Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, ruling prior final judgment bars re-litigation of debt existence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding a debt dispute. The appellant argued that the prior judgment did not cover new facts occurring after the initial payment order, but the court held that the core issue of the debt's existence was already definitively settled. Consequently, the court ruled that the principle of res judicata precluded re-examining the same legal relationship despite the temporal differences in the alleged events.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; A final judgment constitutes res judicata, barring any new lawsuit challenging the same right or legal relationship, regardless of whether the right could be exercised via a separate action or if new facts occurred subsequently.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1058 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1058/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευλαλία Μιχαηλίδου. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Δ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 648/2010 μη οριστική και 222/2012 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου ανέγνωσε την από 11-2-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 1401/2017, ΑΠ 142/2016). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …901Β/14.11.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Α. Σ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε, κατ'αυτής ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 977/2015, ΑΠ 1881/2014).
Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί, ούτε με αγωγή ή με ένσταση, η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση, αφού από τότε αποκτά, κατά ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου 633 παρ. 2 εδάφ.
τελευταίο, ισχύ δεδικασμένου, που από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη αφορώσα την ύπαρξη ίδιας αξίωσης, λόγων ανακοπής, που αν και ήταν γεγενημένοι και ηδύναντο να προταθούν, δεν προτάθηκαν, με την ανωτέρω ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής. Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και αρνητική λειτουργία του, εφόσον το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών, την οποία προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 856/2014, ΑΠ 53/2004).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις που προτάθηκαν, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης. Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις από το δικονομικό δίκαιο, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές, στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.
Καλύπτονται, επίσης, οι κατά του προδικαστικού ζητήματος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτημα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωμα (κύριο ζήτημα) και αδιαφόρως εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννομης σχέσης ή στην έκταση της ευθύνης απ' αυτή.
Η ένσταση που δεν προτάθηκε καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατό να προταθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν από τότε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 856/2014, ΑΠ 1017/2001). Κατά τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 330 εδάφ.
β' του ΚΠολΔ, από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από τη τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι το δεδικασμένο δεν καλύπτει και τις μη προταθείσες γνήσιες ενστάσεις, που στηρίζονται σε δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με κύρια αγωγή αλλά και ανεξάρτητα από τη δικαιολογητική σχέση, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Στην εξαίρεση αυτή υπάγονται οι καλούμενες γνήσιες μη αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις. Ωστόσο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν κάποια από τις ενστάσεις αυτές που δεν προτάθηκε καλύπτεται από το δεδικασμένο, θα πρέπει να ερευνηθεί αν, σε περίπτωση παραδοχής της, θα οδηγούσε σε κατάλυση ή περιορισμό του δεδικασμένου, διότι δεν θα πρέπει το εν λόγω δικαίωμα, αν ασκηθεί με αγωγή και γίνει δεκτό από το δικαστήριο, να οδηγεί σε αναγνώριση ή απαγγελία έννομης συνέπειας, ασυμβίβαστης με το δεδικασμένο, δεδομένου ότι η ίδια η έννοια του δεδικασμένου αποκλείει την παραδοχή κάθε αντίθετου προς αυτό δικαιώματος που αναιρεί ή περιορίζει την έννομη συνέπεια, η οποία αναγνωρίστηκε με την τελεσίδικη απόφαση.
Έτσι, για να καλυφθεί από το δεδικασμένο μία τέτοια ένσταση που δεν προτάθηκε, θα πρέπει η έννομη αυτής συνέπεια να είναι ασυμβίβαστη προς εκείνη που απαγγέλθηκε από την τελεσίδικη απόφαση, ήτοι το δικαίωμα, στο οποίο στηρίζεται η ένσταση, να αντιφάσκει προς το δεδικασμένο (ΑΠ 1652/2007, ΑΠ 76/2006, ΑΠ 1570/2003). Στην κατηγορία των καταχρηστικών ενστάσεων που αν δεν προτάθηκαν κατά τα ανωτέρω καλύπτονται από το δεδικασμένο ανήκει η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και η ένσταση εξάρτησης των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία (άρθρο 207 ΑΚ).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους.
Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 7/2013, ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "...Κατά το έτος 1998....ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) δάνεισε την εταιρεία (με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... L.T.D", η οποία διατηρούσε υποκαταστήματα στο …. την …. τον …. και τη ….) με το ποσό των 10.000.000 δρχ χωρίς να συμφωνηθεί ο χρόνος αποδόσεως του δανείου και ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) που ήταν ο πατέρας του εταίρου και διαχειριστή της εταιρείας, Θ.
Δ. προκειμένου να τον εξασφαλίσει εξέδωσε σε διαταγή του και του παρέδωσε την υπ'αριθμ. ...861-0 επιταγή για το ποσό των 10.000,000 δρχ. με λευκή την ημερομηνία εκδόσεως και με την ειδικότερη συμφωνία ότι θα του κατέβαλε το ποσό αυτό μόνο στην περίπτωση που η εταιρεία πωλούσε κάποιο από τα υποκαταστήματά της που διατηρούσε στις πόλεις που προαναφέρθηκαν και δεν απέδιδε σε αυτόν το ποσό του δανείου.
Στην περίπτωση δηλαδή συνδρομής της ανωτέρω προϋποθέσεως ο ενάγων εδικαιούτο να συμπληρώσει την ημερομηνία εκδόσεως στην επιταγή και να επιδιώξει την είσπραξή της. Επρόκειτο για σύμβαση εγγυοδοσίας, η οποία αποτελεί εξασφαλιστική σύμβαση, που γεννά αυτοτελή και κύρια παροχή με την οποία ο εγγυοδότης έδωσε προς τον εγγυολήπτη την αυτόνομη υπόσχεση ότι θα ευθύνεται απέναντί του υπό την αίρεση ότι η εταιρεία θα πωλήσει ένα υποκατάστημά της και δεν αποδώσει το δάνειο (ΑΚ 361) και δεν αποτελούσε εγγύηση κατά την έννοια του άρθρου 847 ΑΚ.
Ο ενάγων αντί να επιδιώξει την απόδοση του δανείου από την εταιρεία, συμπλήρωσε ο ίδιος την ημερομηνία εκδόσεως στην ανωτέρω επιταγή την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, η οποία και δεν την πλήρωσε ελλείψει επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων και ακολούθως εξέδωσε σε βάρος του εναγομένου την 1102/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Ο εναγόμενος άσκησε ανακοπή κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και ισχυρίστηκε ότι η προϋπόθεση για την οποία εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος και του παρέδωσε την ανωτέρω επιταγή και με τη συνδρομή της οποίας υποσχέθηκε ο ίδιος την καταβολή σ' αυτόν του ποσού της επιταγής δηλαδή της μεταβιβάσεως από την εταιρία ενός εκ των τεσσάρων υποκαταστημάτων της και της μη καταβολής σε αυτόν του δανεισθέντος από την εταιρία ποσού, δεν είχε ακόμη συντρέξει, δεν είχε πληρωθεί η αίρεση και δεν ίσχυε η οφειλή του από την επιταγή κατά το χρόνο που εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και συνεπώς δεν ευθύνεται ο ίδιος προς πληρωμή της.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 414/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακύρωσε την ανωτέρω διαταγή πληρωμής δεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος ήδη εναγομένου ότι η υποχρέωση την οποία ανέλαβε με την επίδικη σύμβαση εγγυοδοσίας αποτελούσε αυτοτελή κύρια παροχή που τελούσε υπό την ανωτέρω αίρεση ,η οποία δεν είχε πληρωθεί ώστε να ισχύει η οφειλή του από την επιταγή αυτή η οποία κατέστη τελεσίδικη, καθόσον με την 1064/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών απορρίφθηκε η από 18-6-2001 έφεση του ενάγοντας κατά της ανωτέρω απόφασης.
Στη δίκη εκείνη, ο καθ' ου η ανακοπή, ενάγων της υπό κρίση αγωγής και ήδη εκκαλών, δεν είχε προτείνει κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό ότι ο ανακόπτων και εναγόμενος της υπό κρίση αγωγής με την ανωτέρω εταιρεία ενήργησαν αντίθετα προς την καλή πίστη για τη ματαίωση της πλήρωσης της αίρεσης, η οποία θεωρείται ότι είχε πληρωθεί κατά το χρόνο που εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.
Με την απόφαση αυτή, έχει παραχθεί δεδικασμένο που καταλαμβάνει και την παρούσα δίκη, καθόσον με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση ο εκτελεστός τίτλος της διαταγής πληρωμής, ο οποίος αποτέλεσε το μέσο για την ικανοποίηση της αξιώσεως του εκκαλούντος, ακυρώθηκε για ουσιαστικό λόγο, κρίθηκε δηλαδή με την απόφαση αυτή η ανυπαρξία της οφειλής, η οποία κατέστη αντικείμενο έρευνας κατόπιν σχετικού λόγου της ανακοπής του εφεσίβλητου, το δε πιο πάνω δικαστήριο που επιλήφθηκε της ανακοπής σε πρώτο βαθμό ήταν καθ'ύλην αρμόδιο να δικάσει το προδικαστικό αυτό ζήτημα της ανυπαρξίας οφειλής.
Επίσης, καλύπτονται από το δεδικασμένο και οι καταχρηστικές ενστάσεις όπως η ανωτέρω κατ ' αρθρ. 330 εδ. α' ΚΠολΔ και δεν είναι πλέον δυνατή η πρόταση αυτής και των γεγονότων που την απαρτίζουν σε μεταγενέστερη δίκη, αφού η τυχόν παραδοχή της οδηγεί σε αναίρεση των με την τελεσίδικη απόφαση κριθέντων και ανατροπή του δεδικασμένου που απορρέει απ' αυτήν.
Ο αποκλεισμός δε αυτός επέρχεται άσχετα από το αν το δικαίωμα, στο οποίο αυτή στηρίζεται, θα μπορούσε να ασκηθεί και με αγωγή. Ενόψει τούτων η υπό κρίση αγωγή είναι, σύμφωνα και με τα εκτιθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου ανεξαρτήτως του ότι τούτο ερευνάται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, αφού το δια της υπό κρίσης αγωγής ασκούμενο δικαίωμα έχει κριθεί τελεσιδίκως με την προμνημονευμένη δικαστική απόφαση και αποκλείεται να ασκηθεί εκ νέου, με έγερση σχετικής αγωγής.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αντικαθιστώντας μόνο τις αιτιολογίες, κατ'άρθρο 534 ΚΠολΔ. Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 16 (και όχι και από τον αριθ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο, κατά παράβαση νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ'.
αριθμ. 1064/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς την ως άνω αξίωσή του, διότι οι μη προταθείσες στη δίκη εκείνη ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και εξάρτησης των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της εν λόγω απόφασης, αφού στηρίζονται σε περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση τόσο της διαταγής πληρωμής, αλλά και των αποφάσεων επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για την ύπαρξη δεδικασμένου.
Ωστόσο εφόσον ο ισχυρισμοί ότι ο αναιρεσίβλητος με την ως άνω εταιρεία ενήργησαν αντίθετα προς την καλή πίστη για τη ματαίωση της πλήρωσης της αίρεσης, η οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου είχε πληρωθεί κατά το χρόνο που εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν προτάθηκε στην προηγούμενη δίκη, οι σχετικές ενστάσεις καλύφθηκαν από το δεδικασμένο.
Και αυτό παρά τη φαινομενικά διαφοροποίηση του αντικειμένου της νέας δίκης, που διεξήχθη μεταξύ των αυτών διαδίκων, με την επίκληση ότι τα σχετικά περισταστικά έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο, εφόσον η αναγκαία προϋπόθεση του εν λόγω δικαιώματος κρίθηκε ήδη αρνητικά στην προηγούμενη δίκη δηλαδή η μη ύπαρξη οφειλής, λόγω πλασματικής πληρώσεως της αιρέσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την ανυπαρξία οφειλής του αναιρεσίβλητου προς τον αναιρεσείοντα και ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, δεν τίθεται θέμα δικαστικής δαπάνης, εφόσον λόγω της απουσίας του αναιρεσίβλητου δεν υποβλήθηκε αυτός σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2015 αίτηση του Φ. Μ. για αναίρεση της 222/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ