Supreme Court dismisses State's appeal against teacher dismissal for failing to provide required documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that held the State liable for damages to a teacher. The teacher lost her job because the State refused to sign a contract after she failed to provide a specific declaration, despite the State having the authority to set such conditions. The court found the State's refusal constituted a tortious act causing financial and psychological harm, and ruled the appeal inadmissible as it challenged grounds not permitted by law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 of Law 1566/1985; Art. 105(a) of the Civil Code: The State is liable for damages when its organs, acting within their public authority, refuse to conclude a necessary employment contract due to the employee's failure to provide documents required by law, thereby causing financial loss and moral damage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1058 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1058/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σπάσου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Κακούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2395/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 17 του νόμου 1566/1985 με τίτλο: "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "(1) Αν για οποιαδήποτε αιτία απουσιάζουν από τα σχολεία εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και αν υπάρχουν άλλες έκτακτες ανάγκες λειτουργίας των σχολείων, οι οποίες δημιουργούνται κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους, προσλαμβάνονται με αίτησή τους, προσωρινοί αναπληρωτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από αυτούς που υπέβαλαν αίτηση διορισμού σε θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών. (2) Προσωρινοί αναπληρωτές προσλαμ-βάνονται επίσης με μειωμένο ωράριο διδασκαλίας που αντιστοιχεί στο μισό τουλάχιστον του υποχρεωτικού ωραρίου διδασκαλίας του πρωτοδιόριστου εκπαιδευτικού, όταν οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων στο ίδιο ή και σε άλλο σχολείο της ίδιας ή γειτονικής πόλης ή κωμόπολης δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού. (3) Η πρόσληψη των προσωρινών αναπληρωτών γίνεται με πράξη των αρμοδίων προϊσταμένων των διευθύνσεων πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ύστερα από πρόταση των οικείων περιφερειακών υπηρεσιακών συμβουλίων.
Αν υποβληθούν περισσότερες αιτήσεις για τις ίδιες θέσεις, τηρείται η σειρά υποβολής των αιτήσεων για το διορισμό σε θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών... Η απόλυση των προσωρινών αναπληρωτών γίνεται αυτοδικαίως με τη λήξη του διδακτικού έτους και χωρίς καμία αποζημίωση. (4) Στους προσωρινούς αναπληρωτές καταβάλλονται οι αποδοχές που αντιστοιχούν στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο του εισαγωγικού βαθμού του κλάδου τους, καθώς και επιδόματα εορτών...
Εξάλλου, με το άρθρο 14 παρ. 13, 16,17, 18 και 19 του ιδίου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: Οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και διεξαγωγής πρακτικών ασκήσεων από το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται ως εξής: α)..., δ) εκπαιδευτικό προσωπικό των κλάδων ΑΤ1 μέχρι AT 18, ώρες είκοσι μία (21) αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας... (16).
Σε περίπτωση που οι προβλεπόμενες ώρες διδασκαλίας για κάθε μάθημα δεν καλύπτονται με το υποχρεωτικό ωράριο των διδασκόντων και οι απομένουσες δεν δικαιολογούν θέση εκπαιδευτικού ή αν δικαιολογούν, μέχρι να προσληφθεί προσωρινός αναπληρωτής και εφόσον δεν υπάρχει προσφορά προαιρετικής υπερωριακής διδασκαλίας, ο σύλλογος των διδασκόντων αναθέτει την κάλυψη των ωρών αυτών σε εκπαιδευτικούς του ιδίου σχολείου. . .(17).
Αν στο ίδιο σχολείο ή στα σχολεία της ίδιας ή γειτονικής πόλης ή κωμόπολης οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού ή αν οι ώρες αυτές δεν καλύπτονται από μόνιμους εκπαιδευτικούς, μπορεί να ανατεθεί η διδασκαλία μαθημάτων ή η διεξαγωγή πρακτικών ασκήσεων με ωριαία αντιμισθία σε εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, άλλους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα ή σε ιδιώτες που έχουν τα προσόντα των κλάδων αυτών, εκτός από τους ιδιοκτήτες και διευθυντές φροντιστηρίων και όσους διδάσκουν σ1 αυτά.(18) Ανάθεση υπερωριακής διδασκαλίας, προαιρετικής ή υποχρεωτικής, καθώς και ανάθεση διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία επιτρέπεται μόνο αν οι καθηγητές της ίδιας ειδικότητας έχουν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους.
Τα όργανα, ο τρόπος επιλογής και η διαδικασία για την ανάθεση διδασκαλίας στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ...(19) Η ωριαία αντιμισθία ορίζεται στο ένα ενενηκοστό (1/90) των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών του εισαγωγικού βαθμού του αντίστοιχου κλάδου, χωρίς επίδομα οικογενειακών βαρών".
Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης της παρ. 18 εδ. β' του άρθρου 14 του ν. 1566/1985 εκδόθηκε η Δ2/792/22-5-1989 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β' 418) με την οποία καθορίζονται τα όργανα, ο τρόπος επιλογής και η διαδικασία της ανάθεσης διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή προβλέπονται, εκτός άλλων ότι: 1) Η ανάθεση διδασκαλίας μαθημάτων ή διεξαγωγής, πρακτικών ασκήσεων σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με ωριαία αντιμισθία γίνεται με απόφαση του αρμοδίου Προϊσταμένου της Διεύθυνσης ή του γραφείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ύστερα από πρόταση του οικείου περιφερειακού Συμβουλίου (άρθρο 1). 2) Το δικαίωμα υποβολής αίτησης για πρόσληψη με ωριαία αντιμισθία έχουν όσοι πτυχιούχοι έχουν υποβάλλει δικαιολογητικά διορισμού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, άλλοι υπάλληλοι του δημοσίου τομέα ή ιδιώτες που δεν είναι ιδιοκτήτες ή διευθυντές φροντιστηρίου ούτε διδάσκουν σ' αυτά ή παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα σε μαθητές και έχουν όλα τα νόμιμα προσόντα του αντίστοιχου κλάδου (άρθρο 2), 3) οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων υποβάλλονται από 20 Ιουνίου μέχρι 10 Ιουλίου κάθε χρόνο στις διευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις οποίες επιθυμούν να διδάξουν οι ενδιαφερόμενοι (άρθρο 3), 4) μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων, ο αρμόδιος προϊστάμενος της διεύθυνσης ή του γραφείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ελέγχει τις υποβληθείσες αιτήσεις και τις υποβάλλει στο αρμόδιο περιφερειακό συμβούλιο, το οποίο συντάσσει πίνακες συνυποψήφιων κατά κλάδο και ειδικότητα, σύμφωνα με την ρητά καθοριζόμενη από το νόμο σειρά προτεραιότητας (άρθρο 5) και 5) η πρόσληψη των ωρομισθίων γίνεται με βάση τη σειρά αναγραφής των υποψηφίων στους σχετικούς πίνακες μετά τις αποσπάσεις ή διαθέσεις των τακτικών εκπαιδευτικών, την πρόσληψη αναπληρωτών και την ανάθεση υπερωριακής απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 16 του άρθρου 14 του ν. 1566/1985, για μειωμένο ωράριο διδασκαλίας (άρθρο 6).
Με τις ως άνω διατάξεις καθορίσθηκε το σύστημα προσλήψεων και υπερωριακής απασχόλησης εκπαιδευτικών στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προκειμένου να καλυφθούν όλες οι προβλεπόμενες από το πρόγραμμα ώρες διδασκαλίας, στην περίπτωση που οι μόνιμοι καθηγητές της ίδιας ειδικότητας έχουν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους.
Οι εν λόγω εκπαιδευτικοί, αν μεν ανήκουν στο μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό πραγματοποιούν υποχρεωτικά ή προαιρετικά υπερωριακή διδασκαλία, αν δε είναι ιδιώτες που έχουν υποβάλει αίτηση για διορισμό σε θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών προσλαμβάνονται ως προσωρινοί αναπληρωτές και τέλος, αν δεν έχουν προσληφθεί ως προσωρινοί αναπληρωτές και αν δεν έχουν υποβάλει τέτοια αίτηση ή απασχολούνται στο Δημόσιο τομέα, προσλαμβάνονται ως ωρομίσθιοι καθηγητές.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ανάθεση διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία πραγματοποιείται σύμφωνα με την καθοριζόμενη από την προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση διαδικασία για την πλήρωση των κενών που απομένουν ύστερα από τυχόν αποσπάσεις ή διαθέσεις των τακτικών εκπαιδευτικών, την ανάθεση σ' αυτούς προαιρετικής ή υποχρεωτικής υπερωριακής απασχολήσεως και την πρόσληψη αναπληρωτών καθηγητών.
Τέλος με το άρθρο 9 παρ.2 της υπ' αριθμ. 34497/2002 (ΦΕΚ 429/8-4-02 τ.Β') κανονιστικής υπουργικής απόφασης, για τη "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν στην πρόσληψη προσωρινών αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών για τις ανάγκες των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης", όπως αντικαταστάθηκε με την Υ.Α. 53840/Δ2, ΦΕΚ Β'771/2003 προκύπτει σαφώς, ότι για την πρόσληψη ωρομισθίων εκπαιδευτικών καταρτίζεται σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με συγκεκριμένο προσδιορισμό των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης που δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις έντεκα (11) ώρες.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις προαναφερθείσες, ουδόλως προκύπτει απαγόρευση στους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς να καταρτίσουν πλείονες της μιας συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με περισσότερα δηλαδή σχολεία και με άθροισμα των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης σ' αυτά μεγαλύτερο των 11 ωρών.
Αντίθετα, η σχετική απαγόρευση κρίνεται ότι αφορά την απασχόληση σε κάθε συγκεκριμένο σχολείο, η οποία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 11 ώρες εβδομαδιαίως. Κάτι τέτοιο προκύπτει και από την τελολογία της διάταξης, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή καταχρήσεων εκ μέρους της διοίκησης, στις περιπτώσεις εκείνες που οι προβλεπόμενες από το οικείο πρόγραμμα κάθε σχολείου ώρες διδασκαλίας και ασκήσεων δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού, και παρά ταύτα η διοίκηση καταφεύγει στην πρόσληψη ωρομισθίων καθηγητών με διδακτικές ώρες περισσότερες των 11 εβδομαδιαίως για κάθε σχολείο.
Αν, εξάλλου, ο νόμος απαγόρευε τη σύναψη περισσοτέρων συμβάσεων των ωρομισθίων εκπαιδευτικών και την υπέρβαση των 11 ωρών συνολικά και για όλα τα σχολεία απασχόλησης του, θα προέβλεπε τούτο ρητά, πράγμα που δεν συνέβη. Αντίθετα, τουλάχιστον ως προς τη σύναψη των περισσοτέρων συμβάσεων, διαφαίνεται ότι αυτή επιτρέπεται από το άρθρο 17 του άνω ν. 1566/1985.
Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ 16, και συγκεκριμένα καθηγήτρια πιάνου και ανώτερων θεωρητικών και είχε εργασθεί από το έτος 1988 μέχρι το 2003 σε διάφορα μουσικά σχολεία με ετήσιες συμβάσεις εργασίας διδασκαλίας πιάνου αμειβόμενη με ωριαία αντιμισθία.
Το θέρος του 2003 μετά τη λήξη της τελευταίας συμβάσεως της (30-6-2003), κατέθεσε εμπρόθεσμα εκ νέου τα δικαιολογητικά της και ζήτησε να τοποθετηθεί στην ίδια θέση στο μουσικό γυμνάσιο Αλίμου για το νέο σχολικό έτος 2003-2004, το οποίο υπήγετο στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δ. Αθήνας. Η τοποθέτηση της εγκρίθηκε από την αρμόδια υπηρεσία (Δ/νση Β/βαθμιας εκπαίδευσης Πειραιά) και συμπεριλήφθηκε στον αξιολογικό πίνακα τυπικών προσόντων.
Κατά την προσέλευση της όμως προς υπογραφή της σχετικής συμβάσεως εργασίας, η αρμόδια υπάλληλος της ως άνω Διεύθυνσης, της ζήτησε να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχει υπογράψει άλλη σύμβαση ωρομίσθιου καθηγητή σε άλλο σχολείο. Η ενάγουσα, όμως, είχε ήδη υπογράψει σύμβαση για εξάωρη εβδομαδιαία ωρομίσθια απασχόληση με άλλο σχολείο, και όταν αρνήθηκε να υπογράψει την ως άνω υπεύθυνη δήλωση, δεν της επετράπη να εργασθεί, παρόλο που στην προκήρυξη δεν περιλαμβανόταν σχετικός όρος.
Ακολούθως, η ενάγουσα ζήτησε από το αρμόδιο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με την από 8-12-03 αίτησή της να της διευκρινίσει η αρμόδια διεύθυνση εάν μπορεί να υπογράψει σύμβαση προσωρινής ωρομίσθιας καθηγήτριας με την Β/βάθμια εκπαίδευση ενόψει του ότι κατείχε και είχε καταθέσει όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούν οι αρμόδιες στην περίπτωση της υπουργικές αποφάσεις αλλά είχε υπογράψει και σύμβαση ορισμένου χρόνου ωρομίσθιας καθηγήτριας σε ολοήμερο δημοτικό σχολείο, η οποία κάλυπτε μόνο οκτάωρη απασχόληση εβδομαδιαίως.
Στην ως άνω αίτηση της η ενάγουσα δεν έλαβε απάντηση και για τον λόγο αυτό, αναγκάσθηκε να υποβάλει αίτηση στη Διεύθυνση Διοικητικής Οργάνωσης του Υπουργείου Εσωτερικών προκειμένου να ελεγχθεί διοικητικώς η ως άνω Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για τη μη απάντηση στο υποβληθέν αίτημα της, το οποίο είχε επείγοντα χαρακτήρα.
Πράγματι, η ελέγχουσα Αρχή διαπίστωσε ότι η ελεγχόμενη υπηρεσία δεν απέστειλε απάντηση στην ενάγουσα, παρά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 690/1999 και έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την καταβολή χρηματικού ποσού προς την τελευταία. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να προσληφθεί ως ωρομίσθια καθηγήτρια σε μουσικό γυμνάσιο για τη διδασκαλία της ειδικότητας της, αφού είχε τοποθετηθεί στον αξιολογικό πίνακα των τοποθετηθέντων, ενώ στη σχετική προκήρυξη, ουδόλως ετίθετο ως προϋπόθεση η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης περί μη υπογραφής άλλης σύμβασης ωρομίσθιου καθηγητή σε άλλο σχολείο, ούτε η υπογραφή τέτοιας (παράλληλης) σύμβασης απαγορευόταν από τη διέπουσα τις σχετικές συμβάσεις νομοθεσία, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη.
Συνεπώς, η προηγηθείσα σύναψη συμβάσεως εκ μέρους της ενάγουσας με το ολοήμερο δημοτικό σχολείο για διδασκαλία οκτώ ωρών εβδομαδιαίως (δύο απογεύματα) ως ωρομίσθιας καθηγήτριας, ουδόλως αποτελούσε κώλυμα για τη σύναψη συμβάσεως και με το Μουσικό Γυμνάσιο Αλίμου, αφού ο μόνος νόμιμος περιορισμός, ήταν η μη υπέρβαση, σε κάθε σύμβαση, των 11 διδακτικών ωρών εβδομαδιαίως.
Παρά ταύτα, από υπαιτιότητα, και συγκεκριμένα βαρεία αμέλεια των οργάνων του εναγομένου, αρμοδίων υπαλλήλων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Πειραιά, ενεργούντων κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους είχε ανατεθεί, οι οποίοι αξίωσαν την προσκόμιση εκ μέρους της ενάγουσας της παραπάνω υπεύθυνης δηλώσεως, και έθεσαν έτσι, παρά το νόμο, και πρόσθετες προϋποθέσεις πρόσληψης, από αυτές που ορίζονται από τις αρμόζουσες υπουργικές αποφάσεις, ακολούθως δε και λόγω της μη προσκομίσεως της ως άνω δηλώσεως, αρνήθηκαν να συνάψουν μετά της ενάγουσας τη σχετική σύμβαση, απετράπη η τοποθέτηση της τελευταίας στην αιτηθείσα θέση.
Η σύμβαση αυτή, την οποία, κατά τα ανωτέρω, μετά βεβαιότητας θα συνήπτε η ενάγουσα με το εναγόμενο, εάν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του, θα ήταν τουλάχιστον για οκτάωρη απασχόληση εβδομαδιαίως. Έτσι, η ενάγουσα απώλεσε για τη σχολική χρονιά 2003-2004, τις καθαρές αποδοχές που θα αποκέρδαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την απασχόλησή της ως ωρομίσθιας καθηγήτριας στο ως άνω Μουσικό Γυμνάσιο, ποσού 1.879,2 ευρώ (το ύψος του άνω ποσού δεν αμφισβητεί το εκκαλούν), ενώ, περαιτέρω, λόγω της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων του εναγομένου, υπέστη ψυχική ταλαιπωρία, άγχος και στεναχώρια, ήτοι ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση μετά στάθμιση του βαθμού πταίσματος των οργάνων του εναγομένου, του είδους της προσβολής, των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών της ενάγουσας και των λοιπών κατά νόμο στοιχείων, θα πρέπει να προσδιοριστεί στο πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 500 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας απόφασης του Ειρηνοδικείου που είχε κρίνει όμοια και είχε επιδικάσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.379,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδ. με τις πιο κάτω που εφάρμοσε ούτε και άλλες, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή καθόσον ειδικότερα με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται η ευθύνη του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία (άρθρο 105 εδ.α' του ΕισΝ Α.Κ 914, 297,298 932 Α.Κ.) γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν την αιτιολογία της απόφασης, χαρακτηριζόμενη στο αναιρετήριο ως εσφαλμένη και αντιφατική, είναι απαράδεκτος, διότι τέτοιος λόγος αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγους αναίρεσης για τη προσβολή των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων όπως συμβαίνει στη προκείμενη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2395/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ