Legislator Case Law & Legislation
1058/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance judgment for failure to prove causal link between defendants' conduct and plaintiff's damages.

Case Number 1058/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment, finding a violation of substantive law regarding the causal link between the appellants' conduct and the respondent's damages. The respondent failed to prove that the appellants' actions caused the expenses incurred for improvements on the disputed properties, as she did not claim their consent to the transfer or the improvements. Consequently, the court declared the first appeal ground admissible and remitted the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 281 of the Civil Code; A violation of substantive law occurs when a court fails to establish the causal link required to apply a legal provision, necessitating the remittal of the case for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility causal link substantive law violation property dispute damages assessment remittal for retrial burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1058 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1058/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: 1) Γ. Α. Ε., 2)Ε. Α. Ε. και 3) Α. Α. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μπραζιώτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτης: Θ. Μ. του Χ., ήδη συζύγου Α. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γαλάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 136/2014 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 2-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 136/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-3-2010 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 305/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 1-9-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων περί αποδόσεως των από εκείνη (αναιρεσίβλητη), κακής πίστης νομέα, εξαχθέντων ωφελημάτων από τη χρήση του περιγραφομένου σ’ αυτήν ακινήτου της κυριότητάς τους.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτές κατάσταση που δημιουργήθηκε, η οποία συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος.

Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (Ολομ. ΑΠ 17/1995). Ειδικά, σε περίπτωση κατά την οποία, στα πλαίσια εργολαβικής σύμβασης προς ανέγερση πολυκατοικίας, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, ο εργολάβος κηρυχθεί έκπτωτος λόγω υπερημερίας, η από τον οικοπεδούχο διεκδίκηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία μετά την έκπτωση του εργολάβου περιήλθε σ’ αυτόν από τον τρίτο, προς τον οποίο ο εργολάβος είχε υποσχεθεί την πώληση της με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και είχε προεισπράξει το τίμημα, τότε μόνο είναι καταχρηστική, όταν ο οικοπεδούχος συναίνεσε στο να εγκατασταθεί ο τρίτος στην οριζόντια ιδιοκτησία, της οποίας η πώληση είχε προσυμφωνηθεί με τον εργολάβο, πριν από την έκπτωσή του, και τον διαβεβαίωσε, ότι η οριστική σύμβαση θα καταρτιζόταν με αυτόν στο άμεσο μέλλον με την καταβολή συγκεκριμένου συμπληρωματικού τιμήματος, ενόψει δε της διαβεβαίωσης αυτής ο τρίτος έκανε εργασίες αποπεράτωσης του ημιτελούς διαμερίσματος με δικές του δαπάνες, ενώ εκείνος (οικοπεδούχος) αθέτησε την υπόσχεση κατάρτισης οριστικού συμβολαίου (Ολομ.

ΑΠ 56/1990, ΑΠ 1432/10). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ έκρινε ως νομικά βάσιμη, κάνοντας δεκτό το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, την από την τελευταία προβληθείσα, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (ΚΠολΔ 561 § 2) επισκόπηση του δικογράφου της από 20-3-2010 έφεσης της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι, η τελευταία για τη θεμελίωση της πρωτοδίκως υποβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, η οποία από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη και την οποία επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ισχυρίστηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "....Δυνάμει του .../24-12-1999 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Χ.

Κ. - Μ., που υπογράφτηκε μεταξύ των οικοπεδούχων (αναιρεσειόντων) και του εργολάβου οικοδομών Π. Γ. του Α. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση ανέγερσης οικοδομής με αντιπαροχή, οι δε οικοπεδούχοι υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στον εργολάβο με την πρόοδο των εργασιών κατά κυριότητα ποσοστά εξ αδιαιρέτου 600/1000 στον ίδιο ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει....

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής οι αντίδικοι οικοπεδούχοι παρέδωσαν στον ανωτέρω εργολάβο τη φυσική εξουσίαση του οικοπέδου τους, αυτός δε άρχισε να κατασκευάζει πάνω σ’ αυτό κατά τα συμφωνημένα πολυώροφη οικοδομή. Με το υπ’ αριθμ. .../26-4-2000 προσύμφωνο πώλησης οριζόντιων ιδιοκτησιών ν.3741/1929 και σύστασης πραγματικής ο εργολάβος Γ.

Π. υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή σε μένα (αναιρεσίβλητη) το υπό στοιχείο ... του πρώτου και δευτέρου πάνω από το ισόγειο - πυλωτή ορόφου, όπως αυτό εικονίζεται στα σχεδιαγράμματα κάτοψης Α και Β πάνω από το ισόγειο - πυλωτή ορόφου του Πολιτικού μηχανικού Ε.

Γ. με χρονολογία "Μάρτιος 2000". Οι δύο όροφοι επικοινωνούν με εσωτερική κλίμακα και αποτελούν ένα διαμέρισμα με ενιαία λειτουργική ενότητα (μεζονέτα)... Στον εκάστοτε κύριο του ως άνω διαμερίσματος ανήκει και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του υπό στοιχεία Ρ5 χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου (πάρκινγκ) της πυλωτής....Σε εκτέλεση της προσύμβασης αυτής ο εργολάβος Γ.

Π. μετά την περάτωση της κατασκευής της οριζόντιας ιδιοκτησίας που υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει σε μένα με αιτία την πώληση, παρέδωσε σε μένα στις 10 Αυγούστου 2002 την κατοχή και χρήση του ως άνω διαμερίσματος, πάρκινγκ και αποθήκης, παραδίδοντάς μου, παρουσία και του συζύγου μου Ά.

Δ., τα κλειδιά των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών. Οι αντίδικοι οικοπεδούχοι κοινοποίησαν στον ανωτέρω αναφερόμενο εργολάβο στις 14-11-2002, αντίγραφο του με αριθμό ...11-2002 πρώτου απογράφου εκτελεστού του με αριθμό .../24-12-1999 προσυμφώνου συμβολαίου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού, με την κάτω από αυτό γραμμένη επιταγή προς εκτέλεση.

Κατά του ως άνω εκτελεστού τίτλου και της σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης ο ως άνω εργoλάβoς άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ανακοπή και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, η οποία συζητήθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στις 29-11- 2002. Κατά τη δικάσιμο εκ παραδρομής δεν παρατάθηκε η ισχύς της προσωρινής διαταγής, που ανέστειλε κάθε πράξη εκτέλεσης και κατόπιν αυτού οι αντίδικοι προχώρησαν σε εκτέλεση καταλαμβάνοντας το διαμέρισμα του οποίου την κατοχή είχα, χωρίς να περιμένουν την έκδοση αποφάσεως επί της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

Η κατάληψη έγινε αφού με την αναγκαστική εκτέλεση του .../1999 συμβολαίου με ανάγκασαν να παραδώσω τα κλειδιά του διαμερίσματος στο δικαστικό και έτσι αποβλήθηκα από την κατοχή του διαμερίσματος, στο οποίο είχα ενεργήσεις τις επωφελείς δαπάνες....όπως προειπώθηκε η προσύμβαση που κατήρτισα εγώ με τον εργολάβο έγινε με το ανωτέρω καθεστώς εκτέλεσης των εργασιών κατασκευής της οικοδομής και πριν την καταγγελία της εργολαβικής σύμβασης από τους οικοπεδούχους και την κήρυξη του εργολάβου εκπτώτου (29-11-02).

Κατά το χρονικό διάστημα μετά την παράδοση της κατοχής από τον εργολάβο σε μένα (10-8-02) και μέχρι της καταγγελίας (29-11-02) ενήργησα βελτιωτικές της λειτουργίας και επαυξητικές των ενδιαφερουσών οριζοντίων ιδιοκτησιών πράξεις. Ειδικότερα μετά την κατά τα άνω παράδοση σε μένα της φυσικής εξουσίασης των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμέρισμα - αποθήκη) εγώ εγκαταστάθηκα σ’ αυτές, αφού μου παρέδωσε τα κλειδιά αυτών, ενεργώντας σ’ αυτό το χρονικό διάστημα πράξεις βελτιωτικές του διαμερίσματος, όπως είναι η τοποθέτηση πλακιδίων στην κουζίνα και το μπάνιο, πλακιδίων ψηφίδας στο χώρο της κουζίνας, τοποθέτηση κασών για ντουλάπια στην κουζίνα και τα δωμάτια ανάθεση σε μαραγκούς κατασκευής και ολοκλήρωση εσωτερικής κλίμακας που ενώνει τους δύο ορόφους και ντουλαπιών στην κουζίνα, επανειλημμένη καθαριότητα του εσωτερικού χώρου και άλλες ενέργειες με δαπάνη μου που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 7.000.000 περίπου, χωρίς ποτέ να εμποδιστώ από κανένα μέχρι την 29η Νοεμβρίου 2002.

Οι αντίδικοι μου κατά το χρονικό αυτό διάστημα έλαβαν γνώση τόσο της κατοχής και χρήσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών από εμένα όσο και της εκτέλεσης των ανωτέρω βελτιωτικών πράξεων και δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση και διαμαρτυρία για την ενέργειά τους αποκαλύπτοντας τις ένδικες αξιώσεις τους έναντι του εργολάβου, τις οποίες εξωτερίκευσαν για πρώτη φορά με την καταγγελία τους, έτσι ώστε εύλογα δημιουργήθηκε σε μένα η πεποίθηση ότι δε θα ασκήσουν το ένδικο δικαίωμά τους, ενόψει μάλιστα των γνωστών σ’ αυτούς γεγονότων που αναφέρονταν στην εργολαβική σύμβαση και στην προσύμβαση που κατήρτισα εγώ με τον εργολάβο.

Η παραδοχή της αγωγής των εναγόντων συνεπάγεται λίαν επαχθείς για μένα συνέπειες αφού θα υποχρεωθώ σε καταβολή ωφελημάτων από τις προσυμφωνημένες προς μεταβίβαση σε μένα ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ενώ ήμουν νόμιμος κάτοχος των οριζοντίων αυτών ιδιοκτησιών, των οποίων την αξία επαύξησα με τις ανωτέρω βελτιωτικές ενέργειες, με βάση τις οποίες αυξάνεται, όπως κατωτέρω ειδικότερα εκθέτω η μισθωτική αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών αλλά και η εμπορική αξία αυτών.

Η άρνηση των εναγόντων να συμπράξουν στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης που εξωτερικεύεται πλέον κατά τρόπο καταφανή με την άσκηση στο παρελθόν διεκδικητικής αγωγής εναντίον μου, όπως και η άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αποτελεί σε κάθε περίπτωση ενάσκηση δικαιώματος το οποίο προσκρούει καταφανώς και έντονα και έρχεται σε αντίθεση με τις αναφερόμενες στο άρθρο 281 ΑΚ αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και είναι, ενόψει της ως άνω αντίθεσης, απαγορευμένη, καθόσον η χρήση από εμένα των ανωτέρω ιδιοκτησιών έγινε με την προοπτική της οριστικής μεταβίβασής τους σε μένα από τους αντιδίκους κατά υποχρέωση ενοχική που πηγάζει από το παραπάνω αναφερόμενο προσύμφωνο, αλλά και με βάση την υπ’ αριθμ. 897/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ρυθμίστηκε προσωρινά η χρήση των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών και υποχρεώθηκαν οι αντίδικοι να παραδώσουν προσωρινά σε μένα τη χρήση μετά την προηγηθείσα αποβολή μου από τους αντιδίκους με αναγκαστική εκτέλεση.

Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω ότι η περικοπή της αγωγής των αντιδίκων που υποστηρίζει ότι με την απόφαση αυτή των ασφαλιστικών μέτρων αναγνωρίζεται ότι εγώ δεν δικαιούμαι να κατέχω τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και για το λόγο αυτό είμαι κακής πίστεως νομέας αποτελεί κακοποίηση της αλήθειας.

Έτσι, η κρινόμενη αγωγή πρέπει και για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τον ισχυρισμό μας αυτόν που φρονούμε ότι αποτελεί νόμιμη καταλυτική της αγωγής ένσταση, σιγή αντιπαρήλθε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Φρονώ επίσης ότι τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν ιστορικά την προβαλλόμενη ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, αποδεικνύονται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και επιφέρουν κατά παραδοχή τους τη συνέπεια της εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης και της απόρριψης της κρινόμενης αγωγής των αντιδίκων.

Συνεπώς και για το λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή των αντιδίκων...".

Η πληττόμενη απόφαση, αφού έκρινε ως νομικά βάσιμη την προταθείσα ως άνω ένσταση προέβη, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, στην κατ’ ουσίαν έρευνα αυτής, την οποία έκανε δεκτή και απέρριψε την ένδικη αγωγή. Έτσι, όμως, το Εφετείο, αναφορικά με την νομική βασιμότητα της προταθείσας ως άνω ένστασης, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα επικληθέντα προς θεμελίωση αυτής πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν και αληθή υποτιθέμενα, να καταστήσουν εφαρμοστέα την παραπάνω διάταξη, λόγω μη συνδρομής της απαιτούμενης, για την εφαρμογή της προϋπόθεσης της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων (οικοπεδούχων) και των πράξεων της αναιρεσίβλητης, ενόψει του ότι οι βελτιωτικές επωφελείς εργασίες που φέρονται ότι έγιναν από την τελευταία με την προοπτική της οριστικής μεταβίβασης σ’ αυτήν των προσυμφωνηθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών, οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε και οι επαχθείς συνέπειες, τις οποίες συνεπάγεται για την ίδια η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, δεν συνδέονται αιτιωδώς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με τη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων (οικοπεδούχων), καθόσον εκείνη (αναιρεσίβλητη) δεν επικαλείται είτε ότι οι τελευταίοι είχαν συμπράξει στο προσύμφωνο μεταβίβασης που καταρτίστηκε μεταξύ του εργολάβου και της ίδιας είτε ότι είχαν συγκατατεθεί στη μεταβίβαση της νομής αυτών (ιδιοκτησιών) προς αυτήν είτε, τέλος, ότι η εγκατάστασή της στις προσυμφωνηθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και η εκτέλεση των επικαλουμένων βελτιωτικών εργασιών έγιναν με τη συγκατάθεση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο παρότρυνση των οικοπεδούχων - αναιρεσειόντων, ώστε η εκ των υστέρων άσκηση του αγωγικού δικαιώματος να κρίνεται μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντικρουόμενη από την προηγηθείσα συμπεριφορά τους, ενώ οι επικαλούμενες επαχθείς συνέπειες συνδέονται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του κηρυχθέντος εκπτώτου εργολάβου, η οποία όμως (συμπεριφορά), κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να θεμελιώσει, εφόσον πρόκειται για συμπεριφορά τρίτου, την από την υπόχρεη αναιρεσίβλητη προβαλλόμενη, προς απόκρουση του ασκούμενου με την ένδικη η αγωγή δικαιώματος, ένσταση.

Με τα δεδομένα αυτά, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει λόγω της ήττας τους να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 136/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ