Supreme Court dismisses appeal on property co-ownership status, rejecting arguments regarding hallway ownership and access rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding property co-ownership. The appellant argued that the hallway was a common area, while the lower court found it was an exclusive part of the upper apartment based on its sole access function. The court rejected these claims, ruling that the hallway's specific purpose and lack of shared designation made it a constituent part of the appellant's unit rather than a common area.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a hallway serving exclusively as the sole access to a specific apartment constitutes a constituent part of that apartment's ownership and is not a common area, thereby rejecting appeals based on this mischaracterization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1058 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1058/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιργινία Μυταρέλλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. -Ε. Φ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Γ. του Μ., χήρας Π. Γ., 3) Β. Γ. του Π., κατοίκων ..., 4) Δ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 392/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 528/2021, ΑΠ 242/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 09.09.2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ` αρ. 392/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, είχε προσδιοριστεί για την σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 21, σύμφωνα με την κάτω από αυτή Πράξη της Προέδρου του Τμήματος Μαρίας Μουλιανιτάκη (άρθρ. 568 παρ. 2, 4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ` αρ. ...- 2023 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων, Κ. Ν., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου της, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 με βάση το Ν. 4335/2016, στην Βασιλική Τσούνη, δικηγόρο Ιωαννίνων, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Η ιδιότητα της ως άνω αντικλήτου πληρεξουσίας δικηγόρου προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. τη σελίδα 1 αυτής). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρ. 576 παρ. 2 περ. α` και γ` ΚΠολΔ), να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών (ΑΠ 528/2021, ΑΠ 358/2020).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η προαναφερόμενη, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 392/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αρ. 78/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο δικάζοντας κατά την ίδια διαδικασία, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή διαταράξεως της (συν)νομής των τελευταίων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577§3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033,1194, 1198, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5 έως 7, 10, 13, 14 του Ν. 3721/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ' όροφον", που διατηρήθηκε σε ισχύ, με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμέρισμα, μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκειμένη σε μεταγραφή ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως.
Με τη σύμβαση αυτή, ο προς ον η μεταβίβαση αποκτά αυτοδίκαια από το νόμο ιδιαίτερο αυτοτελές δικαίωμα επί του ορόφου και συγκυριότητα επί των κοινών μερών της όλης οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων και το έδαφος επί του οποίου αυτή έχει οικοδομηθεί κατά το ιδανικό μερίδιο που του έχει μεταβιβασθεί, εάν δε τούτο δεν έχει καθορισθεί από τα μέρη ή με την διάταξη τελευταίας βουλήσεως, προσδιορίζεται από το δικαστήριο, κατά την αναλογία της αξίας του ορόφου ή του διαμερίσματος, στο οποίο αντιστοιχεί.
Η τέτοια χωριστή ιδιοκτησία δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας.
Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του "ορόφου" και "διαμερίσματος ορόφου". Από το πνεύμα εν τούτοις των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από το σκοπό τους, συνάγεται ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου, είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει χρήση.
Εξάλλου, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του παραπάνω ν. 3741/1929. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε από την εν λόγω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινοκτήτου και κοινοχρήστου από το δικαστήριο, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. (ΟλΑΠ 23/2000, ΑΠ 166/2020).
Ειδικότερα, σε περίπτωση κατά την οποία επί του ίδιου οικοδομήματος έχει συσταθεί διαιρεμένη κατ' ορόφους ή μέρη αυτών, ιδιοκτησία, αν ορισμένη οριζόντια ιδιοκτησία έχει αποκλειστική είσοδο, η οποία εξυπηρετεί μόνο την ιδιοκτησία αυτή, η εν λόγω είσοδος συνιστά συστατικό μέρος της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας και επομένως ανήκει αναγκαίως, κατά νομική επιταγή, στον κύριο της εν λόγω ιδιοκτησίας.
Αν η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία βρίσκεται πάνω από το ισόγειο της οικοδομής, συστατικό μέρος της αποτελεί και η προς αυτό σκάλα ανόδου. Ειδικότερα, στις αμέσως πιο πάνω περιπτώσεις και η αποκλειστική είσοδος στην οριζόντια ιδιοκτησία, αλλά και η προς αυτή σκάλα ανόδου αποτελούν συστατικά μέρη της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας, γιατί αν αποχωριστούν από την εν λόγω αυτοτελή ανεξάρτητη ιδιοκτησία, όχι απλώς επέρχεται βλάβη σ' αυτήν, που αποτελεί το κύριο πράγμα, αλλά ακόμη περισσότερο καθίσταται, ενδεχομένως, ανέφικτη η χρησιμοποίησή της, αφού δεν θα υπάρχει δυνατότητα εξ ιδίου δικαίου προσβάσεως σ' αυτή με αλλοίωση της ουσίας και του προσδιορισμού της (ΑΠ 746/2018, ΑΠ 564/2015).
Κατά το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ. 528/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 348/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγουσες είναι συννομείς, σε ποσοστό 50% η πρώτη, 12,5% η δεύτερη, 18,75% η τρίτη και 18,75% η τέταρτη ενός διαμερίσματος (αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας) εμβαδού 150 τ.μ, του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου καθώς και του διαδρόμου του ισογείου ορόφου που οδηγεί στο ως άνω διαμέρισμα επί μιας παλαιάς διώροφης οικίας που είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού περίπου 300 τ.μ.
στα Ιωάννινα εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης των Ιωαννίνων επί της οδού ... (πρώην ...), φέρει ΚΑΕΚ 201191002016/0/2 και συνορεύει κατά τον πλέον πρόσφατο τίτλο κτήσης με οδό ..., οικοδομή κληρονόμων Δ. Γ., ιδιοκτησία Σ. - Π. και ιδιοκτησία Π. Αρχικά η ιδιοκτησία αυτή ανήκε στον Ε. Κ., ο οποίος, δυνάμει του με αριθμό .../1930 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ν.
Ε., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο 15 και με αύξοντα αριθμό 466, μεταβίβασε λόγω πώλησης στη Σ. Ε. Κ. το γένος Ο. Ν. "μία κατοικία απαρτίζουσα τον ανώγειον όροφον οικοδομής ης ο ισόγειος όροφος αποτελείται από μαγαζεία, μετά του όπισθεν αυτής κειμένου κήπου της και ήτις οικοδομή κειμένη επί της οδού ..., ορίζεται εν συνόλω γύρωθεν δεξιά με κτήμα Ν.
Ι. Κ., αριστερά με ιδιοκτησίαν Χ. Ι. Κ., έμπροσθεν με οδόν και όπισθεν με μποστάνια. Τον ανώγειον όροφον της ανωτέρω οικοδομής ήτοι την κατοικίαν (πλην των κάτωθι αυτής μαγαζείων) μετά του κήπου της, αυλής και παντός παραρτήματός της ο ρηθείς Ε. Ι. Κ. επώλησεν σήμερον και μετεβίβασεν κατά πλήρη κατοχήν και κυριότητα...".
Η ως άνω οικία, δυνάμει της με αριθμό .../1932 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Γ. Φ., νομίμως μεταγραφείσης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων ....., εκποιήθηκε αναγκαστικά στον Δ. Γ. του Π. Στην έκθεση αυτή το εκπλειστηριασθέν ακίνητο περιγράφεται ως "μια οικία μετά των παραρτημάτων και εξαρτημάτων της, κήπον και είσοδον κειμένη εν Ιωαννίνοις και επί της οδού ......".
Ο Δ. Γ. απεβίωσε στις ...-1953 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Β. Γ., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του, Π. Γ. και Α. Γ. (πρώτη ενάγουσα), κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία δυνάμει της με αριθμό .../1935 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π.
Ε., σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1961 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένων ....... Κατόπιν η Β. χήρα Δ. Γ., από το ποσοστό της των 2/8, μεταβίβασε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα τέκνα της Π. Γ. και πρώτη ενάγουσα δυνάμει αντίστοιχα των με αριθμό .../1975 και .../1961 συμβολαίων δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ.
Τ., νομίμως μεταγεγραμμένων.... Ο Π. Γ. απεβίωσε στις ...-1999 και το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του ως άνω διαμερίσματος περιήλθε, δυνάμει της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στη σύζυγο και στις κόρες του, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγουσών. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν οι ανωτέρω δυνάμει της με αριθμό .../2003 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης .....
Εξάλλου, οι ενάγουσες όπως και προγενέστερα οι δικαιοπάροχοί τους, νέμονται την ως άνω ιδιοκτησία τους κατά τα ποσοστά τους η καθεμία και ειδικότερα η πρώτη από αυτούς κατά το παρελθόν κατοικούσε στο διαμέρισμα αυτό, στη συνέχεια ήταν μισθωμένο για σειρά ετών σε τρίτους, ενώ επί του παρόντος δεν κατοικείται, αλλά υπάρχουν σε αυτό έπιπλα και άλλα είδη της πρώτης ενάγουσας και ακόμη οι ενάγουσες και ιδίως η πρώτη από αυτούς που κατοικεί σε όμορο ακίνητο το επιτηρούν και το επισκέπτονται ανά τακτικά διαστήματα.
Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθμό .../1947 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Γ., νομίμως μεταγραφέντος...., ο Χ. Γ., προπάππους της εναγομένης, αγόρασε από την Α. Κ. του Χ. ένα κατάστημα (αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία) του ισογείου ορόφου της ως άνω διώροφης οικοδομής επί της οδού ...
στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα των εναγουσών. Στο συμβόλαιο αυτό η μεταβιβαζόμενη ιδιοκτησία περιγράφεται ως "ένα κατάστημα μετά του εις το βάθος συνεχομένου τούτου γηπέδου και λοιπών εξαρτημάτων, άνευ της άνωθεν οικίας, ήτις ανήκει εις τον Δ. Γ., συνορευόμενο γύρωθεν και εν όλω με οδόν ..., με μαγαζείον του πτωχεύσαντος Ε.
Κ., μεμισθωμένο σήμερον εις Ν. Β. ή Σ. και με είσοδον οικίας και την οικίαν άνωθεν τούτου Δ. Γ. και κείμενο ενταύθα και κατά την οδό ... αριθμός ...", Δυνάμει του με αριθμό ...-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σ. Σ., νομίμως μεταγραφέντος ....., ο Χ. Γ. μεταβίβασε λόγω προίκας το ως άνω κατάστημα, που περιγράφεται ως "συνορευόμενον γύρωθεν και εν όλω με οδόν ..., με μαγαζείον Λ.
Κ. μεμισθωμένον σήμερον εις Γ. Μ., με την είσοδον οικίας και την οικίαν άνωθεν τούτου Δ. Γ.", κατά ψιλή κυριότητα στην υπέρ ης η προίκα θυγατέρα του Ε. Δ. και κατά την επικαρπία στον προικολήπτη Α. Δ. Το κατάστημα αυτό ήδη ανήκει κατά κυριότητα στην εναγόμενη, στην οποία περιήλθε δυνάμει της από 17-09-2009 ιδιόγραφης διαθήκης της γιαγιάς της Ε.
συζ. Α. Δ., η οποία νομίμως δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 19/14-01-2015 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../2015 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Φ., νομίμως καταχωρηθείσα στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων....
Εξάλλου, παρά τον ισχυρισμό των εναγουσών ότι δεν υπήρξε νομότυπη σύσταση οροφοκτησίας στην εν θέματι διώροφη οικοδομή, κατόπιν της ως άνω αρχικής μεταβίβασης από τον Ε. Κ., ιδιοκτήτη αρχικά ολόκληρης της οικοδομής, μιας χωριστής ιδιοκτησίας, δηλαδή της οικίας του πρώτου ορόφου μετά των παραρτημάτων αυτής δυνάμει του με αριθμό .../1930 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ν.
Ε., η οικοδομή υπήχθη αυτομάτως στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, χωρίς να είναι απαραίτητη για τη σύστασή της η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, αλλά ούτε και διπλή μεταγραφή, αφού δεν επρόκειτο για δύο διαφορετικές συμβάσεις περιεχόμενες στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της καθεμιάς.
Λόγω, άλλωστε, της υπαγωγής των ανωτέρω ιδιοκτησιών στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αποδόθηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων ο ΚΑΕΚ 201191002016/0/1 για το κατάστημα του ισογείου, ιδιοκτησίας της εναγομένης και ο ΚΑΕΚ 201191002016/0/2 για το διαμέρισμα του 1ου ορόφου, ιδιοκτησίας των εναγουσών, το οποίο ρητά χαρακτηρίζεται ως οριζόντια ιδιοκτησία ενιαίου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 201191002016/0/0.
Αποδείχθηκε επίσης ότι, το ως άνω διαμέρισμα των εναγουσών έχει είσοδο από την οδό ..., με κεντρική θύρα που ακολουθείται από τον διάδρομο του ισογείου ορόφου, μήκους (του διαδρόμου) 13 μέτρων και πλάτους 1,80 μέτρων. Στην απόληξη του διαδρόμου αυτού υπάρχει ένας προθάλαμος (χωλ) από όπου ξεκινάει η ξύλινη σκάλα, στο πλατύσκαλο της οποίας υπάρχει μια από τις τουαλέτες της κατοικίας και η οποία επίσης οδηγεί απευθείας στον πρώτο όροφο όπου βρίσκονται τα κυρίως δωμάτια της κατοικίας, χωρίς να υπάρχει ενδιάμεση εσωτερική πόρτα που να διαχωρίζει τον πρώτο όροφο και το κλιμακοστάσιο από τον διάδρομο ο οποίος ως εκ τούτου εντάσσεται λειτουργικά στο διαμέρισμα των εναγουσών.
Επιπλέον, ο διάδρομος αυτός εξυπηρετεί την πρόσβαση των εναγουσών στον ακάλυπτο χώρο (κήπο) που επίσης χρησιμοποιείται αδιάλειπτα επί σειρά πολλών ετών αποκλειστικά από τις ενάγουσες ως ιδιοκτήτριες του διαμερίσματος του ύπερθεν του ισογείου ορόφου και ιδίως από την πρώτη από αυτούς η οποία κατοικεί σε όμορο ακίνητο που επίσης διαθέτει ακάλυπτο χώρο, εν τοις πράγμασι συνενωμένο με τον ακάλυπτο χώρο στον οποίο οδηγεί ο επίδικος διάδρομος.
Εξάλλου, ο διάδρομος αυτός δεν καταγράφεται ως χώρος του διαμερίσματος στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ 201191002016/0/2, από μόνη όμως την έλλειψη της καταχώρισης στην κτηματολογική βάση δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο διάδρομος αυτός αποτελεί κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο των συνιδιοκτητών της οικοδομής, αντίθετα, ήδη από την αρχική σύσταση της οροφοκτησίας, εξυπηρετούσε αποκλειστικά την οικία του πρώτου ορόφου η οποία μεταβιβάστηκε στον Δ.
Γ., έχοντας ως κεντρική είσοδο αυτή επί της οδού ... από όπου ξεκινά ο επίδικος διάδρομος, χωρίς να έχει ουδέποτε κατασκευαστεί εσωτερική θύρα που να ασφαλίζει τα δωμάτια του πρώτου ορόφου. Τα ανωτέρω επιρρωννύονται και από την περιγραφή των ιδιοκτησιών στους δικαιοκτητικούς τίτλους των διαδίκων και ειδικότερα στην υπ' αριθ. .../1932 κατακυρωτική έκθεση, στην οποία η εκπλειστηριασθείσα οικία του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου μεταβιβάζεται "μετά των παραρτημάτων και εξαρτημάτων της, κήπον και είσοδον", ενώ και στις με αριθ. .../1947 και .../1963 συμβολαιογραφικές πράξεις που συγκαταλέγονται στους τίτλους κτήσης της εναγομένης, όπως προηγουμένως εκτέθηκε, αναφέρεται ότι το κατάστημα του ισογείου συνορεύει περιμετρικά "με είσοδο οικίας και την οικίαν άνωθεν τούτου Δ.
Γ.". Η αναφορά αυτή σε γειτνίαση με "είσοδο οικίας" συνάδει με την ήδη κατά τον χρόνο αυτό υφιστάμενη πραγματική κατάσταση, δηλαδή με την μοναδική κεντρική είσοδο επί της οδού ... της οικίας του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και τον συνεχόμενο με αυτήν διάδρομο του ισογείου ορόφου μέσω του οποίου εξασφαλιζόταν η πρόσβαση στους κυρίως χώρους της οικίας.
Επιπλέον, δεδομένου ότι δεν έχει υπάρξει εν προκειμένω είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής .........., κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός χώρου ως κοινοκτήτου και κοινόχρηστου είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.
Εν προκειμένω ο επίδικος διάδρομος εξυπηρετεί μόνο το διαμέρισμα των εναγουσών, οι οποίες και έχουν ακώλυτη πρόσβαση σε αυτόν και είναι επίσης οι μοναδικές που είναι εφοδιασμένες με κλειδί της εισόδου επί της οδού .... Εν κατακλείδι, ο εν λόγω διάδρομος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής, επειδή, πέραν του ότι μεταβιβάστηκε ως τμήμα της οικίας του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου αρχικά στη Σ.
Κ. και στη συνέχεια στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Δ. Γ., με τη ρητή μάλιστα συμπερίληψή του ως "εισόδου" στην περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, εξυπηρετεί αποκλειστικά την πρόσβαση στην οριζόντια ιδιοκτησία και στον ακάλυπτο χώρο (κήπο) αποκλειστικής χρήσης της ιδιοκτησίας των εναγουσών και συνεπώς συνιστά συστατικό μέρος της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας, επειδή, αν αποχωριστεί από την εν λόγω αυτοτελή και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, όχι απλώς επέρχεται βλάβη σ' αυτή, που αποτελεί το κύριο πράγμα, αλλά ακόμη περισσότερο, καθίσταται, ενδεχομένως ανέφικτη η χρησιμοποίησή της, με αλλοίωση της ουσίας και του προορισμού της, λόγω έλλειψης ασφάλειας και ιδιωτικότητας και επομένως ανήκει αναγκαίως, κατά νομική επιταγή, στον εκάστοτε κύριο της εν λόγω ιδιοκτησίας.
Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, στις 06-12-2018 η πρώτη των εναγουσών μετέβη στην εν λόγω οικία, προκειμένου να την καθαρίσει, πλην όμως διαπίστωσε τη διάνοιξη δύο πορτών στον τοίχο του διαδρόμου του ισογείου ορόφου, στην πλευρά αυτού που εφάπτεται με την οριζόντια ιδιοκτησία της εναγομένης και ειδικότερα μιας πόρτας μετά την κύρια είσοδο πλάτους 1,04 μέτρων και ύψους 1,90 μέτρων και μιας ακόμα πόρτας πλάτους 1,15 μέτρων και ύψους 2,04 μέτρων, όπως οι πόρτες αυτές αποτυπώνονται με τα στοιχεία 5 και 4 αντίστοιχα στο συνημμένο στο αγωγικό δικόγραφο απόσπασμα κάτοψης του ισογείου ορόφου.
Την επομένη ημέρα, ήτοι την 07- 12-2018, ο υιός της πρώτης των εναγουσών Ι. Φ., εισερχόμενος εκ νέου στην οικία, διαπίστωσε ότι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύκτας διανοίχθηκε στην ίδια πλευρά της τοιχοποιίας του διαδρόμου και ένα παράθυρο, πλάτους 1,10 μέτρων και ύψους 1,60 μέτρων, όπως αποτυπώνεται με το στοιχείο 3 στο ως άνω απόσπασμα κάτοψης του ισογείου ορόφου.
Με τη διάνοιξη των ως άνω πορτών και παραθύρου, καθώς δεν υφίσταται ενδιάμεση πόρτα που να διασφαλίζει την οικία του πρώτου ορόφου, αυτή όπως και τα ενυπάρχοντα εντός αυτής κινητά πράγματα (έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές κλπ.) κατέστη αφύλακτη και προσβάσιμη στο εργατοτεχνικό προσωπικό της εναγομένης και εν γένει σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων.
Εξάλλου, για τις ανωτέρω εργασίες-επεμβάσεις στον τοίχο του διαδρόμου, η εναγόμενη, η οποία εκτελούσε εργασίες για τη μετατροπή του καταστήματος σε χώρο κατοικίας, είχε λάβει την με αριθ. 179/2018 άδεια δόμησης της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας του Δήμου Ιωαννιτών, κατόπιν έγκρισης της Υπηρεσίας Νεοτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Ηπείρου, Βορείου Ιονίου και Δυτ.
Μακεδονίας, δεδομένου ότι το όλο κτίριο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο, πλην όμως με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας του Δήμου Ιωαννιτών διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών κατόπιν καταγγελίας των εναγουσών, με την αιτιολογία ότι από τον έλεγχο των προσκομισθέντων τίτλων δεν προέκυψε "ότι o εν λόγω διάδρομος αποτελεί κοινόχρηστη είσοδο".
Η εναγόμενη από την πλευρά της υποστηρίζει ότι ο διάδρομος αποτελεί κοινόχρηστο και κοινόκτητο μέρος της οικοδομής και ότι προέβη, όπως δικαιούταν, στην αποκατάσταση των ανοιγμάτων αυτών (πορτών και παραθύρου) τα οποία υπήρχαν ήδη από την κατασκευή της οικοδομής, ήταν αναγκαία για τον αερισμό και φωτισμό της ιδιοκτησίας της και επίσης χρησίμευαν για την πρόσβαση στην ιδιοκτησία της που αποτελούταν αρχικά από δύο καταστήματα τα οποία στη συνέχεια ενοποιήθηκαν, πλην όμως με την πάροδο των ετών οι εκμισθωτές της ιδιοκτησίας της επενέβησαν στο ακίνητο και έκλεισαν τα ανοίγματα, ενώ άνοιξαν πόρτα στην πρόσοψη επί της οδού ....
Ο ισχυρισμός αυτός, ........, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, πρέπει, όμως, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, ο επίδικος διάδρομος αποτελεί αντικείμενο της συννομής των εναγουσών, ως συστατικό μέρος της οριζόντιας ιδιοκτησίας συννομής και συγκυριότητας των ιδίων. Εξάλλου, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι πράγματι οι διανοιχθείσες πόρτες και παράθυρο υπήρχαν κατά το παρελθόν στον επίδικο διάδρομο από την ανέγερση της οικοδομής, η οποία έλαβε χώρα περί το έτος 1800 και κλείστηκαν αργότερα, γεγονός που, άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τις ενάγουσες.
Ωστόσο, τα ανοίγματα αυτά στο παρελθόν εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του αρχικά μοναδικού κυρίου της οικοδομής, ενώ στη συνέχεια κατέστη αναγκαίο να σφραγιστούν για να διασφαλίζεται η ξεχωριστή πρόσβαση στην οικία και στα καταστήματα της οικοδομής που ανήκαν πλέον σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Εξάλλου, ο ακριβής χρόνος κλεισίματος των ανοιγμάτων αυτών δεν προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό, ανάγεται πάντως προ πολλών δεκαετιών, καθώς οι μάρτυρες των εναγουσών αναφέρουν ότι είχαν κλειστεί ήδη κατά τον χρόνο μεταβίβασης της οικίας στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Δ.
Γ., ενώ και ο μάρτυρας Π. Τ., αρχιτέκτονας μηχανικός, που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης σε προηγηθείσα μεταξύ των διαδίκων δίκη ασφαλιστικών μέτρων, κατέθεσε ότι από την πλευρά του διαδρόμου τα ανοίγματα είχαν κλείσει με αργόλιθους ακανόνιστης μορφής, ενώ προς την πλευρά του καταστήματος της εναγόμενης είχαν κτιστεί με τσιμεντότουβλα και τούβλα που χρονολογούνται πριν από περίπου 40-50 χρόνια.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση μόνη η ύπαρξη κατά το παρελθόν των ανοιγμάτων αυτών στον τοίχο του επίδικου διαδρόμου δεν παρέχει στην εναγόμενη το δικαίωμα να προβεί αυθαίρετα στην εκ νέου διάνοιξή τους εντός χώρου που ανήκει στη συννομή των εναγουσών. Εν όψει όλων των ανωτέρω, οι προαναφερόμενες ενέργειες της εναγομένης που έλαβαν χώρα παράνομα και αυθαίρετα, παρά τη βούληση των εναγουσών, παραβλάπτουν ουσιωδώς τη χρήση της ιδιοκτησίας τους και διαταράσσουν τη νομή τους επ' αυτής, καθώς, πέραν της φθοράς που προκλήθηκε στον τοίχο του διαδρόμου, με τις διανοιγείσες πόρτες και παράθυρο υφίσταται άμεσος κίνδυνος απώλειας ή καταστροφής των αντικειμένων που βρίσκονται εντός της οικίας τους, επειδή πλέον μπορούν να εισέλθουν αυθαίρετα στους χώρους της τρίτα άτομα.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ναι μεν οι ενάγουσες στο αγωγικό δικόγραφο δεν προσδιόρισαν την οικία τους ως νομίμως συνεστημένη αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία ούτε και επικαλέστηκαν την ιδιότητα της εναγομένης ως κυρίας οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας οικοδομής, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν επιδιώκεται η επίλυση διαφοράς, συναφούς προς την εφαρμογή του Ν. 3741/1929 και δη προς την ενάσκηση ή εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τον νόμο αυτό ούτε η προστασία της σύγχρησης απλώς κοινόκτητων μερών της οικοδομής, αλλά πρόκειται για διαφορά που προέρχεται καθαρά από την αμφισβήτηση των ορίων και την προσβολή του δικαιώματος της συννομής των εναγουσών επί συστατικού μέρους της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους με διαταρακτικές ενέργειες που αποτελούν, αυτοτελώς κρινόμενες, επέμβαση στη σύννομή των εναγουσών ...... ......
Συνεπώς, πρέπει να αναγνωρισθεί η συννομή των εναγουσών κατά τα αναφερόμενα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον επίδικο διάδρομο ως μέρος της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους.....". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση των εναγουσών- εκκαλουσών - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή προστασίας της (συν)νομής τους, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή αυτή.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1.2, 4, 5, 13, 14 του ν. 3741/1929, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Επιπλέον δεν παραβίασε τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση αυτής επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Ειδικότερα, με σαφείς παραδοχές δέχθηκε ότι η διώροφη οικοδομή, στον ανώγειο όροφο της οποίας βρίσκεται το διαμέρισμα των αναιρεσιβλήτων, από την μεταβίβαση τούτου στον απώτερο δικαιοπάροχό τους, (το έτος 1930), με πώληση από τον αρχικό αληθή κύριο της μείζονος οικοδομής, για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομότυπα, υπήχθη αυτομάτως στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, (παρά την μη αναφορά στο συμβόλαιο αυτό περί σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας), χωρίς να απαιτείται διπλή μεταγραφή αυτού.
Ότι το διαμέρισμα του ανωγείου έχει μοναδική είσοδο (με πόρτα) από την δημοτική οδό, από την οποία αρχίζει ο επίδικος διάδρομος, που καταλήγει σε προθάλαμο, εντός του οποίου υπάρχει ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο ανώγειο, χωρίς να υπάρχει άλλη εσωτερική πόρτα, που να ασφαλίζει τούτο και να διαχωρίζει τον επίδικο διάδρομο από το κλιμακοστάσιο και το διαμέρισμα.
Ότι ο επίδικος διάδρομος, ενόψει του ότι δεν προσδιορίστηκαν, ούτε με συμφωνία των συνιδιοκτητών ούτε με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής ως συστατική πράξη της οροφοκτησίας, και με κριτήριο τον κατά φύση προορισμό του, που είναι η αποκλειστική εξυπηρέτηση του διαμερίσματος του ανωγείου και του ακάλυπτου χώρου, στα οποία λειτουργικά εντάσσεται, αφού αποτελεί την μοναδική πρόσβαση σε αυτά, καθώς δεν συνδέεται λειτουργικά με το κατάστημα του ισογείου, δεν είναι κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής, αλλά συστατικό του διαμερίσματος το οποίο ανήκει στην κυριότητα και (συν)νομή των αναιρεσιβλήτων.
Ότι τα ανοίγματα στον τοίχο του επιδίκου διαδρόμου, υπήρχαν από την ανέγερση της διώροφης οικοδομής (περί το έτος 1800), για την εξυπηρέτηση του τότε μοναδικού κυρίου αυτής και στη συνέχεια κλείστηκαν για την ασφάλεια της πρόσβασης στο διαμέρισμα του ανωγείου, αφού τα καταστήματα του ισογείου είχαν μεταβιβαστεί σε τρίτους.
Ότι η εναγομένη- εφεσίβλητη- αναιρεσείουσα, με την παράνομη διάνοιξη των ανοιγμάτων αυτών, προσέβαλε την (συν)νομή των αναιρεσιβλήτων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ , της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα του επίδικου διαδρόμου, ως κοινοχρήστου ή μη, που αποτελεί το αντικείμενο της περί διατάραξης της (συν)νομής αγωγής, καθώς και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης των ιδίων παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου, στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση ελλείψει σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων (άρθρ.191 παρ.2 ΚΠολΔ), λόγω της απουσίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09.09.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρ. 392/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ