Legislator Case Law & Legislation
1058/2015 AI generated

1058/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1058/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1058/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Keywords

AI generated
excessive speed traffic violation driving whilst disqualified motorcycle road accident illegal overtaking manoeuvre extreme speeding offence
AI generated
859/2021
Supreme Court annuls traffic accident verdict for error in right-of-way interpretation at a T-junction.
1573/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
1710/2025
Η υπό κρίση από 30-1-2023 (αριθμ.καταθ.10/3-2-2023), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.21/11-1-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
530/2019
Supreme Court dismisses appeal against traffic accident judgment where insurer failed to prove victim's liability.
1936/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1058 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1058/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αντικλήτου της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Generali Insurance Company Ltd", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Σφουντούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Λ. του Θ., 2) Μ. Λ. του Θ., κατοίκων ... και 3) Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σαμαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-2-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2012 μη οριστική και 68/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι της από 12-3-2014 και με αριθμό καταθέσεως 4/2014 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και σε αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 10 Ν. ΓπΝ/1911), προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που ως τέτοια θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και που χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 60/2014), αποτελεί λόγο αναίρεσης, εφόσον αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος: "Στις 2-7-2011 και ώρα 15:55', ο πρώτος εναγόμενος και των δύο αγωγών, K. S., πρώτος εφεσίβλητος στην από 29-4-2013 έφεση των εναγόντων, ετών 22, οδηγώντας, στα πλαίσια σχέσης προστήσεως, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... (πινακίδες Βουλγαρίας) ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνήθη τόπο στάθμευσής του τη Βουλγαρία, εργοστασίου κατασκευής ΟΡΕL τύπου VECΤRΑ, ιδιοκτησίας της μητέρας του δεύτερης εναγομένης και των δύο αγωγών, S. M.

S., δεύτερης εφεσίβλητης στην ίδια έφεση, που ήταν νόμιμα ασφαλισμένο κατά τον άνω χρόνο στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία "Generali Insurance Company Ltd", μέλος του ομίλου "GENERALI GROUP", αντίκλητος της οποίας στην Ελλάδα είναι το τρίτο εναγόμενο και των δύο αγωγών ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, τρίτο εφεσίβλητο στην ίδια ως άνω έφεση και εκκαλούν στην από 23-4-2013 έφεση, εξήλθε από ανώνυμη χωμάτινη παρακείμενη οδό (χωματόδρομο), κάθετη από τη δεξιά πλευρά της Ε.Ο.

Βόλου Φαρσάλων στο ύψος περίπου του κόμβου Μικροθηβών, στη χιλιομετρική θέση 24+600, στην κατεύθυνση προς Βόλο, χωρίς να ευθυγραμμίσει το άνω αυτοκίνητο στο ρεύμα πορείας προς Βόλο, αλλά καταλαμβάνοντας λοξά δεξιά με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, σε σχέση με την πορεία του, το οδόστρωμα της άνω οδού, με πρόθεση να διασχίσει το άνω τμήμα και να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων "ΕΚΟ", που βρίσκεται ακριβώς απέναντι και δεξιά της άνω οδού, δηλαδή στην κατεύθυνση προς Φάρσαλα.

Στο ως άνω σημείο, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 11,50 μ. και η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έρεισμα πλάτους 1,00 μ. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη λευκή διαχωριστική γραμμή (άρθρο 5 παρ. 3α Ν. 2696/ 1999 "Κ.Ο.Κ.") και το όριο ταχύτητας για τα κινούμενα επί της οδού οχήματα περιορίζεται στα 50 χιλιόμετρα την ώρα.

Επίσης η οδός είναι ευθεία και οριζόντια και κατά τον άνω χρόνο επικρατούσε το φώς της ημέρας, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές (ξηρό οδόστρωμα - άσφαλτος) και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, όπως ομολόγησε ο ίδιος ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου K. S. στην από 15-11-2011 προανακριτική του απολογία ("...

δεν είδα κανένα όχημα να κινείται στο ίδιο ρεύμα σε απόσταση τουλάχιστον 250 έως 300 μέτρων ..."), αντίθετα με τα όσα ο ορισθείς από το τρίτο εφεσίβλητο - εκκαλούν πραγματογνώμονας Β. Κ. στην από 27-7-2013 πραγματογνωμοσύνη του αναφέρει, δηλ. ότι στο σημείο του ατυχήματος υφίσταται καμπυλότης της οδού που περιόριζε την ορατότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτου εναγομένου - εφεσιβλήτου K.

S.. Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή. Τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος K. S. εξήλθε από τον άνω χωματόδρομο και είχε καταλάβει με το άνω όχημα που οδηγούσε λοξά δεξιά το τμήμα της εν λόγω Ε.Ο. χωρίς να ελέγξει την κίνηση των επί του τμήματος αυτού οχημάτων, δηλαδή από αριστερά σε σχέση με τη δική του σχεδόν κάθετη πορεία, κινούνταν επί της οδού αυτής στο ρεύμα πορείας προς Βόλο και στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, αφενός ο πρώτος ενάγων της β' αγωγής, Κ.

Λ., δεύτερος εκκαλών στην από 29-4-2013 έφεση και πρώτος εφεσίβλητος στην από 23-4-2013 έφεση, ετών 23, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... IX δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής ΚΑWΑSΑΚΙ, ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος της β' αγωγής, Μ. Λ., δευτέρου εφεσιβλήτου στην από 23-4-2013 έφεση, αφετέρου λίγο πιο πίσω από την άνω μοτοσικλέτα, 10 μέτρα περίπου, ο ενάγων της α' αγωγής, Ν.

Α., πρώτος εκκαλών στην από 29-4-2013 έφεση και τρίτος εφεσίβλητος στην από 23-4-2013 έφεση, ετών 35, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... IX δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής ΗΟΝDΑ, ιδιοκτησίας του. Σημειώνεται ότι αμφότεροι οι οδηγοί των μοτοσικλετών φορούσαν τα προβλεπόμενα κράνη προστασίας των κεφαλών τους.

Ο Κ. Λ. αντιλήφθηκε την εντελώς αιφνίδια και απροσδόκητη κίνηση του K. S. σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από την προς τα εμπρός πορεία του, με συνέπεια να μην μπορεί να ενεργήσει οποιαδήποτε αποφευκτική της σύγκρουσης ενέργεια, είτε με τροχοπέδηση είτε με ελιγμό προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά και να προσκρούσει, πλησίον της άνω διπλής διαχωριστικής γραμμής, σε απόσταση 1,5 μέτρου περίπου και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Βόλο, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε επί του εμπρόσθιου αριστερού τμήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο οδηγός του IX αυτοκινήτου K.

S.. Εξαιτίας της ανωτέρω συγκρούσεως η ανωτέρω μοτοσικλέτα του ανετράπη επί του οδοστρώματος και διέγραψε ανεξέλεγκτα λοξή αριστερή πορεία περί τα 22,40 μέτρα, διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Φάρσαλα), στου οποίου το έρεισμα ακινητοποιήθηκε, ενώ αυτός εκσφενδονίστηκε πάνω από το ζημιογόνο όχημα και επέπεσε στο οδόστρωμα αρκετά μέτρα μακρύτερα στην απέναντι πλευρά του δρόμου, έχοντας τραυματισθεί βαρύτατα.

Αμέσως μετά την ανωτέρω σύγκρουση, επακολούθησε και δεύτερη, καθώς ο Ν. Α., που κινούνταν λίγο πίσω από τον Κ. Λ. με την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και ο οποίος επίσης δεν είχε κανένα περιθώριο αποφυγής, παρά το ότι κινούνταν περί τα 10 μέτρα πίσω από την άνω πρώτη μοτοσικλέτα, επέπεσε με τη μοτοσικλέτα του επί του ανωτέρω ζημιογόνου αυτοκινήτου που απέφρασσε εντελώς το ρεύμα πορείας τους στο ίδιο σημείο (πλησίον της άνω διαχωριστικής γραμμής), με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο πίσω αριστερό τμήμα (φανάρι και φτερό) του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και στη συνέχεια εκτινάχθηκε και αυτός από τη μοτοσικλέτα του και η τελευταία διέγραψε ανεξέλεγκτα, κατά τον ίδιο τρόπο με την άνω πρώτη μοτοσικλέτα, λοξή αριστερή πορεία περί τα 41,40 μέτρα, διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Φάρσαλα), στου οποίου το έρεισμα επίσης ακινητοποιήθηκε.

Το γεγονός ότι ο οδηγός του IX αυτοκινήτου K. S. εισήλθε από χωματόδρομο κάθετα στην Ε.Ο. Βόλου - Φαρσάλων, καταλαμβάνοντας το ρεύμα προς Βόλο, συνάγεται από την ίδια την προανακριτική απολογία του στο Α.Τ. Αλμυρού (βλ. την από 15-11-2011 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου), παρά το ότι ο χωματόδρομος δεν απεικονίζεται στο από 2-7-2011 συνταχθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα χωρίς κλίμακα του Τ.Τ.

Βόλου, ο οποίος, όμως, χωματόδρομος απεικονίζεται εμφανώς σε όλες τις μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες του τόπου του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Περαιτέρω, το ότι ο K. S., οδηγός του IX, εισήλθε στην άνω Ε.Ο. Βόλου - Φαρσάλων καταλαμβάνοντας σχεδόν κάθετα, και πιο συγκεκριμένα λοξά δεξιά ως προς την πορεία του, ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας προς Βόλο με πρόθεση να συνεχίσει την πορεία του, κάθετα, προκειμένου να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας (προς Φάρσαλα), αποδεικνύεται από το σύνολο των εγγράφων που αποτελούν τη σχηματισθείσα προανακριτική δικογραφία και ιδιαίτερα από τις ένορκες καταθέσεις των παθόντων Κ.

Λ. και Ν. Α., από το υπ' αριθμ. πρωτ. 2514/9/118-ε/4-11-2011 διαβιβαστικό δικογραφίας του Τμήματος Τροχαίας Βόλου προς το Α.Τ. Αλμυρού, από το άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα που εμφανίζει τις πιθανές πορείες των εμπλακέντων στο ατύχημα τριών οχημάτων, σε συνδυασμό με την επισκόπηση των φωτογραφιών που απεικονίζουν τις υλικές ζημίες του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, οι οποίες έχουν επέλθει όλες κατά μήκος της αριστερής του πλευράς.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και των ζημιών που προκλήθηκαν είναι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου K. S., διότι α) εξήλθε σχεδόν κάθετα από χωματόδρομο προς την Ε.Ο. η οποία αποτελεί εν τοις πράγμασι οδό ταχείας κυκλοφορίας (άρθ. 2 παρ. 1 του ΚΟΚ) και ως εκ τούτου τα οχήματα που κινούνται επ' αυτής έχουν προτεραιότητα έναντι των εισερχομένων σ' αυτή από κάθετους δρόμους, χωρίς να σταθμεύσει τελείως το όχημά του, όπως όφειλε και να προβεί στον απαιτούμενο προσεκτικό έλεγχο της οδού, β) δεν παραχώρησε προτεραιότητα ως όφειλε στις κινούμενες επί της Ε.Ο.

μοτοσικλέτες, οι οποίες είχαν ήδη προσεγγίσει στον τόπο του ατυχήματος και ήταν εύκολα αντιληπτές λόγω του ότι υπήρχε ορατότητα σε μεγάλη ακτίνα (τουλάχιστον 400 μέτρα) και γ) προσπάθησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Ε.Ο. και να εισέλθει παράνομα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που οδηγεί προς Φάρσαλα, παρά την υπάρχουσα στο άξονα του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 3, 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 26 παρ. 1 και 5 του ΚΟΚ.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει τους οδηγούς των μοτοσικλετών οποιαδήποτε υπαιτιότητα, αφού δεν μπορούσαν να αποφύγουν την σύγκρουση, καθόσον μάλιστα καμία υποχρέωση δεν είχαν να ελέγξουν την κίνηση επί της ανώνυμης χωμάτινης οδού, η οποία βρισκόταν λίγο μετά τον κόμβο Μικροθηβών (βλ. φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος), ενώ όπως εξελίχτηκαν τα γεγονότα, δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσουν οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της συγκρούσεως, διότι η κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που εκδηλώθηκε σε πολύ μικρή απόσταση και από τους δύο, ήταν αιφνίδια και απρόβλεπτη και δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης.

Το γεγονός ότι αυτοί οδηγούσαν κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ με ταχύτητα που υπερέβαινε την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χλμ α/ω, η οποία δεν προσδιορίστηκε ακριβώς ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης αλλά συνάγεται (η υπέρβαση των 50 χλμ α/ω) από το γεγονός της ανατροπής των μοτοσικλετών και της πτώσης των οδηγών τους σε απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως αυτής του ΚΟΚ και της ενέργειας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου να εισέλθει στην Ε.Ο.

και να προκληθεί η σύγκρουση και με τις δύο μοτοσικλέτες, ώστε να καταλογιστεί συνυπαιτιότητα στους οδηγούς των μοτοσικλετών για το αποτέλεσμα που επήλθε. Η αναπάντεχη κίνηση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στέρησε από τους οδηγούς των μοτοσικλετών την δυνατότητα να εκτελέσουν οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, που θα ήταν, ούτως ή άλλως, αδύνατος και αν ακόμη είχαν την ταχύτητα που όριζε η ρυθμιστική πινακίδα, καθόσον όλη η αριστερή πλευρά του αυτοκίνητου του πρώτου εναγομένου - εφεσιβλήτου K.

S., είχε αποφράξει το δρόμο και μάλιστα το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν εν κινήσει προς το αντίθετο ρεύμα, που σημαίνει ότι ακόμη και αν υπήρχε, για τους οδηγούς των μοτοσικλετών, η τοπική και χρονική ευχέρεια ελιγμού προς τα αριστερά και πάλι δεν θα αποφεύγονταν η σύγκρουσή τους με το ζημιογόνο αυτοκίνητο, γιατί κινούνταν κι αυτό σχεδόν κάθετα προς το αντίθετο ρεύμα προς Βόλο.

Ο οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν θα μπορούσε, όπως ισχυρίζεται το τρίτο εφεσίβλητο - εκκαλούν - τρίτο εναγόμενο, να κινηθεί, έχοντας προηγουμένως ευθυγραμμίσει το αυτοκίνητό του, προοδευτικά στον άξονα του οδοστρώματος της Ε.Ο. Βόλου - Φαρσάλων, προκειμένου να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων, ούτε, βέβαια να διανύσει τμήμα της βοηθητικής λωρίδας κυκλοφορίας, γιατί, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, δεν υπάρχει τοπικό περιθώριο για τέτοια κίνηση, αφού το πρατήριο υγρών καυσίμων βρίσκεται σχεδόν απέναντι από τον χωματόδρομο από τον οποίο εξήλθε.

Εξάλλου και το ίδιο το τρίτο εφεσίβλητο - εκκαλούν - τρίτο εναγόμενο, στις από 29-5-2012 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναφέρει ότι "... Η είσοδος του αυτοκινήτου μας από κάθετο δρόμο στην εθνική οδό, καθώς και η πρόθεση του οδηγού του αυτοκίνητου μας να διασχίσει στη συνέχεια κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας...".

Το γεγονός ότι το ζημιογόνο όχημα εισήλθε στο οδόστρωμα σχεδόν κάθετα προκύπτει και από τα σημεία συγκρούσεως των οχημάτων. Ειδικότερα, στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας αναφέρεται "... 13. Επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούσθηκαν και βλάβες αυτών: Όχημα Α' (ΙΧΕ αυτοκίνητο): Αριστερό μέρος οπίσθιο μέρος. - Όχημα Β' (...

δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κ. Λ.): Εμπρόσθιο μέρος. - Όχημα Γ' (... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ν. Α.): Εμπρόσθιο μέρος ...", ενώ στις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες - εκκαλούντες - εφεσιβλήτους υπό στοιχεία 3, 4, 5, 6, 7 και 8 φωτογραφίες εμφανίζονται δύο σημεία στα οποία υπέστη ζημίες το ζημιογόνο όχημα ήτοι το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα (στο κέντρο της πόρτας του οδηγού) και το οπίσθιο αριστερό τμήμα αυτού (αριστερό πίσω φτερό και φανάρι).

Το πρώτο σημείο είναι το σημείο επί του οποίου επέπεσε, κατά τα προαναφερθέντα, η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κ. Λ., ενώ το δεύτερο είναι το σημείο στο οποίο στη συνέχεια επέπεσε ο Ν. Α. με την μοτοσικλέτα του, χωρίς να εμφανίζονται σημάδια και βλάβες που προήλθαν από "σύρση" των παραπάνω μοτοσικλετών επί του οχήματος, όπως αναληθώς ισχυρίζεται το τρίτο εφεσίβλητο - εκκαλούν, προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί ομόρροπης κίνησης του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου με τις μοτοσικλέτες, τον οποίο υιοθετεί και ο ορισθείς από τους ίδιους πραγματογνώμονας Β.

Κ. στην από 27-7-2013 πραγματογνωμοσύνη του. Επιπλέον, αμφότερα τα σημεία συγκρούσεως, βρίσκονται στην αριστερή πλευρά του οχήματος και όχι στο πίσω μέρος αυτού, το οποίο, στις φωτογραφίες εμφανίζεται εξολοκλήρου ανέπαφο, πέραν του σπασμένου αριστερού φωτός, το οποίο έσπασε επειδή κτυπήθηκε από την αριστερή πλευρά αυτού, η δε πίσω αριστερή πόρτα του οχήματος δεν φέρει ιδιαίτερες ζημίες, ειδικά στο πίσω μέρος αυτής, δεν φέρει ούτε χαραγές, παρά μόνον κοντά στο "κολωνάκι" αυτής, που βρίσκεται δίπλα στο σημείο επί του οποίου επέπεσε η μοτοσικλέτα του Ν.

Α.. Ο τελευταίος δεν επέπεσε επί προπορευόμενου οχήματος, αλλά επί του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο, όμως, δεν ήταν προπορευόμενο, αλλά όχημα που παρεμβλήθηκε αιφνιδίως και παρανόμως κάθετα στην πορεία του και συνεπώς καμία εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να έχει το άρθρο 19 παρ. 2 και 7 του ΚΟΚ περί απόστασης ασφαλείας, όπως ισχυρίζεται το τρίτο εφεσίβλητο -εκκαλούν - τρίτο εναγόμενο.

Εξάλλου, το γεγονός ότι οι μοτοσικλετιστές κινούνταν κοντά στον άξονα του οδοστρώματος, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, διότι η διάταξη που προβλέπει την υποχρέωση πορείας στο άκρο δεξιό της οδού (16 παρ. 1 ΚΟΚ), έχει τεθεί για να εξασφαλίσει την ακώλυτη κυκλοφορία αυτών που κινούνται στο ίδιο ρεύμα και όχι για την αποφυγή σύγκρουσης με αυτόν που παραβιάζοντας προτεραιότητα, εισέρχεται στο ρεύμα πορείας των κανονικά κινούμενων οχημάτων (ΑΠ 846/2001 Νόμος).

Επομένως, οι ισχυρισμοί του τρίτου - εναγομένου - εφεσίβλητου - εκκαλούντος, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (άρθρα 5, 10 Ν. ΓπΝ/1911 και 300 ΑΚ) και επαναφέρονται με τη έφεσή του, ότι το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια των εναγόντων - οδηγών των μοτοσικλετών, άλλως στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα όλων των εμπλακέντων οδηγών, ήταν απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία, εφόσον δεν αποδείχθηκαν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν έστω συντρέχουσα αμέλεια των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων μοτοσικλετιστών ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μόνη ενεργός αιτία του ενδίκου ατυχήματος υπήρξε η αμελής οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου - εφεσιβλήτου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε συνυπαιτίους στην πρόκληση του ατυχήματος τους ενάγοντες - εκκαλούντες - εφεσιβλήτους μοτοσικλετιστές, ειδικότερα τον Κ. Λ., διότι αν και γνώριζε ότι κινούταν πλησίον ισόπεδου οδικού κόμβου (Μικροθηβών) και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει την είσοδο άλλων οχημάτων επί του ρεύματος της δικής του πορείας, δημιουργώντας εμπόδιο γι' αυτόν, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του, ώστε να είναι σε θέση ακόμα και να διακόψει την πορεία του, έστω και αν είχε προτεραιότητα, αντίθετα είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χιλιομέτρων την ώρα, η οποία προσδιορίζεται σε 70 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 2 Ν. 2696/1999 "Κ.Ο.Κ."), τον δε Νικόλαο Αγγελή, διότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αμέλεια, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω και για τον Κ.

Λ. και έχοντας αναπτύξει ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπόμενου ορίου, περί τα 70 χιλιόμετρα την ώρα, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως των εναγόντων, απορριπτομένων των αντιστοίχων λόγων εφέσεως του τρίτου εναγομένου (1ου, 2ου και 3ου), το οποίο παραπονείται για μη καταλογισμό στους ενάγοντες της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος, άλλως συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 90%".

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου K. S. "εξήλθε από ανώνυμη χωμάτινη παρακείμενη οδό (χωματόδρομο), κάθετη από τη δεξιά πλευρά της Ε.Ο. Βόλου Φαρσάλων στο ύψος περίπου του κόμβου Μικροθηβών, στη χιλιομετρική θέση 24+600, στην κατεύθυνση προς Βόλο, χωρίς να ευθυγραμμίσει το άνω αυτοκίνητο στο ρεύμα πορείας προς Βόλο, αλλά καταλαμβάνοντας λοξά δεξιά με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, σε σχέση με την πορεία του, το οδόστρωμα της άνω οδού, με πρόθεση να διασχίσει το άνω τμήμα και να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων "ΕΚΟ", που βρίσκεται ακριβώς απέναντι και δεξιά της άνω οδού, δηλαδή στην κατεύθυνση προς Φάρσαλα", ότι "τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος K.

S. εξήλθε από τον άνω χωματόδρομο και είχε καταλάβει με το άνω όχημα που οδηγούσε λοξά δεξιά το τμήμα της εν λόγω Ε.Ο. χωρίς να ελέγξει την κίνηση των επί του τμήματος αυτού οχημάτων, δηλαδή από αριστερά σε σχέση με τη δική του σχεδόν κάθετη πορεία, κινούνταν επί της οδού αυτής στο ρεύμα πορείας προς Βόλο και στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, αφενός ο Κ.

Λ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... IX δίκυκλη μοτοσικλέτα και αφετέρου λίγο πιο πίσω από την άνω μοτοσικλέτα, 10 μέτρα περίπου, ο Ν. Α., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... IX δίκυκλη μοτοσικλέτα", ότι "ο Κ. Λ. αντιλήφθηκε την εντελώς αιφνίδια και απροσδόκητη κίνηση του K. S. σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από την προς τα εμπρός πορεία του, με συνέπεια να μην μπορεί να ενεργήσει οποιαδήποτε αποφευκτική της σύγκρουσης ενέργεια, είτε με τροχοπέδηση είτε με ελιγμό προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά και να προσκρούσει, πλησίον της άνω διπλής διαχωριστικής γραμμής, σε απόσταση 1,5 μέτρου περίπου και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Βόλο, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε επί του εμπρόσθιου αριστερού τμήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο οδηγός του IX αυτοκινήτου K.

S.", ότι "ο Ν. Α., που κινούνταν λίγο πίσω από τον Κ. Λ. με την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και ο οποίος επίσης δεν είχε κανένα περιθώριο αποφυγής, παρά το ότι κινούνταν περί τα 10 μέτρα πίσω από την άνω πρώτη μοτοσικλέτα, επέπεσε με τη μοτοσικλέτα του επί του ανωτέρω ζημιογόνου αυτοκινήτου που απέφρασσε εντελώς το ρεύμα πορείας τους στο ίδιο σημείο (πλησίον της άνω διαχωριστικής γραμμής), με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο πίσω αριστερό τμήμα (φανάρι και φτερό) του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου", ότι "ο K.

S., οδηγός του IX, εισήλθε στην άνω Ε.Ο. Βόλου - Φαρσάλων καταλαμβάνοντας σχεδόν κάθετα, και πιο συγκεκριμένα λοξά δεξιά ως προς την πορεία του, ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας προς Βόλο με πρόθεση να συνεχίσει την πορεία του, κάθετα, προκειμένου να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας (προς Φάρσαλα)" και ότι "ο K.

S. α) εξήλθε σχεδόν κάθετα από χωματόδρομο προς την Ε.Ο. η οποία αποτελεί εν τοις πράγμασι οδό ταχείας κυκλοφορίας (άρθ. 2 παρ. 1 του ΚΟΚ) και ως εκ τούτου τα οχήματα που κινούνται επ' αυτής έχουν προτεραιότητα έναντι των εισερχομένων σ' αυτή από κάθετους δρόμους, χωρίς να σταθμεύσει τελείως το όχημά του, όπως όφειλε και να προβεί στον απαιτούμενο προσεκτικό έλεγχο της οδού, β) δεν παραχώρησε προτεραιότητα ως όφειλε στις κινούμενες επί της Ε.Ο.

μοτοσικλέτες, οι οποίες είχαν ήδη προσεγγίσει στον τόπο του ατυχήματος και ήταν εύκολα αντιληπτές λόγω του ότι υπήρχε ορατότητα σε μεγάλη ακτίνα (τουλάχιστον 400 μέτρα) και γ) προσπάθησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Ε.Ο. και να εισέλθει παράνομα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που οδηγεί προς Φάρσαλα, παρά την υπάρχουσα στο άξονα του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 3, 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 26 παρ. 1 και 5 του Κ.Ο.Κ.".

Επίσης δέχθηκε ότι οι οδηγοί των μοτοσικλετών "καμμία υποχρέωση δεν είχαν να ελέγξουν την κίνηση επί της ανώνυμης χωμάτινης οδού, η οποία βρισκόταν λίγο μετά τον κόμβο Μικροθηβών", ότι "όπως εξελίχτηκαν τα γεγονότα, δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσουν οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της συγκρούσεως, διότι η κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που εκδηλώθηκε σε πολύ μικρή απόσταση και από τους δύο, ήταν αιφνίδια και απρόβλεπτη και δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης", ότι "το γεγονός ότι αυτοί οδηγούσαν κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ με ταχύτητα που υπερέβαινε την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χλμ α/ω, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως αυτής του ΚΟΚ και της ενέργειας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου να εισέλθει στην Ε.Ο.

και να προκληθεί η σύγκρουση και με τις δύο μοτοσικλέτες", ότι "η αναπάντεχη κίνηση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στέρησε από τους οδηγούς των μοτοσικλετών την δυνατότητα να εκτελέσουν οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, που θα ήταν, ούτως ή άλλως, αδύνατος και αν ακόμη είχαν την ταχύτητα που όριζε η ρυθμιστική πινακίδα, καθόσον όλη η αριστερή πλευρά του αυτοκίνητου του πρώτου εναγομένου - εφεσιβλήτου K.

S., είχε αποφράξει το δρόμο και μάλιστα το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν εν κινήσει προς το αντίθετο ρεύμα, που σημαίνει ότι ακόμη και αν υπήρχε, για τους οδηγούς των μοτοσικλετών, η τοπική και χρονική ευχέρεια ελιγμού προς τα αριστερά και πάλι δεν θα αποφεύγονταν η σύγκρουσή τους με το ζημιογόνο αυτοκίνητο, γιατί κινούνταν κι' αυτό σχεδόν κάθετα προς το αντίθετο ρεύμα προς Βόλο", ότι "ο Ν.

Α. δεν επέπεσε επί προπορευόμενου οχήματος, αλλά επί του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο, όμως, δεν ήταν προπορευόμενο, αλλά όχημα που παρεμβλήθηκε αιφνιδίως και παρανόμως κάθετα στην πορεία του και συνεπώς καμία εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να έχει το άρθρο 19 παρ. 2 και 7 του Κ.Ο.Κ. περί απόστασης ασφαλείας" και ότι "το γεγονός ότι οι μοτοσικλετιστές κινούνταν κοντά στον άξονα του οδοστρώματος, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, διότι η διάταξη που προβλέπει την υποχρέωση πορείας στο άκρο δεξιό της οδού (16 παρ. 1 ΚΟΚ), έχει τεθεί για να εξασφαλίσει την ακώλυτη κυκλοφορία αυτών που κινούνται στο ίδιο ρεύμα και όχι για την αποφυγή σύγκρουσης με αυτόν που παραβιάζοντας προτεραιότητα, εισέρχεται στο ρεύμα πορείας των κανονικά κινούμενων οχημάτων".

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Λάρισας και δεν δέχθηκε συνυπαιτιότητα των οδηγών των μοτοσικλετών, κρίνοντας ότι οι οδηγοί των μοτοσικλετών δεν παρέβησαν τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ. και ότι η από μέρους τους παράβαση των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 7 του Κ.Ο.Κ., κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση της συγκρούσεως των οχημάτων και του ατυχήματος, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 7 και 26 παρ. 5 του Ν. 2696/ 1999 (Κ.Ο.Κ.), 10 του Ν.

ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όταν έπρεπε ή δεν εφάρμοσε όταν δεν έπρεπε και ο περί του εναντίου πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου Ι.Χ.

αυτοκινήτου και την έλλειψη συνυπαιτιότητας των οδηγών των μοτοσικλετών για την επέλευση του ατυχήματος, αφού προσδιορίζει με σαφήνεια ότι το αυτοκίνητο χωρίς έλεγχο και χωρίς να διακόψει την πορεία του πριν εισέλθει από το χωματόδρομο στην Ε.Ο. για να ελέγξει και να παραχωρήσει προτεραιότητα στις κινούμενες επί της Ε.Ο.

μοτοσικλέτες, αιφνίδια εισήλθε στην Ε.Ο. και απέφραξε σχεδόν κάθετα (ελαφρώς διαγώνια) την πορεία των μοτοσικλετών όταν η πρώτη μοτοσικλέτα βρισκόταν σε απόσταση δέκα (10) περίπου μέτρων από το σημείο συγκρούσεως και η δεύτερη μοτοσικλέτα που την ακολουθούσε άλλα δέκα (10) περίπου μέτρα πίσω από την πρώτη μοτοσικλέτα και ότι ο χωματόδρομος βρισκόταν μετά τον ισόπεδο οδικό κόμβο των Μικροθηβών σε σχέση με την πορεία των μοτοσικλετών και ενόψει της μικρής αποστάσεως που χώριζε τις μοτοσικλέτες από το αυτοκίνητο όταν αυτό εισήλθε κινούμενο κάθετα και ελαφρώς διαγώνια στο ρεύμα πορείας τους, γεγονός που δεν μπορούσαν να προβλέψουν οι οδηγοί των μοτοσικλετών, ακόμη και αν αυτές κινούνταν στο δεξιό άκρο του ρεύματος της πορείας τους και όχι στο μέσο περίπου αυτού και το όριο της ταχύτητάς τους δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, πάλι θα συγκρούονταν με το αυτοκίνητο και με τις αιτιολογίες του αυτές καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Οι λοιπές ελλείψεις που επικαλείται το αναιρεσείον και που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από τις αποδείξεις πορίσματος, το οποίο είναι σαφές, δεν συνιστούν έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά συνέπεια και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα - συνυπαιτιότητα των οδηγών των μοτοσικλετών που είναι ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ανταίτησης, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 469/1984).

Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό (πράγμα) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος "για την ασυνήθιστα υψηλή ταχύτητα με την οποία εκινούντο οι μοτοσικλέτες.

Αγνόησε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προτάθηκαν και από τα οποία υπολογιζόταν η ταχύτητα των μοτοσικλετών και αρνήθηκε να ασχοληθεί με το πόσο υψηλή ήταν η ταχύτητα των μοτοσικλετών θεωρώντας ότι δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση" και επίσης ότι "δεν έλαβε υπόψη και την απόσταση που έπρεπε να τηρεί από το προπορευόμενο όχημα η μοτοσικλέτα του Α.".

Όμως, τόσο ο ισχυρισμός για την ασυνήθιστα υψηλή ταχύτητα, όσο και ο ισχυρισμός για την απόσταση που έπρεπε να τηρεί από το προπορευόμενο όχημα η μοτοσικλέτα του Α., δεν συνιστούν "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά επιχειρήματα ή συμπεράσματα του αναιρεσείοντος που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων στην οποία αυτός προβαίνει.

Αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος και κατά συνέπεια "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 συνιστά η ένσταση συνυπαιτιότητας των οδηγών των μοτοσικλετών, την οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη του το Εφετείο και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από το ότι όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας έλαβε υπόψη του τα ως άνω επιχειρήματα του αναιρεσείοντος κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την υπαιτιότητα - συνυπαιτιότητα των οδηγών των μοτοσικλετών και απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητάς τους που είχε προβάλει το αναιρεσείον, ακόμη και αν δεν τα λάμβανε υπόψη του, ενόψει του ότι αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι "πράγματα" (αυτοτελείς ισχυρισμούς) κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 παρ. 8 και ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2014 και με αριθμό καταθέσεως 4/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ