Legislator Case Law & Legislation
1058/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for clear legal reasoning and admissible evidence.

Case Number 1058/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an individual and an insurance company against a lower court's liability judgment. The appellants argued for lack of legal basis and unclear reasoning regarding the insured's future employment and income calculations. The court rejected these claims, stating the lower court provided sufficient, clear, and consistent legal reasoning to allow for appellate review of the substantive law application.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The appeal regarding lack of legal basis is inadmissible when the lower court's decision contains sufficient and clear reasoning that makes the appellate review of the application of substantive law possible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of legal basis unclear reasoning appellate review insurance liability civil procedure code evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 297 of the Civil Code
Art. 298 of the Civil Code
Art. 300 of the Civil Code
Art. 330 of the Civil Code
Art. 914 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1058 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1058/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας-Λούλας Πρωτόπαπα, 2) Της εν Αθήναις εδρευούσης ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Ε.Α. ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Λούλα Πρωτόπαπα και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3890/2004 εν μέρει οριστική και 4312/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 961/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 9/10/207 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-1-2001 και περί ώρα 18.45' μ.μ. στη ...., ο πρώτος (αναιρεσείων) εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας .....

ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη (αναιρεσείουσα) εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και εκινείτο επί της λεωφόρου .... με κατεύθυνση από ... προς ..... Ο δρόμος αυτός έχει πλάτος εννέα μέτρων, περίπου είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που διαχωρίζονται με διπλή διαχωριστική συνεχόμενη γραμμή, η οποία διακόπτεται στα σημεία των διασταυρώσεων της Λεωφόρου, με τις εκ δεξιών παρακείμενες οδούς ...

και ...... Επί της ως άνω οδού (Λεωφόρου ....) δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών ή φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία οχημάτων ή πεζών. Επιπλέον, στο αριστερό, σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγομένου, παραλιακό πεζοδρόμιο και σε όλο το μήκος αυτού υπάρχουν, ανά 30 μέτρα περίπου, κολώνες με δημοτικό φωτισμό, ο οποίος, όμως, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας είναι ανεπαρκής.

Λίγα λεπτά πριν από το ένδικο ατύχημα ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο ως προς την πορεία του πρώτου εναγομένου, στο σημείο, όπου απέναντί του βρισκόταν το μέσον περίπου του οικοδομικού τετραγώνου, που περικλείεται μεταξύ των οδών .... και ......, έχοντας την πρόθεση να διασχίσει το οδόστρωμα καθέτως και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, πλάτους 0,90 μέτρων, το οποίο βρίσκεται μπροστά από το ως άνω οικοδομικό τετράγωνο.

Τη στιγμή ακριβώς, που ο ενάγων διέσχιζε καθέτως το εν λόγω οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγομένου και αφού είχε ήδη ολοκληρώσει την διέλευσή του από το πρώτο ρεύμα κυκλοφορίας, διανύοντας απόσταση περίπου πέντε μέτρων και είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (ήτοι στο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου), οπότε του απέμεινε ακόμη απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων για να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, ο πρώτος εναγόμενος τον κτύπησε με το εμπρόσθιο αριστερό φτερό του οχήματός του, με αποτέλεσμα ο ενάγων να εκτιναχθεί και να προσκρούσει στο αριστερό τμήμα του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του (πρώτου εναγομένου) και στη συνέχεια να πέσει προς τα πίσω, στο μέσον του αντίθετου προς την πορεία του πρώτου εναγομένου ρεύματος πορείας.

Το ως άνω ένδικο ατύχημα οφείλεται κατ' αρχήν σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση (άρθρ. 12 παρ, 1 του ΚΟΚ), ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 19 παρ. 1 ΚΟΚ).

Τούτο δε, προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ αυτός είχε από μεγάλη απόσταση ορατότητα του σημείου, όπου ο παθών επιχειρούσε να διασχίσει την οδό, δεν τον αντελήφθη εγκαίρως, λαμβανομένου δε υπόψη ότι ήταν νύκτα και υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός στην περιοχή η προσοχή του πρώτου εναγομένου έπρεπε να είναι ιδιαίτερα τεταμένη.

Σημειωτέον ότι, εάν ο ως άνω οδηγός οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, θα ήταν σε θέση, σε κάθε περίπτωση, να αντιληφθεί από αρκετή απόσταση τον πεζό-ενάγοντα και να έχει όλα τα περιθώρια πραγματοποίησης έγκαιρου και αποτελεσματικού ελιγμού ή πεδήσεως. Ας σημειωθεί, ότι με την υπ' αριθ. 6047/6-10-2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε για την πράξη του (σωματική βλάβη εξ αμελείας) σε φυλάκιση 15 μηνών (βλ.

αυτή προσαγόμενη). Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος έβαινε με ταχύτητα υπερβαίνουσα το επιτρεπόμενο για την περιοχή όριο, δοθέντος, ότι το όχημά του υπέστη μικρές σε έκταση ζημίες, και ότι ο πεζός-ενάγων εκτινάχθηκε προς τα πίσω και έπεσε στο οδόστρωμα σε απόσταση, όχι περισσότερο από τρία μέτρα.

Ωσαύτως, δεν αποδείχθηκε και ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι ο πρώτος εναγόμενος παρεξέκλινε της πορείας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πρόκυψε, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται και σε υπαιτιότητα του ενάγοντος (αμέλεια αυτού), καθόσον αυτός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την ως άνω λεωφόρο, η οποία συνήθως έχει μεγάλη κίνηση οχημάτων και μάλιστα από σημείο αυτής, όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, ούτε φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία οχημάτων ή πεζών και χωρίς να υπολογίσει την απόσταση του οχήματος, που πλησίαζε και την ταχύτητά του, αλλά προέβη στην ενέργειά του αυτή βιαστικά και απερίσκεπτα και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως, ότι δεν θα παρακωλύσει την κυκλοφορία των οχημάτων και των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, αλλά και ότι δεν θα διακινδυνεύσει τη δική του σωματική ακεραιότητα (άρθρ 38 παρ. 4 εδ.

δ' και ε' του ΚΟΚ), όπως ήταν υποχρεωμένος, καταβάλλοντας έτσι την απαιτούμενη στις ανάλογες περιστάσεις από τον μέσο συνετό πεζό. Επιπλέον ο ενάγων όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, αφού αυτός επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα, ήταν ήδη είχε νυκτώσει, σε σημείο, όπου ο τεχνητός φωτισμός ήταν ανεπαρκής και μάλιστα φορώντας σκουρόχρωμη ενδυμασία.

Κατόπιν των ανωτέρω, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) ανέρχεται στο 80%, του δε πεζού-ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) σε 20% δεκτής γενομένης, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της προβληθείσας από τους εναγομένους ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο ένδικο ατύχημα, όπως ορθώς αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη υπ αριθ. 3890/2004 απόφασή του και εντεύθεν απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, ο σχετικός (πρώτος) λόγος έφεσης των διαδίκων".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-πεζού έτσι ώστε είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ, αφού εκτίθενται με σαφήνεια οι επικρατούσες κατά τη στιγμή του ατυχήματος συνθήκες φωτισμού και έλλειψης σήμανσης, η κατάσταση της οδού.

Δεν δημιουργείται ασάφεια αιτιολογιών από το γεγονός, ότι δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια από ποια απόσταση ήταν δυνατόν να αντιληφθεί ο οδηγός τον πεζό όταν άρχισε τη διαδικασία διάσχισης της οδού, και η ακριβής ταχύτητα του οχήματος εφόσον γίνεται δεκτό ότι δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο για την περιοχή όριο, και αφού το δικαστήριο δέχεται επίσης ότι δεν πραγματοποιήθηκε πέδηση, ούτε αποφευκτικός ελιγμός και εντοπίζει την αμέλεια του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην παράβαση των ορισμών των άρθρων 12 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, σε συνάρτηση με τις επικρατούσες συνθήκες, τους οποίους (ορισμούς του νόμου) αν είχε τηρήσει θα είχε αντιληφθεί τον πεζό και θα τον είχε αποφύγει είτε με κατάλληλο ελιγμό, είτε με πέδηση και δεν θα τον είχε κτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό φτερό του οχήματός του.

Οι επικαλούμενες υπόλοιπες ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αξιολόγηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων εξαγόμενο πόρισμα εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

II.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.

Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του (ΑΠ 774/2007, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 514/2007, ΑΠ 122/2006).

Έτσι κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 του ίδιου κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του, αφού η χρηματική παροχή της πρώτης διάταξης δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους αναφερόμενους παραπάνω προσδιοριστικούς παράγοντες (ΑΠ 765/2007).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω της αναπηρίας του: "εξαιτίας της άνω σοβαρής σωματικής αναπηρίας του με τις προκύπτουσες απ' αυτήν σοβαρές συνέπειες, ο ενάγων ήδη μειονεκτεί κοινωνικά και η αναπηρία του θα ασκήσει δυσμενή επιρροή στις κοινωνικές του συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα, που έχει ένας μέσος υγιής άνθρωπος, ενώ επίσης, η αναπηρία αυτή θα αποτελέσει στο μέλλον σοβαρό εμπόδιο για τον ενάγοντα και ως προς την εύρεση εργασίας και τη δυνατότητα βιοπορισμού.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, ήτοι της σοβαρής και μόνιμης αναπηρίας και τις απ' αυτήν δυσμενείς επιδράσεις στην κοινωνική επαγγελματική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, πρέπει να του επιδικαστεί το ποσό των 90.000 E ως πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, το οποίο ορθώς επιδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ορθώς κρίθηκε, ως ορισμένο το σχετικό αιτούμενο κονδύλιο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, αφού στην αγωγή εκτίθενται όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητα του κονδυλίου αυτού, ήτοι ότι ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του, έχει υποστεί την αναλυτικά σ' αυτήν αναφερομένη μόνιμη και διαρκή αναπηρία, το είδος και το μέγεθος της ζημίας την οποία θα υποστεί, καθώς επίσης και ο τρόπος, με τον οποίο αυτή θα επιδράσει αρνητικά στο επαγγελματικό-οικονομικό του μέλλον και συγκεκριμένα με την παντελή αδυναμία του να εργαστεί σε οποιοδήποτε επάγγελμα και τις συνέπειες της αδυναμίας αυτής στο οικονομικό του μέλλον, καθώς επίσης και στις κοινωνικές του συναναστροφές, λόγω της αδυναμίας του να επικοινωνήσει και να συναναστραφεί με τρίτους και λόγω των δυσμενών συνεπειών της αναπηρίας του στην ψυχολογία του εν γένει".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατύπωναν παράπονο και για τη μη λήψη υπόψη της ένστασης συνυπαιτιότητας και καθόσον αφορά την αποζημίωση που επιδικάστηκε από το άρθρο 931 ΑΚ. Το Εφετείο έτσι έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε, αφού κατά τον καθορισμό του εύλογου ποσού της προαναφερόμενης πρόσθετης αποζημίωσης συνεκτίμησε και το ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντος, ο δε αντίθετος δεύτερος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Αβάσιμος σε κάθε περίπτωση και απορριπτέος είναι επίσης και ο από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, συνεκτίμησε σωστά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πεζού ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και έτσι δεν άφησε αδίκαστο αίτημα των αναιρεσειόντων για μείωση κατά 20% του άνω επιδικασθέντος ποσού, που απορρίφθηκε "εκ του πράγματος".

ΙΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα (έκθεση αυτοψίας, φωτογραφίες του αυτοκινήτου του πρώτου, εκκαθαριστικά της εφορίας του ίδιου), τα οποία ο πρώτος αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο εφετείο.

Από τη βεβαίωση όμως του δικαστηρίου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "από την κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως και της ανωμοτί κατάθεσης του πρώτου εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν, με πληρότητα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", αλλά και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει τις από τους αρ. 10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αποδίδεται συγκεκριμένη αιτίαση, αλλά απλώς αναφέρονται οι διατάξεις και μόνον, σε κάθε δε περίπτωση, η μεν αιτίαση από τον αριθμό 10 είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι το σαφές πόρισμα του Εφετείου στηρίζεται στα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), η δε αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι δεν ιδρύεται στη διαδικασία αυτή των αυτοκινήτων που δικάστηκε η υπόθεση.

IV.- Κατά το άρθρο 932 εδ. 1 και 2 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει προηγουμένως τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά από τα διάδικα μέρη, δηλαδή το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε κατά τρόπο ευθύ , είτε πλάγιο, ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Στην κρινόμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού δέχθηκε τα ανωτέρω στον πρώτο λόγο αναπτυσσόμενα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 80%, ενώ ο αναιρεσίβλητος κατά 20%, ακολούθως δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης: "Τέλος, ο ενάγων λόγω του ως άνω σοβαρού τραυματισμού του υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία θα πρέπει, λαμβανομένων υπόψη, της σοβαρότητας και βαρύτητας του τραυματισμού του, της εξαυτού μόνιμης αναπηρίας του και της βαριάς κατάστασής του, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του από τις πολλαπλές εγχειρήσεις, στις οποίες υποβλήθηκε, της μακροχρόνιας παραμονής του στα νοσοκομεία (συνολικά επί ενάμισυ έτος) και των σοβαρότατων συνεπειών στην υγεία του, από τη μακρόχρονη κατάκλιση, της νεαρής ηλικίας του (19 ετών περίπου), του βαθμού υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, να επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίησή του γι' αυτήν (ηθική βλάβη), το ποσό των 110.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο (άρθρ. 932 ΑΚ), όπως ορθώς του επιδικάσθηκε με την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 3890/2004 του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου".

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ με το να μη διευκρινίζει επαρκώς την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική θέση, καθώς και την οικονομική κατάσταση των μερών και ειδικά του πρώτου εναγομένου-αναιρεσείοντος.

Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογίας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αλλά με αυτόν πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι δεν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, προϋπόθεση που εδώ δεν συνέτρεξε, ούτε άλλωστε την επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

V.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο παραδοχής πραγμάτων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από αυτήν όμως προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του γενικά αλλά και ειδικά για το κονδύλιο της μελλοντικής απώλειας εισοδήματος από όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτήν ως άνω αποδεικτικά μέσα και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 11 και 12, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, αφού δεν αποδίδεται συγκεκριμένη αιτίαση, αλλά απλώς αναγράφονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις και μόνον, χωρίς επίκληση πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν τις από τις διατάξεις αυτές πλημμέλειες.

VI.- Από τη διάταξη 929 ΑΚ ορίζεται ότι "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", από δε τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ότι "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που θα προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο υποστάς βλάβη του σώματος ή της υγείας του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της συνεπεία της βλάβης της υγείας του σώματος, μειωμένης ικανότητας προς εργασία, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντίθετα ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως διατυπώνεται με σαφήνεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο μετά την κρίση του για τις συνθήκες του ατυχήματος και την κατανομή του ποσοστού συνυπαιτιότητας μεταξύ του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του παθόντος ενάγοντος, καθώς και την έκταση της βλάβης της υγείας του τελευταίου, δέχεται σχετικά με το αίτημά του για επιδίκαση αποζημίωσης για μέλλουσα ζημία από απώλεια εισοδημάτων τα ακόλουθα: "Στη συνέχεια, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ήταν μαθητής του Λυκείου.

Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εάν δεν συνέβαινε ο ως άνω επίδικος τραυματισμός του και η συνεπεία τούτου σοβαρή βλάβη της υγείας του, θα αποφοιτούσε από το Λύκειο και στις 22-9-2002 θα ενηλικιωνόταν. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας, ήτοι, από τις 22-3-2004 μέχρι της 22-9-2007, αυτός θα εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος σε κάποια από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις της ....., αντί μηνιαίων καθαρών αποδοχών ποσού 680 € για το έτος 2004, 685 € για το έτος 2005, 690 € για το έτος 2006 και 695 € για το έτος 2007.

Λόγω όμως της αποδειχθείσας ως άνω μόνιμης αναπηρίας του, αυτός κατέστη παντελώς ανίκανος προς εργασία καθόσον αφορά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα. Έτσι θα απωλέσει, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, τους μισθούς, που θα εισέπραττε, μαζί με τα δώρα Χριστουγέννων, που αντιστοιχούν στα παραπάνω έτη, μειωμένα όμως τα ως άνω κονδύλια κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του (20%) και ένεκα τούτου ο ενάγων δικαιούται με το ανωτέρω χρονικό διάστημα τα ποσά: 1) των 544 € μηνιαίως για το έτος 2004 (680 χ 80%), 2) των 548 € (685 Χ 80%) μηνιαίως για το έτος 2005 και 548 € για δώρο Χριστουγέννων 2005, 3) των 552 € (690 χ 80%) μηνιαίως για το έτος 2006 και 522 € για δώρο Χριστουγέννων 2006 και 4) των 556 € (695 χ 80%) μηνιαίως για το έτος 2007 αντίστοιχα, ποσά για τα οποία, σημειωτέον (ως προς το ύψος και τον υπολογισμό τους) δεν εκφράζεται κανένα ειδικό παράπονο από τους εκκαλούντες διαδίκους".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επιδίκασης ή μη στον παθόντα διαφυγόντων κερδών και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η επιχείρηση στην οποία θα εργαζόταν.

Συνεπώς, ο αντίθετος έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασης η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση ότι έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια παράβαση γιατί δεν αιτιολογεί από ποια στοιχεία οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με το είδος της εργασίας που θα ασκούσε ο παθών μετά την ενηλικίωσή του και το ύψος των αποδοχών του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί στην πραγματικότητα πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως εκτίθεται σαφώς.

VII.- Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του σχετικά με το κονδύλιο της ανάγκης για απασχόληση αποκλειστικής νοσοκόμου από τον παθόντα, χρέη της οποίας ασκούσε η μητέρα του, χωρίς να έχει αποδειχθεί από κανένα αποδεικτικό μέσο και δέχθηκε ως βάσιμο τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του. Ο λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση αυτού, πλήττεται η ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ κρίση του δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι η κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε στα πιο πάνω αναφερθέντα, αποδεικτικά στοιχεία. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 11 και 19 του ίδιου άρθρου είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται εδώ με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες πλημμέλειες, αλλά αναφέρονται μόνο οι διατάξεις που τις προβλέπουν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2007 αίτηση των Χ1 και ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ για αναίρεση της 961/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και.- -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2008. Και Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 21 Μαΐου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ