, όπως, άλλωστε, δέχθηκε και το Εφετείο, ότι εξέθεσε σ'αυτή η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα τα εξής: Ότι εσφαλμένα η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε στον συνταχθέντα υπ. αριθ. ... πίνακα κατάταξης οριστικά και προνομιακά ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια την καθής και ήδη αναιρεσίβλητη για το ποσό των 2 .600.000 δρχ.

και όχι αυτή (ανακόπτουσα) που είχε εγγράψει υποθήκη στο πλειστηριασθέν ακίνητο για την εξασφάλιση απαίτησης της ποσού 6.250.000 δρχ. στις 5-12-1994, διότι η από την καθής εγγραφείσα υποθήκη στις 25-4-1994 κατά μετατροπή της προσημείωσης που είχε εγγράψει δυνάμει της υπ'αριθ.28/1994 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Άργους στις 4-2-1994 προς εξασφάλιση της απαίτησης της ποσού 4.645.971 , ήταν άκυρη διότι η τροπή σε υποθήκη έγινε μετά την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από τη πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής στην οφειλέτρια καθής η επίσπευση του πλειστηριασμού που έλαβε χώρα στις 7-2-1994 και πριν να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου η διαταγή πληρωμής , μετά δε την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των δέκα ημερών από τη δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής που έγινε στις 26-2-1997 δεν επακολούθησε τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη εντός της προθεσμίας των ενενήντα ημερών με αποτέλεσμα να έχει αποσβεστεί η προσημείωση και έτσι να μην υφίσταται πλέον δικαίωμα προνομιακής κατάταξης της καθής.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε η ανακόπτουσα την μεταρρύθμιση του πίνακα ώστε να καταταγεί αυτή στον ανωτέρω πίνακα προνομιακά και οριστικά ως ενυπόθηκος δανείστρια. Η ανακοπή αυτή με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι νόμιμη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της καθής η ανακοπή που είχε δικασθεί ερήμην πρωτόδικα, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή ως μη νόμιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τους.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αναίρεσης πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο ως άνω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6412/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ