1058/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1058/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 179§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Full text
Απόφαση 1058 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1058/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρίνα Μηλιώνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4540/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6424/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., λόγου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με την ως άνω έκθεση και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).
Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και, συνεπώς έχει επ' αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ, 1 εδ.β' του ΑΚ, με την οποία, επί ανώμαλης παρακαταθήκης, σχετικά με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης, ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, επομένως, και η διάταξη της ΑΚ 827, κατά την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική, υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 του ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας η άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμέλεια".
Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία. Το βιβλιάριο αυτό εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 του ΚΠολΔ, με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 448 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνο ανταπόδειξη κατά της αληθείας των εγγραφών.
Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί, ολικώς ή μερικώς, απαίτηση του καταθέτη που αναφέρεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ' αυτού την εξόφληση (ανάληψη) με μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έχει εφαρμογή η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της καταθέσεώς του, το οποίο κατέβαλε σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαριά αμέλεια των οργάνων της (ΑΚ 330 και 334 εδ.
α') και ότι τέτοια βαριά αμέλεια υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοί της, που συνέταξαν και εκτέλεσαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του τελευταίου.
Συναφώς, η άρνηση της Τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, και αν ακόμα αυτό έχει αναληφθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως, παρά το ότι μπορεί να απαλλαγεί αυτή της εν λόγω υποχρέωσής της, κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, και όχι αδικοπραξία, δεδομένου ότι στην περίπτωση παρεμβολής αξιόποινης συμπεριφοράς τρίτου η αδικοπραξία αυτή γίνεται εις βάρος της Τράπεζας από τον τρίτο και όχι από αυτή κατά του παρακαταθέτη (ΑΠ 1122/2005, 830/2003).
Περαιτέρω η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του Α.Κ.) έχει κατ' αρχήν εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξίωσης αποζημίωσης και δεν προτείνεται εναντίον αξίωσης για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση σύμβασης (ΑΠ 56/1994, 268/1987, 1477/1983). Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η συμπεριφορά του καταθέτη και κατόχου του βιβλιαρίου καταθέσεων, όπως η πταισματική παράλειψή του να ενημερώσει την Τράπεζα για την απώλεια του βιβλιαρίου ή η αμελής φύλαξη τούτου και του δελτίου ταυτότητάς του, η οποία οδήγησε κατά ένα μέρος στην επέλευση του αποτελέσματος της ανάληψης της κατάθεσης από μη δικαιούμενο πρόσωπο, μπορεί να προσλάβει ανάλογες συνέπειες με εκείνες του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΠ 432/1990, ΑΠ 910/1980).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ. ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/ 2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως εις πράγματα αναγομένη, κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης Τράπεζας συνήφθη σύμβαση κατάθεσης χρημάτων, ανοίχθηκε δε στο όνομα του πρώτου, ο υπ' αριθμό ...
λογαριασμός καταθέσεως ταμιευτηρίου, κοινός με τρεις ακόμη δικαιούχους. Στις 29-11-2004 ο ενάγων διαπίστωσε ότι του είχαν κλαπεί από το τσαντάκι στο οποίο τα φύλασσε, το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητάς του, το βιβλιάριο καταθέσεως στον ως άνω λογαριασμό και η κάρτα ανάληψης μετρητών. Η κλοπή έγινε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και ο ενάγων δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει από ποιο χώρο εκλάπησαν τα προσωπικά του αντικείμενα.
Όταν δε, στις 29-11-2004, προσήλθε στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα για να δηλώσει την κλοπή, αρχικά ανέφερε ότι αυτή έγινε στις 17 προς 18/11 από το γραφείο του, στα ΤΕΙ Πειραιώς. Στη συνέχεια και λόγω του ότι η 17/11 είναι σχολική αργία, στις 30-11-2004 δήλωσε ότι η κλοπή έγινε την ίδια ημερομηνία από το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν σταθμευμένο πλησίον της οικίας του στη Νίκαια (βλ. την από 21-2-2005 βεβαίωση του Α' Τμήματος Ασφαλείας Αιγάλεω). Ακολούθως, ο ενάγων, μετέβη στο υποκατάστημα της εναγομένης στη Νίκαια, για να δηλώσει την απώλεια του βιβλιαρίου, οπότε διαπίστωσε ότι στις 18-11-2004 είχε γίνει ανάληψη από τον ανωτέρω λογαριασμό, ποσού 11.500 €, από το υποκατάστημα της εναγομένης στη Ν.
Ιωνία. Εν τούτοις, όπως αποδείχθηκε, η υπάλληλος της εναγομένης που διεκπεραίωσε την προκειμένη συναλλαγή ενήργησε με πλημμέλεια, αφού, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε ως υπάλληλος τραπεζικού ιδρύματος, που εξ ορισμού αναλαμβάνει να φυλάσσει τα χρήματα των καταθετών της και μπορούσε να επιδείξει, δεν διενήργησε τις απαιτούμενες ενέργειες, προς διασφάλιση των συμφερόντων του ενάγοντος - καταθέτη της, δεν προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες προς διασφάλιση των συμφερόντων του ενάγοντος - καταθέτη της με αποτέλεσμα τη ζημία του ενάγοντος.
Ειδικώτερα, η υπάλληλος της εναγομένης δεν διενήργησε τα εξής: α) δεν προέβη σε έλεγχο της υπογραφής του ενάγοντος από το τηρούμενο σε αρχεία της δείγμα υπογραφής αν και η τεθείσα στο ένταλμα πληρωμής από τον άγνωστο δράστη της ανάληψης υπογραφή είναι εμφανώς διαφορετική, από την υπάρχουσα στην κλαπείσα ταυτότητά του, βάσει της οποίας έγινε η ανάληψη των χρημάτων, γεγονός (διαφορά υπογραφών), που έπρεπε να κινήσει τις υποψίες της υπαλλήλου, β) δεν έγινε έλεγχος του προσώπου, που έκανε την ανάληψη με την υπάρχουσα στην ταυτότητα φωτογραφία του ενάγοντος, ως προς τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, γ) αν και το άνοιγμα του λογαριασμού και η κίνησή του γίνονταν από το υποκατάστημα της εναγομένης στη Νίκαια, και μάλιστα με αναλήψεις και καταθέσεις μικρών ποσών, η επίδικη ανάληψη, ύψους 11.500 €, από διαφορετικό υποκατάστημα, έπρεπε να κινητοποιήσει την υπάλληλο, ώστε να προβεί σε ενδελεχή έλεγχο των στοιχείων του εμφανισθέντος προσώπου όπερ και δεν έπραξε και δ) η εναγομένη δεν φρόντιζε για τη σωστή λειτουργία του κλειστού συστήματος παρακολούθησης που διέθετε, με αποτέλεσμα την ουσιαστική αχρήστευση του ως άνω συστήματος ασφαλείας του εντός του υποκαταστήματός της συναλλαγών, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε, ότι λόγω βλάβης στο σύστημα δεν είχε γίνει ευκρινής εγγραφή της επιλήψιμης συναλλαγής.
Ενόψει των παραπάνω, προκύπτει ότι η εναγομένη, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, επέδειξε βαριά αμέλεια περί την φύλαξη των χρημάτων του πελάτη της (ενάγοντα), με αποτέλεσμα να υποστεί ο ίδιος ζημία κατά το ποσό των 11.500 ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης και σχετικό λόγο έφεσης, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στη ζημία (ΑΚ 300), λόγω της πλημμελούς φύλαξης του βιβλιαρίου και των λοιπών εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά, σε κάθε δε περίπτωση η ζημία δεν θα επήρχετο εάν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης είχαν δείξει τη δέουσα επιμέλεια.
Με τις ως άνω κρίσεις του το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού νόμου και δεν παραβίασε καμία από αυτές, ούτε εκείνες των άρθρων 281 και 361 ΑΚ. Με τις προπαρατεθείσες δε παραδοχές επί της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, αλλά και περί της μη συνδρομής τούτων, που απέκλεισε την εφαρμογή εκείνων που δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις ως άνω αναφερόμενες σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως οι δύο πρώτοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.ΑΠ 12/1991).
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των Μονομελών Πρωτοδικείων (ΑΠ 1248/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 418/57, ΑΠ 555/93). Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 § 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο μάλιστα αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι το βιβλιάριο καταθέσεως εκδόθηκε από το υποκατάστημα της εναγομένης στη Νίκαια και όχι αυτό του Αιγάλεω, δηλαδή γεγονός, το οποίο δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, 446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και εκείνα, τα οποία προσκομίσθηκαν για να γίνει η σύγκριση των υπογραφών του ενάγοντος και του τρίτου που ανέλαβε το ως άνω ποσό των 11.500 ευρώ, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε η εναγομένη και δεν στήριξε σε αυτά, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του.
Επομένως, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 179§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2010 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 6424/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ