1058/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2467/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 2.12.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 34469/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, που τάχθηκαν με την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 10522/2001 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την απόρριψη με την απόφαση αυτή της από 20.11.1998 παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσείουσας για επίδειξη εγγράφων από τον ήδη αναιρεσίβλητο, δέχθηκε εν μέρει την από 7.12.1997 κύρια αγωγή του τελευταίου κατά της πρώτης και την υποχρέωσε να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 79.658,47 ευρώ, το οποίο κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ανέλαβε αυτή από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς τους και χρησιμοποίησε για δικό της αποκλειστικά όφελος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated1058/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει έτσι κατά παραδοχή του τρίτου λόγου να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που έκρινε σε σχέση με τα μερικότερα αυτά ποσά ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Ως προς τα ποσά αυτά πρέπει ακολούθως η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1058 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1058/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. ήδη συζύγου Σ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καυκόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Ναούμ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7 Δεκεμβρίου 1997 κύρια και 20 Νοεμβρίου 1998 παρεμπίπτουσα, αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34469/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2469/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Μαρτίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2467/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2467/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 2.12.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 34469/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, που τάχθηκαν με την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 10522/2001 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την απόρριψη με την απόφαση αυτή της από 20.11.1998 παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσείουσας για επίδειξη εγγράφων από τον ήδη αναιρεσίβλητο, δέχθηκε εν μέρει την από 7.12.1997 κύρια αγωγή του τελευταίου κατά της πρώτης και την υποχρέωσε να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 79.658,47 ευρώ, το οποίο κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ανέλαβε αυτή από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς τους και χρησιμοποίησε για δικό της αποκλειστικά όφελος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρ. 524§1 εδ. β ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.
Συνεπώς μέχρι τότε προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις έγγραφα, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρ. 524§1 εδ.
β σε συνδ. με 591§1 εδ. γ και δ ΚΠολΔ). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ.
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ.
την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ. 958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα τμήματα των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 23/2008).
Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 839/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της όλα τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και είχε επικαλεσθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις του, χωρίς ωστόσο να τα επικαλεσθεί νόμιμα και με τις προτάσεις του στο Εφετείο, αφού σ' αυτές δεν γίνεται σαφής και εξειδικευμένη αναφορά στα αντίστοιχα έγγραφα, αλλά απλή παραπομπή στο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεών του, που ενσωματώθηκαν στις εφετειακές προτάσεις του.
Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος, αφού στο αναιρετήριο προσδιορίζονται μεν τα έγγραφα που με απλή παραπομπή στις πρωτόδικες προτάσεις του επικαλέσθηκε στο Εφετείο ο αναιρεσίβλητος και ανεπίτρεπτα έτσι λήφθηκαν υπόψη απ' αυτό, όμως κατά τα λοιπά δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το σχετικό απαράδεκτο, που αφορά έγγραφα διαφορετικά απ' αυτά που επικαλέσθηκε κατ' έφεση η αναιρεσείουσα, προτάθηκε από την ίδια στο Εφετείο, με δεδομένο ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η επίκληση του απαραδέκτου αυτού απευθείας στον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα δεν πρόκειται για απαράδεκτο που αφορά τη δημόσια τάξη ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντίθετα για παράβαση την οποία η αναιρεσείουσα μπορούσε να προτείνει με την προσθήκη έστω των προτάσεών της στο Εφετείο, έχοντας σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να λάβει γνώση των αντίστοιχων προτάσεων του αντιδίκου της και συνεπώς να αντιληφθεί την έλλειψη νόμιμης, κατά τα προεκτεθέντα, επίκλησης απ' αυτόν των εγγράφων που προσκόμισε.
Εξ άλλου με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό και πάλι 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αν και ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο τις υπ' αριθ. 13, 14 και 17 αποδείξεις σε σχέση με τις αναλήψεις ποσών από τον υπ' αριθ. ...
κοινό λογαριασμό των διαδίκων στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο/Κατάστημα 3100 Πολυγύρου ούτε και τις υπ' αριθ. 28, 31 και 34 αποδείξεις σε σχέση με τις αναλήψεις ποσών από τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο/Κατάστημα 6177 Πολυγύρου, ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση τις έλαβε ανεπίτρεπτα υπόψη και σ' αυτές κυρίως στήριξε την κρίση της ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε από τους παραπάνω λογαριασμούς και οικειοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα τα αναφερόμενα στις αποδείξεις αυτές ποσά.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι η ανάληψη από την αναιρεσείουσα 200.000, 3.000.000 και 2.567.000 δραχμών στις 15.6.1993, 29.6.1993 και 3.2.1994 αντίστοιχα από τον πρώτο των παραπάνω κοινών λογαριασμών των διαδίκων, καθώς και 1.490.944, 2.000.000 και 1.500.000 δραχμών στις 31.7.1990, 14.12.1990 και 16.9.1991 αντίστοιχα από τον δεύτερο των ως άνω λογαριασμών, δηλαδή συνολικά 10.757.954 δραχμών, αποδεικνύεται και "από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 28, 31 και 34 αποδείξεις εισπράξεως του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου για τον υπ' αριθ. ...
λογαριασμό και από τις υπ' αριθ. 13, 14 και 17 αποδείξεις για τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ...". Όμως οι αποδείξεις αυτές, οι οποίες συνέβαλαν καθοριστικά στην κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης, αφού η ένδικη αγωγή κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ουσιαστικά βάσιμη και για τα παραπάνω ποσά, τα οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο, ως μέρος του συνολικού ποσού των 27.143.622 δραχμών και ήδη 79.658,47 ευρώ, που επιδικάσθηκε σε βάρος της με την επικυρωθείσα με την εφετειακή απόφαση υπ' αριθ. 34469/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, μολονότι αυτός, αν και όφειλε, δεν τις επικαλέσθηκε με τις εφετειακές προτάσεις του, όπως από την επισκόπηση των προτάσεων αυτών προκύπτει.
Συνεπώς ο αντίστοιχος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά προτείνεται, αφού αφορά παράβαση που δεν μπορούσε αντικειμενικά να προβλέψει και να προτείνει στο Εφετείο η αναιρεσείουσα (άρθρ. 562§2α ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι τα όσα ως άνω δέχθηκε και αφορούν τις αναλήψεις της αναιρεσείουσας από τους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, έγιναν δεκτά χωρίς να περιέχονται στην ένδικη αγωγή αντίστοιχοι ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή αντίθετα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που είναι ευρύτερος και αφορά το σύνολο του επιδικασθέντος με την πρωτόδικη απόφαση ποσού των 27.143.622 δραχμών ή 79.658,47 ευρώ, ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης αφορούν και οι δύο τα αυτά μερικότερα ποσά που επιδικάσθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση στον αναιρεσίβλητο, συνολικού ύψους 10.757.954 δραχμών.
Πρέπει έτσι κατά παραδοχή του τρίτου λόγου να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που έκρινε σε σχέση με τα μερικότερα αυτά ποσά ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Ως προς τα ποσά αυτά πρέπει ακολούθως η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσίβλητος, ως εν μέρει ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί σε αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2467/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη από 7.12.1997 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση ειδικότερα με τα ποσά που ανέλαβε η αναιρεσείουσα από τους κοινούς λογαριασμούς των διαδίκων στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο/Κατάστημα Πολυγύρου, συνολικού ύψους 10.757.954 δραχμών.
Παραπέμπει ως προς το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω αναιρεθείσα απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνη της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ