Legislator Case Law & Legislation
1058/2017 AI generated

1058/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1058/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1058/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2015 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1058 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1058/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλάση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Π. Π. του Ε., β. Ν. Π. του Γ., γ. Δ. Π. του Γ. και δ. Α. Π. του Γ., κατοίκων ..., υπεισελθόντων στην παρούσα δίκη ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσιβλήτου και ήδη αποβιώσαντος στις 21-4-2016 Γ. Π. του Δ. (βλ. 64/2016 Πρακτικό του Δικαστηρίου αυτού), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Βέτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στο: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 1-8-2010 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π. του Δ. και επί των οποίων εκδόθηκε η 3097/2012 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Ακολούθως, με την από 13-3-2013 κλήση, ο ήδη αναιρεσείων επανέφερε για συζήτηση την ως άνω αρχική αγωγή του, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 10-4-2013 νέα αγωγή του.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1453/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3121/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 29-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγων και την απόρριψη του δευτέρου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της από 9-11-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 3121/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α’ , 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το με αριθμό πρωτ. ....4.2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, που έχει συντάξει η Ληξίαρχος Σπάτων - ...

Κ. Σ., 2) το με αριθμό πρωτ. ...2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Σπάτων - ... και 3) το με αριθμό .../2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, προκύπτει ότι στις 21.4.2016, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 9.11.2015, απεβίωσε, στα ..., ο αρχικώς πρώτος αναιρεσίβλητος Γ.

Π. του Δ., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι την σύζυγό του Π. Π. και τα τέκνα του Ν., Δ. και Α., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία του. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γερασίμου Βέτση, τον θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού.

Ενόψει αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων του ως άνω θανόντος πρώτου αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011, ΑΠ 75/2005).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1547/ 2010).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003 και ΑΠ 1702/2001).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας και με την παραδοχή αυτή να δεχθεί ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο τον συναφή λόγο εφέσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε κριθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της συγκρούσεως είναι ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και ακολούθως, το μεν να απορρίψει ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν τις από 8.3.2010 και 10.4.2013 αγωγές του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, το δε να δεχθεί ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 1.8.2010 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, εναντίον του, στην μεν πρώτη περίπτωση διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα και την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ αυτής και της προκλήσεως του ατυχήματος, εξ αιτίας των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, στη δεύτερη δε περίπτωση παραβίασε ευθέως την εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικώς με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 13.07.2008 και ώρα 13:30 περίπου ο Γ.

Π., οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο της κυριότητάς του, εκινείτο στη ..., στο ύψος της ..., με φορά από Αθήνα προς Μαραθώνα. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης κυκλοφορίας με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενες από διαχωριστική νησίδα. Ο καιρός ήταν καλός, το οδόστρωμα ξηρό, υπήρχε φωτισμός ημέρας και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από τεχνητά εμπόδια.

Ο ως άνω οδηγός εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και πλησιάζοντας στη συμβολή (ισόπεδο οδικό κόμβο) της λεωφόρου με την προς τα δεξιά του κάθετη οδό ..., άναψε το δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, προειδοποιώντας τους ακολουθούντες αυτόν ότι προτίθετο να εισέλθει με δεξιά αλλαγή κατεύθυνσης στην οδό ....

Όταν αυτός άρχισε να πραγματοποιεί τη δεξιά αυτή στροφή, ο Ε. Σ., οδηγώντας την υπ’ αριθ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα της κυριότητάς του, μάρκας BMW R 1200G8, κυβισμού 1200 c.c. και έτους πρώτης κυκλοφορίας 2005, η οποία κατά τον άνω χρόνο ήταν ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία της στην ασφαλιστική επιχείρηση "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου και στη θέση της υπεισήλθε το Ε.Κ.

ως ειδικός διάδοχος εκ του νόμου, και κινούμενος πίσω από το Ι.Χ.Φ. του Γ. Π., λόγω της πυκνής κατά την ώρα εκείνη κυκλοφορίας οχημάτων (προφανώς λόγω του ότι ήταν ημέρα Κυριακή και πολλοί λουόμενοι κατευθύνονταν στις παραλίες της Ανατ. Αττικής για θαλάσσιο μπάνιο), από αμέλεια, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, επιχείρησε υπέρβαση από δεξιά του προπορευόμενου Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, το οποίο έπαιρνε κανονικά τη στροφή, χωρίς ο διαθέσιμος χώρος, αλλά και η κίνηση του αυτοκινήτου αυτού να του επιτρέπει τούτο, με συνέπεια να επιπέσει με σφοδρότητα στον μπροστινό δεξιό τροχό τούτου, να εκτραπεί της πορείας του και να ανατραπεί, ενώ το αυτοκίνητο ωθήθηκε βιαίως, παρεκτράπηκε της πορείας του προς τα εμπρός και επέπεσε σε παρακείμενο ξύλινο φράκτη και στο υπ’ αριθ.

κυκλ. ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης του παρακείμενου καταστήματος "...". Από τη σύγκρουση αυτή η μοτοσυκλέτα καταστράφηκε ολοσχερώς, το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο υπέστη υλικές ζημιές στο μπροστινό και στο δεξιό τμήμα του και ο αναβάτης της μοτοσυκλέτας υπέστη σοβαρό τραυματισμό.

Ο Ε. Σ. ισχυρίζεται ότι ο Γ. Π. εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι προκειμένου να εισέλθει δεξιά του στην οδό ..., πραγματοποίησε αιφνίδιο και απροειδοποίητο (χωρίς την αφή του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης) ελιγμό προς τα δεξιά του, παίρνοντας ανοικτά τη στροφή γιατί η οδός ... είναι στενή και μόνο με αυτόν τον τρόπο αυτός θα μπορούσε να εισέλθει σ’ αυτή, αποφράσσοντας έτσι από πολύ μικρή απόσταση την πορεία της μοτοσυκλέτας, με συνέπεια την παραπάνω σύγκρουση.

Ο ισχυρισμός του αυτός όμως δεν ενισχύεται από κανένα αντικειμενικό εύρημα (σπασμένα γυαλιά ή/και πλαστικά στο οδόστρωμα, ίχνη τροχοπέδησης κ.τ.λ., τα οποία δεν ανευρέθηκαν, ούτε αποτυπώθηκαν στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα), αλλ’ αντίθετα αναιρείται τόσο από την επισκόπηση των φωτογραφιών του τόπου του ατυχήματος και του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, από τις οποίες προκύπτει ότι ο χώρος που είχε ο Γ. Π.ς για να πραγματοποιήσει τη δεξιά αλλαγή κατεύθυνσης από τη δεξιά λωρίδα της ... ήταν επαρκής, αφενός μεν γιατί το φορτηγό αυτοκίνητό του δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλου μήκους (φέρει δύο και όχι τρεις άξονες), και αφετέρου γιατί η είσοδος στο κατάστημα "..." είναι ανοικτή και δημιουργεί πλάτωμα που επιτρέπει την κίνηση και είσοδο στην οδό ...

και σε μεγάλου μήκους οχήματα, ενώ επίσης αναιρείται και από την κατάθεση του αυτόπτη (και κατά την έκθεση αυτοψίας) μάρτυρα A. - A. G., ο οποίος συνεπέβαινε στο φορτηγό αυτοκίνητο και είχε ιδία αντίληψη της κίνησης του φορτηγού αυτοκινήτου, η οποία ήταν όπως περιγράφεται παραπάνω. Έτσι, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, αποκλειστικός υπαίτιος της άνω σύγκρουσης είναι ο Ε.

Σ. για τους προεκτεθέντες λόγους, ενώ καμίας μορφής και βαθμού υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον Γ. Π..

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του, δέχθηκε ότι αποκλειστικός υπαίτιος της σύγκρουσης ήταν ο Γ. Π.ς, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το σχετικό βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο των δεύτερης και τρίτης εφέσεων". Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού της ως άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της προκλήσεως του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 300 και 330 εδ. β’ του Α.Κ.

και των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 (γενική διάταξη κανόνων οδικής συμπεριφοράς), 16 παρ. 4 (θέση επί της οδού), 21 παρ. 1 και 2 (κανόνες για τους ελιγμούς οχημάτων) και 23 παρ. 1 και 4 (αλλαγή κατευθύνσεως) του Κ.Ο.Κ., στερώντας έτσι, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο, αν και δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέν ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ.

Π., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, κινούμενος στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου ... και πλησιάζοντας στην συμβολή αυτής με την προς τα δεξιά του κάθετη οδό ..., αφού άναψε τον δεξιό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως του οχήματός του, άρχισε να πραγματοποιεί την στροφή προς τα δεξιά, δεν μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση:

α) εάν προτού επιχειρήσει τον προς τα δεξιά ελιγμό του προς την οδό ... βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πράξει τούτο, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι εκινούντο πίσω, μπροστά ή πλάι του, λαμβάνοντας υπόψη την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και β) εάν είχε καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του περί αλλαγής της πορείας του προς τα δεξιά και συγκεκριμένα εάν η αφή του δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως του οχήματός του έγινε εγκαίρως, ώστε να προειδοποιηθούν οι ακολουθούντες αυτόν.

Περαιτέρω, με δεδομένη την, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, κλειστή δεξιά στροφή του φορτηγού αυτοκινήτου σε στενό δρόμο (οδός ...) και της, κατά λογική αναγκαιότητα, μηδενικής ή ελάχιστης ταχύτητας με την οποία το εν λόγω όχημα εκινείτο, προκειμένου να πραγματοποιήσει την αλλαγή πορείας του προς τα δεξιά, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την στιγμή της συγκρούσεως ο οδηγός του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος είχε ήδη αρχίσει να πραγματοποιεί την προς τα δεξιά στροφή, δεν αιτιολογείται πως είναι δυνατόν το προαναφερθέν φορτηγό αυτοκίνητο - το οποίο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, φέρει δύο άξονες και, κατά λογική συνέπεια, είναι πολλαπλασίως ογκωδέστερο και βαρύτερο της προπεριγραφείσας δίκυκλης μοτοσυκλέτας (1.200 c.c., όπως προεκτέθηκε) - εξ αιτίας της επ’ αυτού προσκρούσεως της τελευταίας (δίκυκλης μοτοσυκλέτας), να ωθηθεί βιαίως, να παρεκτραπεί της πορείας του και να επιπέσει αρχικά μεν στον ξύλινο φράκτη παρακειμένου ιδιωτικού χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων του καταστήματος "...", τον οποίο και γκρέμισε και στην συνέχεια σε σταθμευμένο εντός αυτού αυτοκίνητο.

Επίσης, αν και κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, "ο χώρος που διέθετε ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, για να πραγματοποιήσει την δεξιά αλλαγή κατευθύνσεως από την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ..., ήταν επαρκής, αφενός μεν γιατί το φορτηγό αυτοκίνητο δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλου μήκους (φέρει δύο και όχι τρεις άξονες) κα αφετέρου γιατί η είσοδος στο κατάστημα "..." είναι ανοικτή και δημιουργεί πλάτωμα, που επιτρέπει την κίνηση και είσοδο στην οδό ...

και σε μεγάλου μήκους οχήματα", δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση το συνολικό μήκος του φορτηγού αυτοκινήτου, ούτε και το πλάτος της οδού .... Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσείων οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας "από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, επιχείρησε υπέρβαση από δεξιά του προπορευομένου φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο έπαιρνε κανονικά την στροφή, χωρίς ο διαθέσιμος χώρος, αλλά και η κίνηση του αυτοκινήτου αυτού να του επιτρέπει τούτο", χωρίς όμως να αναφέρει:

α) το πλάτος του οδοστρώματος της Λεωφόρου ..., εκ του οποίου θα προέκυπτε το πλάτος του προς Μαραθώνα ρεύματος κυκλοφορίας και, συνακολούθως, το πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού, όπου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, εκινείτο το φορτηγό αυτοκίνητο, β) το πλάτος του φορτηγού αυτοκινήτου, γ) το πλάτος της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και δ) την ύπαρξη ή έλλειψη, κατά την κατεύθυνση αυτή, πεζοδρομίου, ώστε να μπορεί, κατά λογική συνέπεια, να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν ο αναιρεσείων οδηγός είχε την δυνατότητα, από απόψεως διαθεσίμου χώρου, να προβεί σε υπέρβαση του προπορευομένου φορτηγού αυτοκινήτου από δεξιά.

Τέλος, το Εφετείο κατέληξε στην έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού στην πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, κρίνοντας ότι αυτός μπορούσε να πραγματοποιήσει ευχερώς τον προς τα δεξιά ελιγμό χρησιμοποιώντας το πλάτωμα, που δημιουργούσε η είσοδος στο κατάστημα "...", δεχόμενο με τον τρόπο αυτό, σε αντίθεση με όσα ορίζονται στην διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ. - κατά την οποία δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία σε πλατείες, πεζοδρόμους, πεζοδρόμια, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν - ότι στο συγκεκριμένο πλάτωμα επιτρεπόταν η κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου, παραβιάζοντας έτσι ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του Κ.Ο.Κ., χωρίς περαιτέρω, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, να προσδιορίζει την απόσταση μεταξύ του οδοστρώματος της οδού ...

και του ξύλινου φράκτη, που, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, υπήρχε επί του ιδιωτικού χώρου σταθμεύσεως του ως άνω καταστήματος, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν πράγματι στο δημιουργούμενο πλάτωμα μπορούσε να επιχειρηθεί ευχερώς ελιγμός προς τα δεξιά του φορτηγού αυτοκινήτου με κλειστή στροφή. Στην συνέχεια δε, συνεκτιμώντας την αμέσως παραπάνω εσφαλμένη κατά νόμο παραδοχή περί της δυνατότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου να κυκλοφορεί, χωρίς να υπάρχει περίπτωση απολύτου ανάγκης, επί του ως άνω πλατώματος ως στοιχείο για την διάγνωση της ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατέληξε τελικά στην διάγνωση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου αναιρετικού λόγου, κατά το πρώτο μέρος του, ο οποίος αφορά στο ίδιο ζήτημα και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3121/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους κληρονόμους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι επαναλαμβάνουν τη δίκη, μετά το θάνατό του και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ